Category Archives: obit

Ερίκ Ρομέρ: μοραλίστας, αλλά όχι ηθικολόγος

rohmer-eric

Ηταν ο πιο διεισδυτικός παρατηρητής ηθών του παγκόσμιου κινηματογράφου: Ο Ερίκ Ρομέρ, ο σκηνοθέτης της νουβέλ βαγκ που πέθανε τη Δευτέρα το απόγευμα στο Παρίσι, σε ηλικία 89 ετών, δούλευε πισω από την κάμερα επί μισό αιώνα, έχοντας γυρίσει 24 ταινίες μεγάλου μήκους. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ζαν-Μαρί Μορίς Σερέρ (το Ερίκ ήταν τιμητική αναφορά στον ηθοποιό και σκηνοθέτη Ερικ φον Στροχάιμ, και το Ρομέρ στον συγγραφέα Σαξ Ρομέρ). Το πρώτο ψευδώνυμο που χρησιμοποίησε ήταν το Ζιλμπέρτ Κορντιέ, με το οποίο υπέγραψε το 1946 το μυθιστόρημα «Ελίζαμπεθ». Η λογοτεχνία ήταν η πρώτη του επαφή με τις τέχνες, ενώ έκανε τα πρώτα του βήματα στο μεταπολεμικό Παρίσι ως δημοσιογράφος και καθηγητής λογοτεχνίας.

Το 1948, δυο χρόνια πριν πραγματοποιήσει την πρώτη του ταινία, ο Ρομέρ έγραφε: «Εάν ο ομιλών κινηματογράφος είναι τέχνη, ο λόγος επιβάλλεται να συμφιλιωθεί άρρηκτα με τον χαρακτήρα του και να μην εμφανίζεται σαν ένα απλό ηχητικό στοιχείο, αρκετά προνομιούχο, λόγω προέλευσης». Το ενδιαφέρον του για τον θαυμαστό κόσμο του σινεμά στα τέλη της δεκαετίας του ’40 και τις αρχές του ’50, τον έφερε σε επαφή με τον Ζαν Λικ Γκοντάρ, τον Φρανσουά Τριφό, τον Ζακ Ριβέτ και τον Κλοντ Σαμπρόλ. Ολοι αυτοί οι σκηνοθέτες, που αντιτάχθηκαν στις τότε καθιερωμένες τάσεις του γαλλικού κινηματογράφου, θα έμεναν γνωστοί στην ιστορία ως «νουβέλ βαγκ». Ηταν η ίδια ομάδα των περιβόητων «Cahiers du cinema», του περιοδικού που ο Ρομέρ ήταν εκδότης από το 1957 έως το 1963. Το 1971, σε συνέντευξή του ο Τριφό στη γαλλική τηλεόραση αναγνώριζε το χρέος όλων στον Ρομέρ: «Ξέρουμε όλοι ότι εδώ και είκοσι χρόνια, από τα πρώτα του φιλμ σε 16 μιλιμέτρ, ο Ρομέρ ήταν ο δάσκαλός μας, μια υπόγεια δύναμη».

Στις ταινίες του Ρομέρ ο λόγος δεν χρησιμοποιείται για τη μετάδοση κάποιας πληροφορίας, αλλά μάλλον για την σκιαγράφηση των χαρακτήρων και του περιβάλλοντός τους. Ξεκίνησε να γυρίζει μεγάλου μήκους ταινίες το 1959 με το «Ζώδιο του Λέοντα», ενώ στη δεκαετία του `60 θα εγκαινιάσει την περίφημη «εξαλογία» του, τους περίφημους «Εξι μύθους περί ηθικής».

Η ηρωίδα του «Τέλειου γάμου» (1982) «χτίζει πύργους στην άμμο», ενώ ο Ρομέρ ελαχιστοποιεί ως συνήθως την πλοκή της ιστορίας του, καθώς θέλει να αναδείξει προβλήματα ηθικής: όχι με την έννοια του μίζερου ηθικολόγου, αλλά, όπως διευκρινίζει ο ίδιος σε μια συνέντευξή του το 1970, με τη διάθεση ενός εντομολόγου, θέτοντας τους ανθρώπινους χαρακτήρες στο μικροσκόπιο, με τη διάθεση ενός επιστήμονα που ενδιαφέρεται για την ανάλυση των καταστάσεων, των χαρακτήρων, τη διασάφηση των προθέσεων και των κινήτρων τους.
Οπως είχε παρατηρήσει ο Σερζ Ντανέ, «ως προς τη γαλλική κοινωνία ο Ρομέρ ήταν ο πιο κατάλληλος άνθρωπος για να παρακολουθήσει -με την παιγνιώδη ενδελέχεια των μεγάλων διεστραμμένων- την εξέλιξη των μεσοαστικών τάξεων και τη μετ’ εμποδίων επικράτηση των ηθών και των αξιών τους. Δεδομένου ότι δεν συμμεριζόταν τις αξίες τους και αδυνατούσε να τις επικροτήσει, έκανε κάτι πρωτόγνωρο: τις εξέθεσε σε δημόσια θέα».

Απόγονος ενός σημαντικότατου κινήματος θρησκευόμενων κινηματογραφιστών και κινηματογραφόφιλων, από τον Αντρέ Μπαζέν μέχρι τον Ρομπέρ Μπρεσόν, ο Ερίκ Ρομέρ υιοθετεί μια παρατακτική (πιο σωστά θα έπρεπε να πούμε προσθετική) αφήγηση, με καταγωγή σαφώς λογοτεχνική, σε αντιδιαστολή με μια περίπλοκη δόμηση του χωρόχρονου (όπως π.χ. στις ταινίες του Γκοντάρ).

ΚΩΣΤΑΣ ΤΕΡΖΗΣ

Advertisements

1 σχόλιο

Filed under obit

Ουσμάν Σεμπένε

Πέθανε σε ηλικία 84 ετών στις 9 Ιουνίου, ο Ουσμάν Σεμπένε, πρωτοπόρος
σκηνοθέτης του αφρικανικού κινηματογράφου, για πολλούς ο «πατέρας» του
κινηματογράφου της Μαύρης Ηπείρου, γεννημένος στη Σενεγάλη. Γιος ψαρά,
γεννημένος σε ένα χωριό την Πρωτοχρονιά του 1923, αποβλήθηκε από το
αποικιακό σχολείο όπου είχε σταλεί μικρός γιατί χτύπησε τον Γάλλο
δάσκαλό του. Στάλθηκε τότε στους συγγενείς του πατέρα του, στην
πρωτεύουσα της Σενεγάλης, το Ντακάρ, όπου εργάστηκε σε αμέτρητες
δουλειές, ενώ κάθε βράδυ επισκεπτόταν τον κινηματογράφο. Το 1944,
έχοντας τη γαλλική υπηκοότητα, κλήθηκε στον γαλλικό στρατό, ενώ μετά
την αποστράτευση επέστρεψε στο Ντακάρ, το οποίο εκείνη την εποχή
μαστιζόταν από την ανεργία. Αποφάσισε τότε να μεταναστεύσει στη
Γαλλία, στη Μασσαλία, όπου εργάστηκε για δέκα χρόνια ως λιμενεργάτης,
εκδίδοντας μάλιστα στα 1956 το μυθιστόρημά του «Ο μαύρος
λιμενεργάτης», βασιζόμενο στα γεγονότα μιας απεργίας στο λιμάνι της
Μασσαλίας, στην οποία συμμετείχε. Επέστρεψε στη Σενεγάλη το 1960, με
την ανεξαρτητοποίηση της χώρας, έχοντας τη φιλοδοξία να γυρίσει
ταινίες για το αγροτικό, αναλφάβητο κοινό της πατρίδας του.
Εκμεταλλεύτηκε μια υποτροφία και σπούδασε κινηματογράφο στη Μόσχα, στο
κινηματογραφικό ινστιτούτο Γκόρκι, με δάσκαλο τον Μαρκ Ντονσκόι.
Στα 1966 γυρίζει την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους με υπόθεση «Le
Noire de…», ιστορία μιας Αφρικανίδας που δουλεύει ως υπηρέτρια στην
Αντίμπ. Γυρισμένη σε άσπρο μαύρο, η ταινία αυτή σηματοδοτεί μια
ιστορική καμπή: είναι η πρώτη αφρικανική παραγωγή, μεγάλου μήκους με
υπόθεση, που έχει σκηνοθετηθεί από έναν Αφρικανό. Ακολούθησε, δύο
χρόνια αργότερα, «Το έμβασμα», που τιμήθηκε με ειδικό βραβείο της
κριτικής επιτροπής στο Φεστιβάλ Βενετίας και του άνοιξε το δρόμο για
τη διεθνή αναγνώριση. Τα θέματα των ταινιών του, στα οποία επανέρχεται
διαρκώς, είναι η καταγγελία της παλιάς αλλά και της «νέας»
αποικιοκρατίας, καθώς και της νέας άρχουσας τάξης της αφρικανικής
κοινωνίας, που στηρίζεται στη θρησκεία και στους μηχανισμούς του
καπιταλισμού. Στην ταινία του «Ceddo» του 1976 ο Σεμπένε παρουσιάζει
τη σύγκρουση ανάμεσα στις αφρικανικές παραδόσεις και τις «εισαγόμενες»
χριστιανικές-μουσουλμανικές αντιλήψεις με δραματικό τρόπο, με
αποτέλεσμα το φιλμ να απαγορευτεί για πολλά χρόνια από την κυβέρνηση
της Σενεγάλης.
Ωστόσο, σύμφωνα με την ιστορικό του κινηματογράφου Laura Mulvay, «ο
Σεμπένε περισσότερο ενδιαφέρεται να βρει μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα
στην αφρικανική και τη δυτική κουλτούρα παρά διακατέχεται από μια ‘μη
κριτική’ νοσταλγία για την ‘αγνή’, προ-αποικιοκρατική αφρικανική
κουλτούρα».

Σχολιάστε

Filed under obit, Uncategorized