Ο διεθνής «Αστακός» του Λάνθιμου: Μια παραβολή για την αναγκαιότητα της αγάπης

IMG_2135.CR2

Κόλιν Φάρελ, Ρέιτσελ Βάις, «The Lobster»

ΚΑΝΝΕΣ, ΑΠΟΣΤΟΛΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΤΕΡΖΗΣ

Αναρωτιέμαι εάν η κρίση έφτασε και στις Κάννες, βλέποντας τις αφίσες για το «Δείπνο των 5.000», όπως ονομάστηκε η δωρεάν διανομή φαγητού για 5.000 άτομα την ερχόμενη Τετάρτη. Πρόκειται κυρίως για φρούτα και λαχανικά που προορίζονταν για απόσυρση και με πρωτοβουλία της Γαλλίδας συγγραφέως Μπενεντίκτ Μαρτέν και της μη κυβερνητικής οργάνωσης Feedback θα διατεθούν σαν μερίδες φαγητού σε πέντε χιλιάδες άτομα. Γιατί οι Κάννες δεν μόνο κόκκινα χαλιά, χολιγουντιανή λάμψη και διασημότητες: Όπως σχεδόν σε όλες τις γαλλικές πόλεις, υπάρχει κι εδώ το «καρτιέ» με την αφρικανική και αραβόφωνη κοινότητα, που βρίσκεται βέβαια μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Ο αστακός, η νέα ταινία του Γιώργου Λάνθιμου που συμμετέχει στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα των Καννών και προβλήθηκε την Παρασκευή, αναφέρεται σε μια δυστοπική κοινωνία, όχι πολύ μακρινή από τη σημερινή, που όμως έχει χώρο μόνο για ζευγάρια. Οι άνθρωποι «πρέπει» να ζουν σαν ζευγάρια, όχι μόνοι. Η ταινία είναι συμπαραγωγή Ιρλανδίας, Βρετανίας, Ελλάδας, Γαλλίας και Ολλανδίας. Το 2009 ο Λάνθιμος συμμετείχε με τον Κυνόδοντα στο «Ένα κάποιο βλέμμα» των Καννών αποσπώντας το Μεγάλο Βραβείο της κριτικής επιτροπής. Όπως και στον Κυνόδοντα, και στον Αστακό τα πρόσωπα της ταινίας υπόκεινται σε έναν ξεκάθαρο πειθαναγκασμό, εδώ με την αμείλικτη υποχρέωση να βρουν σύντροφο… Γι’ αυτόν τον σκοπό οι μοναχικοί συλλαμβάνονται και μεταφέρονται σε ένα απομονωμένο ξενοδοχείο. Εκεί είναι υποχρεωμένοι να βρουν έναν ταιριαστό σύντροφο μέσα σε 45 μέρες. Αν αποτύχουν, τους μεταμορφώνουν σε ένα ζώο της επιλογής τους και τους αφήνουν στο κοντινό δάσος…
Ο Κόλιν Φάρελ είναι ένας αρχιτέκτονας που η γυναίκα του τον εγκατέλειψε, μετά από 11 χρόνια γάμου, και οδηγείται στο ξενοδοχείο. Παρ’ ότι θα προσπαθήσει σκληρά να βρει σύντροφο εκεί μέσα, ακόμη και πλησιάζοντας τη «γυναίκα χωρίς καρδιά» (Αγγελική Παπούλια), δεν θα τα καταφέρει και, προτού τον μεταμορφώσουν σε αστακό, που είναι το ζώο της επιλογής του, θα αποφασίσει να το σκάσει στο δάσος. Εκεί ζουν οι «μοναχικοί», μονίμως κυνηγημένοι από τους ένοικους του ξενοδοχείου, που κάθε τόσο βγαίνουν για κυνήγι στο δάσος. Χτυπούν τους «μοναχικούς» με αναισθητικά βέλη, και έτσι αναίσθητους τούς κουβαλούν στο ξενοδοχείο για να υποβληθούν στην τιμωρία της μεταμόρφωσης σε ζώο που προσπάθησαν να αποφύγουν. Για κάθε «μοναχικό» που θα καταφέρει να χτυπήσει ο έγκλειστος, κερδίζει «μπόνους» χρόνο που παρατείνει τη διαμονή του στο ξενοδοχείο μέχρι να καταφέρει να βρει το πολυπόθητο ταίρι. Από τη μια μεριά, ο στόχος για τους έγκλειστους στο ξενοδοχείο είναι το ζευγάρωμα – «παρακολουθούμε τα νέα ζευγάρια κατά το πρώτο διάστημα, αν δούμε ότι εμφανίζεται πρόβλημα στη σχέση τους, τους δίνουμε κι ένα παιδί. Αυτό συνήθως φέρνει αποτέλεσμα», λέει η φοβερή διευθύντρια του ξενοδοχείου. Στην «αντίπαλη» κοινότητα, των «μοναχικών» του δάσους, οι αισθηματικές σχέσεις μεταξύ τους απαγορεύονται με τον πιο αυστηρό τρόπο – σαν μια κολεκτίβα πουριτανών επαναστατών, που θέλει πάση θυσία να μη διακινδυνεύσει τη συνοχή της ομάδας… Υπάρχει βέβαια κι ένας «τρίτος κόσμος», ο κόσμος της πόλης, για τον οποίο η ταινία δεν μας λέει σχεδόν τίποτε, παρά μόνο ότι εκεί έχουν τεθεί «εκτός νόμου» και μόνο κρυφά μπορούν να επισκέπτονται τους φίλους και γνωστούς και να παίρνουν προμήθειες…
Κάποιοι έσπευσαν να πουν ότι η νέα ταινία του Λάνθιμου ανοίγεται σε σουρεαλιστικά μονοπάτια, ότι αυτή τη φορά βλέπουν επιρροές από Μπουνιουέλ κ.λπ. Είναι αλήθεια ότι η σκηνοθετική βιρτουοζιτέ του Λάνθιμου λειτουργεί καλύτερα στο κομμάτι της ταινίας που αφορά το ξενοδοχείο, με άλλα λόγια σε συνθήκες εγκλεισμού, παρά στον ανοιχτό χώρο του δάσους με τους κρυμμένους «μοναχικούς». Εκεί το στυλιζάρισμα του Λάνθιμου, τόσο με τις γωνίες της κάμερας όσο και με τη γνώριμη πια «ακαμψία» των ηθοποιών, μοιάζει λιγότερο αποτελεσματικό. Ο θεατής θα ήθελε μια κλιμάκωση, αλλά το σενάριο είναι πολύ φειδωλό σε τέτοιες στρατηγικές, επιμένοντας στις «μικρές», χαμηλόφωνες χειρονομίες των χαρακτήρων, που θα προσπαθήσουν να αντιμετωπίσουν το παράλογο, τον κυνισμό, με μια «επανεφεύρεση» των συναισθημάτων…
Το σάουντρακ της ταινίας κυμαίνεται από τον Νικ Κέιβ («Do you know where the wild roses grow, so sweet and scarlet and free?») μέχρι τον Στραβίνσκι και τον Σοστακόβιτς αλλά και τον Τώνη Μαρούδα (το τραγούδι που κλείνει την ταινία είναι το ντουέτο που είχε κάνει με την Σοφία Λόρεν στο «Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη;»).
Στη συνέντευξη Τύπου, ο Γιώργος Λάνθιμος ήταν μάλλον εξαιρετικά λακωνικός στο να δώσει «κλειδιά» για την προσέγγιση της ταινίας του: «Με τον συν-σεναριογράφο Ευθύμη Φιλίππου συζητάμε για πολλά πράγματα, κι εδώ ενδιαφερθήκαμε για τις ανθρώπινες σχέσεις, κάτι που έχουμε κάνει και στο παρελθόν βέβαια, αλλά ίσως αυτή την φορά με πιο ρομαντικό τρόπο….». Οι ηθοποιοί του, που ήταν δίπλα του στη συνέντευξη Τύπου, εξέφρασαν τη χαρά τους που συμμετείχαν στη συγκεκριμένη ταινία, ιδιαίτερα ο Κόλιν Φάρελ, που ανέφερε ότι εντυπωσιάστηκε διαβάζοντας το σενάριο, και το χαρακτήρισε «μακράν ένα από πιο αντισυμβατικά που έχει διαβάσει ποτέ στη ζωή του». Η Ρέιτσελ Βάις δήλωσε ότι «καθηλώθηκε» βλέποντας στην οθόνη τον Κυνόδοντα και ήθελε πάση θυσία να βρεθεί στο «σύμπαν του Λάνθιμου». Η Λεά Σεντού, που παίζει την αρχηγό των «μοναχικών» του δάσους, είπε πώς όταν διάβασε το σενάριο το βρήκε «μοναδικό, πρωτότυπο, με μια κινηματογραφική γλώσσα πολύ ιδιαίτερη, ένα αλλιώτικο σύμπαν. Μ’ αρέσει αυτό που λέει για τις ανθρώπινες σχέσεις και τον παραλογισμό του δικού μας σύμπαντος… Ο τρόπος που δουλεύει με τους ηθοποιούς του, μου έφερε στο μυαλό τον Μπρεσόν».
Ο Λάνθιμος δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο επιστροφής του στην Ελλάδα αλλά είπε ότι κινηματογραφικά οι επιλογές είναι περισσότερες στην Αγγλία, «μπορώ να κάνω πράγματα στον κινηματογράφο που δεν θα μπορούσα να τα κάνω στην Ελλάδα».
Στις Κάννες βρίσκεται και ο Κώστας Γαβράς, που φέτος είναι το τιμώμενο πρόσωπο του τμήματος «Cannes Classics», το οποίο θα προβάλει την κλασική πλέον ταινία του Ζ σε ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια, παρουσία και του αναπληρωτή υπουργού Πολιτισμού Νίκου Ξυδάκη, αύριο Δευτέρα.
Ακόμη, ο Πάνος Χ. Κούτρας συμμετέχει φέτος ως μέλος της κριτικής επιτροπής του τμήματος «Ένα κάποιο βλέμμα». Πέρυσι, στο πλαίσιο του ίδιου αυτού τμήματος είχε προβληθεί η ταινία του Xenia.

Σχολιάστε

Filed under festivals

Ενας Ιρανός που «επιστρέφει» στο Παρίσι, εντυπωσιάζει τις Κάννες

cannes17-pic1.the past
«Το Παρελθόν», του Ασγκάρ Φαραντί

ΚΑΝΝΕΣ, ΑΠΟΣΤΟΛΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΤΕΡΖΗΣ
H νέα ταινία του Ασγκάρ Φαραντί «Το Παρελθόν», γυρισμένη στη Γαλλία, κυριάρχησε στο χθεσινό πρόγραμμα του Φεστιβάλ των Καννών. Η ιστορία που αφηγείται ο σκηνοθέτης του «Χωρισμού» είναι φαινομενικά απλή: Ο Ιρανός Αχμάντ φτάνει στο Παρίσι από την Τεχεράνη για να «τακτοποιήσει» εκκρεμότητες του παρελθόντος. Τέσσερα χρόνια νωρίτερα είχε χωρίσει με τη γυναίκα του Μαρί, και τώρα επιστρέφει για να υπογράψει τα χαρτιά του διαζυγίου. Εκείνη τον προσκαλεί να μείνει στο σπίτι όπου ζούσαν, και όχι σε ξενοδοχείο. Ευκαιρία για εκείνον να ξανασυναντήσει τις δύο της κόρες από προηγούμενη σχέση, τις οποίες γνωρίζει καλά, αν και τώρα στο σπίτι υπάρχουν και νέα πρόσωπα, ο τωρινός σύντροφος της Μαρί, ο Σαμίρ, μαζί με τον μικρό γιο του. Ο Φαραντί ξεδιπλώνει βήμα βήμα ένα περίπλοκο σενάριο με εξαιρετικά σύνθετους χαρακτήρες, που δεν είναι καθόλου προβλέψιμοι, χωρίς ωστόσο η αφήγησή του να «χάνει» σε αμεσότητα. Η παρουσία του Αχμάντ στο σπίτι αποδεικνύεται καταλυτική, όλοι δείχνουν να θέλουν να απεμπλακούν από το παρελθόν αλλά τα μυστικά που κρύβονται κάτω από την επιφάνεια των σχέσεων θα βρεθούν ξανά στο επίκεντρο. Ο Φαραντί διαθέτει μια σχεδόν φιλοσοφική ενατένιση της πολυπλοκότητας της ανθρώπινης ύπαρξης όμως αυτό δεν σημαίνει καθόλου πως οι ήρωές του δεν υποφέρουν, δεν συγκρούονται, δεν βασανίζονται από ενοχές. Εστω και αν προς το τέλος η ταινία ξεστρατίζει, με μια «αστυνομική» πλοκή που δεν ταιριάζει στα όσα προγήθηκαν, πολλοί εδώ στις Κάννες θεωρούν ότι ο Φαραντί έθεσε ήδη υποψηφιότητα για τον Χρυσό Φοίνικα.

Από την Κίνα έρχεται το «A Touch of Sin», του Ζία Ζανγκέ, μία «σπονδυλωτή» ταινία με τέσσερις ιστορίες που ανιχνεύουν τις δραματικές αλλαγές στην κοινωνία της τεράστιας αυτής χώρας. Σενάριο βασισμένο σε αληθινά περιστατικά, σε διαφορετικές περιοχές της Κίνας, με κοινό παρονομαστή τη βία, που μοιάζει να είναι το τίμημα της ραγδαίας οικονομικής εξέλιξης: Από τον «παρία» μιας βιομηχανικής κωμόπολης που καταγγέλλει, μόνος αυτός, τους τοπικούς παράγοντες για το χαριστικό ξεπούλημα του συνεταιριστικού εγοστασίου σε ιδιώτη, μέχρι τη νεαρή ρεσεψιονίστ σε σάουνα, που η αντίδρασή της όταν κάποιοι πελάτες προσπαθήσουν να τη βιάσουν, θα οδηγήσει σε λουτρό αίματος

Σχολιάστε

Filed under festivals

Μετά τον «Υπέροχο Γκάτσμπι», κατακλυσμός στην Κρουαζέτ!

heli

«Heli» του Αμάτ Εσκαλάντε

ΚΑΝΝΕΣ, ΑΠΟΣΤΟΛΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΤΕΡΖΗΣ
Ανοιξαν οι καταρράκτες του ουρανού εδώ στις Κάννες, στην πρεμιέρα του φεστιβάλ με τον «Υπέροχο Γκάτσμπυ», και τους σταρ απτόητους να παρελαύνουν στο κόκκινο χαλί κάτω από ομπρέλες, ποζάροντας στα φλας των εκατοντάδων φωτογράφων. Υπό βροχή επίσης, αλλά χωρίς τη λάμψη των πρωταγωνιστών, θεατές και δημοσιογράφοι στριμώχνονται στις τεράστιες ουρές, διεκδικώντας μια θέση στις αίθουσες. «Είναι δεδομένο ότι οι ταινίες ανταγωνίζονται μεταξύ τους, έστω και μόνο για την προσοχή του κοινού», μας είπε ο πρόεδρος της φετινής κριτικής επιτροπής, Στίβεν Σπίλμπεργκ. «Κάποιες ταινίες αναζητούν συγκεκριμένο κοινό, για παράδειγμα ένα φιλμ που θέλει να φέρει κόσμο στις αίθουσες δεν μπορεί να συγκριθεί με ένα άλλο που φιλοδοξεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις κινηματογράφο». Την κριτική επιτροπή του διαγωνιστικού τμήματος συμπληρώνουν η Αυστραλέζα ηθοποιός Νικόλ Κίντμαν, ο Ρουμάνος σκηνοθέτης Κριστιάν Μουντζίου, ο Γάλλος ηθοποιός και σκηνοθέτης Ντανιέλ Οτέιγ, η Σκωτσέζα σκηνοθέτρια Λιν Ράμσεϊ, ο σκηνοθέτης Ανγκ Λι από την Ταϊβάν, ο Αυστριακός ηθοποιός Κρίστοφ Βαλτς, η Γιαπωνέζα σκηνοθέτρια Ναόμι Καβάσε και η Ινδή ηθοποιός Βίντια Μπαλάν.
Η πρώτη ταινία του διαγωνιστικού, το «Heli» του Μεξικανού Αμάτ Εσκαλάντε (γεννημένος το 1979), αν και δεν ενθουσίασε, συνδυάζει το «αγγελοπουλικό» βλέμμα της σκηνοθετικής αποστασιοποίησης με μια εξαιρετικά βίαιη ιστορία, τοποθετημένη σε μια «γυμνή» μεξικανική επαρχία, όπου κυριαρχούν οι άδειοι χώροι. Η ταινία ξεκινά με την εικόνα ενός ματωμένου προσώπου κάποιου ημιθανούς άντρα, στην καρότσα ενός μικρού φορτηγού που τρέχει σε άδειους δρόμους. Οι άγνωστοι που οδηγούν , θα τον κρεμάσουν τελικά σε μια πεζογέφυρα, στοχεύοντας φανερό στον «παραδειγματισμό», και θα εξαφανιστούν. Είναι η κατάληξη της ιστορίας που θα παρακολουθήσουμε στην συνέχεια, με τον Ελι του τίτλου να είναι ένας νεαρός εργάτης σε κοντινό εργοστάσιο αυτοκινήτων. Ζει με τη γυναίκα του και το μωρό τους, τον πατέρα του και την δωδεκάχρονη αδελφή του Εστέλα. Η μικρή ζει τον πρώτο της έρωτα, με έναν νεαρό εκπαιδευόμενο αστυνομικό από τη γειτονική σχολή, σχεδιάζουν να παντρευτούν και να φύγουν μακριά από αυτόν τον νεκρό, άγονο τόπο. Αλλά ο «πλάγιος» τρόπος που θα επιλέξουν για να κάνουν πραγματικότητα το όνειρό τους, θα τους φέρει αντιμέτωπους με την ανελέητη τοπική συμμορία που διακινεί ναρκωτικά…

«The Bling Ring» ονομάζεται η νέα ταινία της Σοφίας Κόπολα, που σίγουρα δεν έχει ξεχάσει ακόμη τις (άδικες) αποδοκιμασίες όταν παρουσίασε εδώ στις Κάννες την «Μαρία Αντουανέτα» της, το 2006. Στην τελευταία της ταινία, αφηγείται την πραγματική ιστορία μιας παρέας γυμνασιόπαιδων του Λος Αντζελες, που θέλοντας να οικειοποιηθούν κάτι από τη λάμψη και τον πλούτο των διασημοτήτων του Χόλιγουντ, έμπαιναν στα σπίτια τους κλέβοντας ό,τι λάμπει (bling). Και το έκαναν με το πιο απλό σύστημα που μπορεί να φανταστεί κανείς: Γκουγκλάροντας τις διευθύνσεις των σταρ, έβρισκαν τα σπίτια που τους ενδιέφεραν και κατάφερναν να μπουν μέσα, αφού πάντα κάποια πόρτα ήταν ξεκλείδωτη. Αρπαζαν ρούχα, παπούτσια, κοσμήματα, «απαλλοτρίωναν» το φανταχτερό πλούτο που ένα ολόκληρο σύστημα διαφημίζει υστερικά, κι όλα αυτά από τον Οκτώβριο του 2008 μέχρι τον Αύγουστο του 2009, οπότε και τους τσάκωσαν…

Σχολιάστε

Filed under festivals

Βασίλης Λουλές: «Να ξαναφτιάξουμε μια Ελλάδα της αλληλεγγύης, της ανοχής στο διαφορετικό»

filia%20eis%20ta%20paidia_high

Τα πέντε παιδιά που σώθηκαν στην Κατοχή, στην αφίσα της ταινίας (από αριστερά): Σήφης Βεντούρας, Ροζίνα Πάρδο (νυν Ασσέρ), Μάριος Σούσης,Ευτυχία Ναχμία (νυν Νάχμαν), Σέλλυ Κοέν (νυν Κούνιο).

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΤΕΡΖΗ

Συνεχίζεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος στην Αθήνα αλλά και στην αίθουσα «Παύλος Ζάννας» στη Θεσσαλονίκη η προβολή του βραβευμένου ντοκιμαντέρ του Βασίλη Λουλέ «Φιλιά εις τα παιδιά», που παρουσιάζει τη μυθιστορηματική διάσωση κατά τη διάρκεια της Κατοχής πέντε παιδιών Εβραίων της Ελλάδας. Ο Λουλές με υλικό τα «μικρά», καθημερινά στοιχεία της επιβίωσης φέρνει στο επίκεντρο τη σημασία της ανθρώπινης επαφής και ταυτόχρονα νοηματοδοτεί εκ νέου την πρόσφατη ελληνική Ιστορία.

* Ποιο ήταν το αρχικό ερέθισμα, το έναυσμα για να γυρίσεις μια ταινία για τα Εβραιόπουλα της Κατοχής στην Ελλάδα, μια ταινία στην οποία αφιέρωσες πέντε χρόνια δουλειάς;

Το 2005 διάβασα μια μικρή είδηση σε εφημερίδα για μια έκθεση του Εβραϊκού Μουσείου Ελλάδος, με μαρτυρίες και ντοκουμέντα “κρυμμένων παιδιών”, μια συλλογή με ιστορίες Ελλήνων Εβραίων που ήταν παιδιά ηλικίας 5-10 ετών στα χρόνια της Κατοχής. Ήταν ωστόσο μια εντελώς προσωπική ανάγκη εκείνη την εποχή που μʼ έκανε να σταθώ σε αυτήν την πληροφορία: Μόλις είχα γίνει πατέρας κι αναρωτήθηκα πώς βιώνει τον χρόνο ένα παιδί που αναγκάζεται να κρύβεται για να σωθεί. Πώς είναι η καθημερινότητά του, τα παιχνίδια του, με ποιον τρόπο ξεχνιέται, πώς πείθεται να σιωπά, πώς βλέπει τον έξω κόσμο -στον οποίο «παραμονεύει ο θάνατος»… Συνάντησα αρκετά πρόσωπα και μίλησα πολύ μαζί τους πριν επιλέξω τους πέντε ανθρώπους, με ενδιέφερε μια ταινία «για την παιδική ηλικία στη σκιά του Ολοκαυτώματος”. Αυτοί οι πέντε υπέροχοι άνθρωποι που με εμπιστεύτηκαν βυθίστηκαν σʼ ένα μεγάλο ταξίδι στη μνήμη, που έκρυβε πόνο, στιγμές αγωνίας, ανάσες χαράς και ξεγνοιασιάς στην αγκαλιά των ξένων που τα έσωσαν… Αυτοί οι ηλικιωμένοι, σήμερα, άνθρωποι μπορεί να μιλούν στον κινηματογραφικό φακό, αλλά στην πραγματικότητα συνδιαλέγονται με τον παιδικό τους εαυτό…

* Και πού «ακουμπά», πώς συνδέεται η ταινία σου με τη σημερινή Ελλάδα της κρίσης;

Αν υπάρχει κάτι που συνδέει την ταινία με την τωρινή κρίση, είναι νομίζω η ανάγκη να ξαναβρούμε ή να ξαναφτιάξουμε μια Ελλάδα της περηφάνιας, της αλληλεγγύης, της αυταπάρνησης και της ανοχής στο διαφορετικό. Όλες αυτές τις αξίες που οι γενναίοι εκείνοι άνθρωποι (χριστιανοί, άθρησκοι, αντιστασιακοί ή απλοί άνθρωποι) κατάφεραν να διασώσουν σώζοντας ζωές Εβραίων ή άλλων κυνηγημένων.

* Αυτοί οι άνθρωποι, πέρα από τον αφανισμό της κοινότητάς τους, τη φυσική εξόντωση, υπέστησαν και τον αφανισμό της μνήμης, εκτοπίστηκαν πλήρως από την παράδοση, τη μνήμη της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, σαν να μην υπήρξαν ποτέ… Τι μπορεί να κάνει ο κινηματογράφος και η τέχνη γενικότερα γι’ αυτό; Πέντε προσωπικές περιπτώσεις «μετράνε» στη ζυγαριά του θεατή για λογαριασμό των 13.000 παιδιών Ελλήνων Εβραίων που χάθηκαν στην Κατοχή;

Νομίζω ότι τα πέντε «παιδιά» που γλίτωσαν από τα στρατόπεδα του θανάτου μιλάνε και για λογαριασμό και των χιλιάδων άλλων παιδιών που χάθηκαν. Το νιώθουν και οι ίδιοι αυτό έτσι ακριβώς. Ξαναζωντανεύουν όχι μόνο οι προσωπικές τους ιστορίες των παιδικών χρόνων, αλλά «ξανακούγονται» οι φωνούλες και των άλλων παιδιών, αποκαλύπτεται και -το σκεπασμένο από τον χρόνο- ίχνος της σύντομης ζωής τους πάνω στη γη. Από τις αγαπημένες μου στιγμές στην ταινία είναι όταν ξαναβλέπω τα ερασιτεχνικά φιλμάκια των εβραϊκών οικογενειών της Ευρώπης πριν τον πόλεμο. Φιλμάκια που ανακαλύψαμε μετά από πολύ μεγάλη έρευνα και παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Βρέθηκαν στο United States Holocaust Memorial Museum, που μας τα παραχώρησε δωρεάν. Βλέποντας ξανά και ξανά τις εικόνες των παιδιών που παίζουν ανέμελα μπρος στον φακό, ανυποψίαστα για την τραγική μοίρα που τα περιμένει, αισθάνομαι απέραντη θλίψη και πικρία, αλλά την ίδια στιγμή και μια παρήγορη περηφάνια, διότι συνειδητοποιώ ότι -χάρη στην εφεύρεση του κινηματογράφου κατʼ αρχήν, και χάρη στη συγκεκριμένη ταινία κατά δεύτερο λόγο- οι μορφές τους, τα παιχνίδια, οι γκριμάτσες και οι υπέροχες σαχλαμάρες τους δεν χάθηκαν για πάντα. Γιατί, δυστυχώς, όπως λέει και μια αφηγήτρια στην ταινία, αναφερόμενη στις μορφές των φίλων, συγγενών και γειτόνων της που χάθηκαν: «όσοι δεν έχω φωτογραφία τους, σβήνονται…».

* Ένα από τα τότε παιδιά-επιζώντες, η Ροζίνα Πάρδο, λέει κάποια στιγμή στην ταινία: «Έχω απαλλαγεί πια από το μίσος. Μισώ μόνον αυτούς που πάνε να μιμηθούν εκείνους…». Όταν ξεκινούσες, πριν πέντε χρόνια, δεν είχαμε στην Ελλάδα την εκλογική εκτόξευση της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής. Τι «απαντάς» εσύ ως δημιουργός σε αυτούς τους ανθρώπους αλλά και όσους τους ψηφίζουν;

Απέναντι στους απλούς ψηφοφόρους τους χρειάζεται δουλειά για να αποκαλυφθούν μπροστά στα μάτια τους οι θηριωδίες του παρελθόντος και οι προσωπικές τραγωδίες που έζησαν εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο, ακόμα κι αυτοί που ήταν με την πλευρά των Γερμανών. Αντίθετα, απέναντι στους συνειδητούς αρνητές του Ολοκαυτώματος χρειάζεται σκληρή στάση και μόνον, καμιά υποχώρηση ή ανοχή.

* Η Ευτυχία Νάχμαν, λέει σε κάποια στιγμή στην ταινία: «Μετά την απελευθέρωση εμφανίστηκαν διάφοροι που δεν είχαν καμιά σχέση με τη σωτηρία μας, να διεκδικήσουν κάτι… Όσοι πραγματικά μάς βοήθησαν ούτε ζήτησαν κάτι ούτε μίλησαν για την περίοδο εκείνη…». Ωστόσο, υπάρχει και η «υλικότητα» αυτών των ιστοριών…

Μέσα από τις αφηγήσεις των χαρακτήρων μου συνάντησα τους υπέροχους και γενναίους σωτήρες τους, χριστιανούς και μη, στρατευμένους στην Αντίσταση, με την Αριστερά ή με τη Δεξιά… Ήταν άνθρωποι που ρίσκαραν τη ζωή τη δική τους και των οικογενειών τους, προκειμένου να σώσουν τους «άλλους», τους αλλόθρησκους Εβραίους. Άνθρωποι που στο όνομα της προστασίας ενός Εβραίου ένιωσαν ότι έκαναν προσωπική αντίσταση στους Γερμανούς. Άνθρωποι σπάνιου ήθους και αξιοπρέπειας. Φυσικά υπήρξαν και προδότες, άνθρωποι που κατέδιδαν κυνηγημένους. Δεν αποκλείεται καθόλου να υπήρξαν και πολλές περιπτώσεις που κάποιοι έκρυψαν Εβραίους με χρηματικό αντίτιμο. Σε εποχές πείνας τα πάντα μπορούν να συμβούν, είναι αναμενόμενο. Ωστόσο, εγώ προτιμώ να θυμάμαι την Ελλάδα της αλληλεγγύης και της αυτοθυσίας.

Σχολιάστε

Filed under συνεντεύξεις

Γιώργος Ζώης: «Είναι πολύ εύκολο να κερδοσκοπήσεις πάνω στη φωτογένεια της κρίσης»

yorgos zois close up

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΤΕΡΖΗ

Ο Γιώργος Ζώης είναι χειμαρρώδης καθώς μιλά απέναντί μου, λίγες ώρες προτού πετάξει για το Φεστιβάλ Βενετίας (όπου το Σάββατο το βράδυ απέσπασε το βραβείο European Film Awards 2012 για τη μικρού μήκους ταινία του «Τίτλοι τέλους»), όμως ταυτόχρονα είναι σαφής και ουσιώδης. Δύο χρόνια πριν, συμμετείχε και πάλι στη βενετσιάνικη Μόστρα με το «Casus Belli», την πρώτη του κινηματογραφική δουλειά, μια ευθύβολη κινηματογραφική ματιά που αποτυπώνει με οικονομία μέσων και πολιτική οξυδέρκεια την εικόνα της κρίσης, εστιάζοντας σε μια παράδοξη αλλά συνάμα ρεαλιστική ουρά αναμονής ανθρώπων στο “πουθενά”… Η ταινία απέσπασε εγκωμιαστικά σχόλια τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, προβλήθηκε στις αίθουσες της Γαλλίας και της Ελβετίας και σε περισσότερα από πενήντα φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο, αποσπώντας πλήθος βραβείων. Φέτος, ο Γιώργος Ζώης επιστρέφει στη Βενετία με τους «Τίτλους τέλους”.

Με σπουδές Μαθηματικών και Αστροφυσικής, πώς βρέθηκες στο σινεμά;

Είχα έναν καθηγητή στο φροντιστήριο, όταν ήμουν στο Λύκειο, που μας έδινε να δούμε ταινίες, θυμάμαι μας είχε δώσει το «Μίσος» του Κασοβίτς, ταινίες του Αγγελόπουλου… Οταν πέρασα στο Πολυτεχνείο, είπα δεν πάω και στου Σταυράκου να δω τι γίνεται; Θυμάμαι είχα δώσει στον εαυτό μου διορία μέχρι τα Χριστούγεννα για να αποφασίσω τι θα κάνω. Τελειώνοντας το Πολυτεχνείο είχα την επιλογή είτε να πάω στο «Δημόκριτο» είτε στο Βερολίνο για σπουδές κινηματογράφου, με υποτροφία του ιδρύματος Γουλανδρή. Προτίμησα το Βερολίνο.

Τι σχέση έχουν τα μαθηματικά με τον κινηματογράφο;

Ε, πώς δεν έχουν σχέση. Τα μαθηματικά είναι μια γλώσσα, όπως και ο κινηματογράφος… Εχω την άποψη ότι οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες δουλεύουν με επιστημονικό τρόπο, γιατί έχουν δημιουργήσει τη δική τους θεωρία και ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν, όπως αντίστοιχα οι μεγάλοι επιστήμονες έχουν μια καλλιτεχνική ματιά, γιατί ξέρουν ότι πρέπει να δημιουργήσουν κάτι… Τα μαθηματικά είναι ρυθμός, όπως και το σινεμά. Οι σπουδές μου με έχουν βοηθήσει πολύ, έχω μια επίμονη σχέση με τη συμμετρία, τη σύνθεση του κάδρου, μια μαθηματική ψύχωση…

Τι είναι οι «Τίτλοι τέλους», η ταινία που παρουσιάζεις στη Βενετία;

Είναι μια ταινία για την κατάρρευση, την απώλεια, γι`αυτό που ζούμε έξω και βιώνουμε μέσα μας. Η κεντρική ιδέα της ταινίας είναι η εικόνα των άδειων διαφημιστικών πινακίδων και ξεκίνησε από τις συζητήσεις με την Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου. Για μένα είναι το τέλος μιας ολόκληρης εποχής, σε όλα τα επίπεδα. Η ταινία ξεκινάει με μια διαφημιστική πινακίδα που από πάνω της έχει το όνομα της εταιρείας των πινακίδων: REMEDY (θεραπεία). Η δημιουργία αυτής της ταινίας για μένα λειτούργησε ακριβώς με αυτό τον τρόπο: θεραπευτικά. Και θεωρώ ότι η εικόνα του άδειου κάδρου είναι τρομαχτικά ισχυρή, εμένα με στοίχειωσε… Νομίζω ότι αυτά τα άδεια κάδρα σηματοδοτούν την ύπαρξή μας, έχουμε κενό προτάσεων, κενό ψυχισμού, μαζική αδράνεια. Οι άδειες διαφημιστικές πινακίδες είναι τα σύγχρονα μνημεία μας…

Αυτή τη στιγμή ετοιμάζεις ταυτόχρονα και την πρώτη σου μεγάλου μήκους ταινία…

Η ταινία έχει προγραμματιστεί να γυριστεί το επόμενο καλοκαίρι. Το σενάριο είχε πάρει το βραβείο ανάπτυξης από το Γαλλικό Κέντρο Κινηματογράφου και τώρα ετοιμαζόμαστε να πάμε στο Τορίνο για την πλατφόρμα χρημοδότησης Torino Film Lab, όπου τα καλύτερα σενάρια μοιράζονται συνολικά 500.000 ευρώ. Ο τίτλος είναι «Stage Fright», που σημαίνει το άγχος του ηθοποιού πάνω στην σκηνή, αλλά ο όρος προέρχεται από την ψυχιατρική και δηλώνει τον φόβο της έκθεσης του αληθινού μας εαυτού μπροστά στους άλλους. Αυτό είναι που με ενδιαφέρει, το να πράττεις σύμφωνα με αυτό που είσαι… Η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα σε ένα θέατρο, όπου μιάμιση ώρα πριν την πρεμιέρα εισβάλλει μια ομάδα ανθρώπων με ακάλυπτα τα πρόσωπά τους. Οι εισβολείς δηλώνουν ότι η παράσταση θα γίνει, αλλά όλα πρέπει να είναι αληθινά, από τις σφαίρες μέχρι τις ερμηνείες…

Τι είναι αυτοί οι εισβολείς;

Είναι φοβερά δημοκρατικοί αλλά και τρομακτικοί… Αυτό είναι το ζήτημα που με απασχολεί, ότι η δημοκρατία είναι το άλλο πρόσωπο του φασισμού, μεταλλάσσεται από το ένα στο άλλο με τρομερή ταχύτητα. Προσπαθώ, ενώ δεν το θέλω, να γίνω σκληρός και κυνικός για να αντιμετωπίσω το φασισμό που έρχεται, πρώτα για τους άλλους και μετά για εμάς.

Δηλαδή πιστεύεις ότι η δημοκρατία μας δεν είναι πραγματική δημοκρατία…

Εγώ θεωρώ ότι δημοκρατία και καπιταλισμός είναι πράγματα ασύμβατα μεταξύ τους. Πιστεύω ότι είναι ένα πέπλο, ένα άλλοθι… Τις προάλλες είδα ένα απίστευτο ρεπορτάζ στην τηλεόραση, τον πρωθυπουργό που πήγε και ήπιε καφέ στην Ομόνοια και από δίπλα αμέτρητοι αστυνομικοί και κάποιοι συνταξιούχοι να τον χειροκροτούν… Η εικόνα μού θύμισε φωτογραφίες και «επίκαιρα» της χούντας, η προπαγάνδα τους είναι εντελώς κιτς. Και είναι απίστευτο, έπειτα από τόσα χρόνια «επικοινωνίας», διαφήμισης και με τόσους image makers να καταλήγουν σε προπαγάνδα τόσο κραυγαλέα…

Ποια είναι η γνώμη σου για τον ελληνικό κινηματογράφο αυτή τη στιγμή;

Υπάρχει ένας μεγάλος αναβρασμός, πλέον είναι εύκολο να γυρίσεις ταινία γιατί δεν υπάρχουν αυταπάτες, δεν υπάρχουν ούτε επιχορηγήσεις ούτε «επετηρίδα», δεν έχεις να περιμένεις τίποτα. Είναι παράδοξο που υπάρχει αυτή η μεγάλη παραγωγή, αλλά νομίζω ότι έτσι κι αλλιώς στην τέχνη η αποτυχία είναι ο κανόνας. Το θέμα είναι, οι ταινίες που θα κάνουμε να μην είναι ανώδυνες, γιατί τόσα χρόνια στην Ελλάδα γυρίστηκαν πάρα πολλές ανώδυνες ταινίες. Αλλά πιστεύω ότι υπάρχει μια γενιά κινηματογραφιστών γύρω στα τριάντα που θα μας δώσει εξαιρετικές δουλειές.

Ισχύει στον κινηματογράφο το κοινότοπο «η κρίση είναι ευκαιρία»;

Εδώ υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα, είναι πολύ εύκολο να κερδοσκοπήσεις πάνω στη φωτογένεια της κρίσης, τη φωτογένεια της φρίκης. Απαιτείται εντιμότητα για να δείξεις την καθημερινή φρίκη, την εξαθλίωση. Σε μια τρώγλη μπορεί να βρεις ένα εντυπωσιακό ντεκόρ, ένα καταπληκτικό κινηματογραφικό κάδρο, αλλά έτσι γίνεσαι ανταποκριτής του BBC… Υπάρχει πάντα ο φόβος ότι βολεμένοι κινηματογραφιστές, οι «τουρίστες του βλέμματος», θα αντιμετωπίσουν τους απελπισμένους ανθρώπους ως εξωτικούς ήρωες.

Είναι θέμα ουσιαστικής ωριμότητας του κινηματογραφιστή…

…Αλλά και βιωμάτων. Ποιος από εμάς έχει φίλο έναν Πακιστανό, έναν άστεγο; `Η έχει προσωπική σχέση με έναν Χρυσαυγίτη, ή με έναν πιτσιρικά που τα σπάει; Αν την πραγματικότητα τη βιώνεις μέσα από τις εικόνες της τηλεόρασης, πώς να κάνεις κινηματογράφο; Δεν πιστεύω βέβαια ότι ο κινηματογράφος μπορεί να αλλάξει την κοινωνία, αλλιώς αλλάζει η κοινωνία. Αλλά αν οι κινηματογραφιστές είναι ευαίσθητοι μπορούν να προβλέψουν τις εξελίξεις, ή έστω να καταφέρουμε να επικοινωνήσουμε…

Και ο ελληνικός κινηματογράφος, πώς «στάθηκε» απέναντι στις τελευταίες δεκαετίες;

Ο ήρωας της δεκαετίας του `90 ήταν ο αλλοτριωμένος άνθρωπος, που ήταν μόνος, είχε όμως τη δουλειά του. Ο σημερινός ήρωας είναι ένας άνθρωπος σε απόγνωση, και αυτό που έχει τρομακτικό ενδιαφέρον είναι το πόσο απρόβλεπτη είναι η συμπεριφορά του. Εκείνος ο άνθρωπος στη Βόρεια Ελλάδα που πήγε στη δουλειά του με το όπλο και είπε στο αφεντικό του «Μου χρωστάς δεκαπέντε μισθούς», και πυροβόλησε αυτόν και το τσιράκι του… Αυτό φοβούνται όσοι είναι στην εξουσία, το απρόβλεπτο, το τι μπορεί να κάνει ο κάθε απελπισμένος μόνος του ή εμείς όλοι μαζί. Ο άλλος πάει στο Σύνταγμα και πυροβολεί τον εαυτό του, με μια αξιοπρέπεια και σεβασμό. Αύριο όμως, το όπλο πού θα στραφεί; Οσο για τον ελληνικό κινηματογράφο, πέρασε μια περίοδο τρελής ομφαλοσκόπησης. Ποια είναι η γνώμη μου για τους κινηματογραφιστές αυτής της περιόδου; Θα απαντούσα με μια φράση του Μπιτσάκη που μου έρχεται στο μυαλό, από το βιβλίο του «Τα γονίδια του μέλλοντος»: «Δεν τους αρνούμαστε αλλά τους απορρίπτουμε διαλεκτικά».

Γράφτηκε ότι έκανες τους «Τίτλους τέλους» χωρίς να εισπράξεις την επιχορήγηση που είχες από την ΕΡΤ, προτιμώντας τα χρήματα αυτά να δοθούν σε κάποιον νεότερο σκηνοθέτη…

Δεν είναι ακριβώς έτσι, δεν υπήρχαν χρήματα που «περίμεναν» να τα πάρω από την ΕΡΤ γιατί δεν είχα καταθέσει καν αίτηση. Απλά είπαμε ότι αφού η ταινία μπορούσε να χρηματοδοτηθεί με τις εισπράξεις του «Casus belli» στο εξωτερικό, δεν χρειαζόταν να ζητήσουμε 30.000 ευρώ από την ΕΡΤ. Και θέλω να πω εδώ να μη διανοηθούν να κόψουν το «Μικροφίλμ» της ΕΡΤ, γιατί είναι το μοναδικό πρόγραμμα που βοηθάει πραγματικά τους νέους κινηματογραφιστές.

1 σχόλιο

Filed under συνεντεύξεις

65ο Φεστιβάλ των Καννών: Υπαρξιακή αμφιβολία στη θέση της αντίστασης, αμήχανο «τέλος του καπιταλισμού» στη Νέα Υόρκη

In-the-Fog-gall2
«Στην ομίχλη» του Σεργκέι Λοζνίτσα.

ΚΑΝΝΕΣ, ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΤΕΡΖΗΣ
Πολύ δύσκολα μπορεί να προβλέψει κανείς τον φετινό Χρυσό Φοίνικα που θα απονείμει η κριτική επιτροπή του Φεστιβάλ υπό την προεδρία του Νάνι Μορέτι, ωστόσο κάποιες ενδείξεις οδηγούν στην εκτίμηση ότι ο Φοίνικας θα είναι μάλλον ευρωπαϊκός… Στα φαβορί ο φιλόσοφος-σκηνοθέτης Μίκαελ Χάνεκε, με την «Αγάπη», που απαντάει στην καταλυτική εισβολή της ανημπόριας και του θανάτου στη ζωή ενός ηλικιωμένου ζευγαριού με το φάρμακο της αγάπης, ο Ρουμάνος Κριστιάν Μουντζίου με το «Πέρα από τους λόφους», όπου εισδύει στην εσωτερική ζωή και στις ταραγμένες ψυχές ενός γυναικείου μοναστηριού στη Ρουμανία (και οι δύο σκηνοθέτες έχουν ήδη κερδίσει Χρυσό Φοίνικα, ο Μουντζίου το 2007 για το «4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 μέρες» και ο Χάνεκε το 2009 για τη «Λευκή κορδέλα»). Υπολογίσιμοι για βραβείο είναι ακόμη ο Δανός Τόμας Βίντερμπεργκ με το «Κυνήγι», όπου αποτυπώνει τη μαζική υστερία, τα δολοφονικά ένστικτα της «κοινότητας» εναντίον ενός νεαρού παιδαγωγού που κατηγορείται άδικα για κακοποίηση παιδιών, ο Κεν Λόουτς με την ευχάριστη «σκωτσέζικη» κωμωδία του «The Angel’s Share», όπου ένα βαρέλι σπάνιο ουίσκι βοηθά μερικούς νέους να ξεφύγουν από το περιθώριο, ο Γάλλος Ζακ Οντιάρ με το συγκινητικό «Σκουριά και οστά», το «Δεν έχετε δει τίποτε ακόμη», ίσως η τελευταία ταινία του 90άχρονου αλλά πάντα δημιουργικού Αλέν Ρεναί. Δεν αποκλείεται τελικά να δοθεί και κάποιο βραβείο στο αμφιλεγόμενο «Holy Motors» του Λεός Καράξ, ο οποίος εξακολουθεί να είναι δημοφιλής εδώ στη Γαλλία, παρότι για χρόνια εξαφανισμένος από το κινηματογραφικό προσκήνιο.
Μια από τις τελευταίες ταινίες που είδαμε στη φετινή διοργάνωση ήταν το «Στην ομίχλη» του Ουκρανού Σεργκέι Λοζνίτσα (διαγωνιστικό τμήμα), του οποίου το «My Joy» πριν δύο χρόνια είχε εντυπωσιάσει τους πάντες εδώ στις Κάννες κερδίζοντας το βραβείο σκηνοθεσίας. Πολύ πιο συμβατική η νέα του ταινία, μας μεταφέρει στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Λευκορωσία κατά τον Β` Παγκόσμιο Πόλεμο (η ταινία έχει γυριστεί με σημαντική γερμανική χρηματοδότηση). Ουσιαστικά βλέπουμε έναν «εμφύλιο» ανάμεσα σε ντόπιους συνεργάτες των Γερμανών και σε αντάρτες, ενώ οι κατακτητές εμφανίζονται μάλλον σε δεύτερο πλάνο. Στο ξεκίνημα της ταινίας τρεις άντρες οδηγούνται στην αγχόνη ενώ μια φωνή προειδοποιεί τους ντόπιους πως κάθε απόπειρα αντίδρασης στους Γερμανούς, οι οποίοι θέλουν να βοηθήσουν τον λαό να χτίσει μια καινούρια Λευκορωσία, θα τους φέρει στην ίδια θέση. Η εκτέλεσή τους δεν εμφανίζεται μέσα στο πλάνο αλλά «μεταφορικά» η κάμερα δείχνει τα απομεινάρια σφαγμένων ζώων έξω από ένα χασάπικο. Στη συνέχεια, η σκηνοθεσία παρακολουθεί δύο αντάρτες που φτάνουν σε ένα απομονωμένο σπίτι στη διάρκεια της νύχτας και παίρνουν μαζί τους τον άντρα της οικογένειας για να τον σκοτώσουν ως προδότη, καθώς τον θεωρούν υπεύθυνο για την εκτέλεση των τριών ανδρών. Ωστόσο, στο σινεμά του Λοζνίτσα τίποτα δεν εκφράζεται «γραμμικά», αυτό που δηλώνεται ως προφανές αποδεικνύεται απατηλό… Οι δύο αντάρτες με τον μελλοθάνατο θα «χαθούν» σε ένα υπαρξιακό ταξίδι μέσα στο δάσος, με τον Λοζνίτσα να αμφισβητεί ευθέως τον «κλασικό» ηρωισμό της αντίστασης κατά των Γερμανών, δίνοντας προτεραιότητα στην αμφιβολία της ύπαρξης…

«Μαύρη κωμωδία για το τέλος του κόσμου» χαρακτηρίζει την ταινία του «Cosmopolis» ο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ (διαγωνιστικό τμήμα) έργο που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ντον ΝτεΛίλο, μια αλληγορία για την κατάρρευση του καπιταλισμού μέσα από το ερμητικά κλειστό σύμπαν της ζωής ενός νεαρού δισεκατομμυριούχου. «Τα πράγματα είναι πολύ συντηρητικά στις μέρες μας», μας είπε ο Κρόνενμπεργκ. «Οι παραγωγοί, τα στούντιο δεν εγκρίνουν εύκολα μια ταινία που είναι «στα όρια», προκλητική… Θέλουν σιγουριά, εμπορικότητα, box office. Οπότε το γεγονός ότι καταφέραμε να φτιάξουμε μια τέτοια ταινία και να την υποστηρίξουμε με αγάπη, με γεμίζει ελπίδα για το μέλλον. Γιατί η ελπίδα κρύβεται στην τέχνη, μέσα από αυτή εγώ καταφέρνω να επιβιώνω».
Ο δισεκατομμυριούχος ήρωας του Κρόνενμπεργκ, κλεισμένος μέσα στην υπερπολυτελή λιμουζίνα του, προσπαθεί να διασχίσει τη Νέα Υόρκη τη μέρα που την πόλη επισκέπτεται ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, και μέσα εκεί δουλεύει, κάνει σεξ, συζητά με τους συνεργάτες του, εμπόρους τέχνης… Πρωταγωνιστεί ο Ρόμπερτ Πάτινσον του «Twilight» και σε μικρότερους ρόλους οι Ζιλιέτ Μπινός, Ματιέ Αμαλρίκ, Πωλ Τζιαμάτι, Σαμάνθα Μόρτον…
Επιλογή του σκηνοθέτη ήταν να μείνει εξαιρετικά πιστός στο μυθιστόρημα του Ντον ΝτεΛίλο, κάτι που δεν λειτουργεί τελικά υπέρ της ταινίας: «Διάβασα το βιβλίο μέσα σε δύο μέρες. Μου πήρε έξι μόνο μέρες να γράψω το σενάριο. Κι αυτό γιατί το βιβλίο είναι καταπληκτικό, οι διάλογοι ήταν έτοιμοι, υπάρχουν στο μυθιστόρημα βιβλίο και είναι εξαιρετικοί. Χρειάστηκε μόνο να κάνω μερικές αλλαγές δομής, καθώς η λογοτεχνία και το σινεμά είναι πολύ διαφορετικά μέσα. Δεν μπορείς να κάνεις ακριβή μεταφορά, πρέπει να αποδεχτείς τη διαφορετικότητά τους. Ομως, αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο είχε υπέροχο σκελετό, καταπληκτικούς διαλόγους επαναλαμβάνω. Εκανε τη δουλειά μου πολύ εύκολη».
Δίπλα στον Κρόνενμπεργκ στη συνέντευξη τύπου εδώ στις Κάννες ήταν και ο συγγραφέας Ντον ΝτεΛίλο: «Όχι, δεν είχα καμία σχέση με το σενάριο. Μπορεί βιβλίο και ταινία να αφηγούνται μία κοινή ιστορία, αλλά είναι ξεχωριστά όντα. Οταν πρωτοείδα την ταινία δεν ήταν σαν να έβλεπα κινηματογραφημένο το βιβλίο μου. Μου φαίνονταν όλα καινούργια… Η ταινία έχει δική της ένταση, ξεχωριστό ρυθμό. Αρχικά πίστεψα ότι ο Ντέιβιντ θα βγάλει μερικές σκηνές μέσα από την λιμουζίνα και θα τις εντάξει στον εξωτερικό κόσμο – γιατί αυτό που έκανα στο βιβλίο δεν ήταν καθόλου κινηματογραφικό. Εκείνος έκανε ακριβώς το αντίθετο, πήρε και μία ακόμα σκηνή που την είχα εξωτερική και την έβαλε στην λιμουζίνα! Μόνο ένας Κρόνεμπεργκ θα το τολμούσε αυτό!».
Το κάποτε «τρομερό παιδί» του γαλλικού σινεμά, ο 52χρονος σήμερα Λεός Καράξ, εγωπαθής και ναρκισσευόμενος, μεγαλομανής, ρομαντικός με το δικό του ιδιαίτερο ύφος, υποδόρεια τραγικός, μετά την αποτυχία του «Pola X» δεκατρία χρόνια πριν, έρχεται στο Φεστιβάλ με το παράδοξο «Holy Motors», (διαγωνιστικό τμήμα) όπου ο κεντρικός ήρωας (τον υποδύεται ο σπουδαίος Ντενί Λαβάντ) υποδύεται έντεκα «ρόλους ζωής» για να μυστηριώδες «πρακτορείο», κατά τη διάρκεια ενός 24ώρου. Ας μην αναζητήσει κανείς ρεαλιστικό υπόβαθρο σε αυτή την απίστευτα ακραία ως προς τη σύλληψη εναλλαγή ρόλων (ξεχωρίζει ο απίστευτος ρόλος ενός… τέρατος των υπονόμων που θα αρπάξει την πανέμορφη Εύα Μέντες από μια φωτογράφιση μόδας σε ένα νεκροταφείο του Παρισιού). Ποιος είναι ο «σκηνοθέτης» που μοιράζει αυτούς τους ρόλους, ποιο είναι το «κοινό» που παρακολουθεί; Μην περιμένετε απάντηση στα ερωτήματα… Όλα γίνονται, όπως λέει κάποια στιγμή ένας από τους χαρακτήρες της ταινίας, για την Beauté du geste… Ουσιαστικά ο Καράξ συμπυκνώνει στην ταινία του όλα τα κινηματογραφικά είδη, με αναφορές από τον βωβό κινηματογράφου, το μιούζικαλ, το ρομάντζο, τις ταινίες εγκλήματος, την επιστημονική φαντασία…

Σχολιάστε

Filed under festivals

Δημήτρης Αθανίτης: Να πάψουμε επιτέλους να είμαστε θεατές από τον αναπαυτικό, αλλά τρύπιο καναπέ

Treis%20MERES1_high
Η Νικολίτσα Ντρίζη στις «Τρεις μέρες ευτυχίας».

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΤΕΡΖΗ

Ο Δημήτρης Αθανίτης που έχω απέναντί μου είναι ένας άνθρωπος φύσει αισιόδοξος και εξακολουθεί να πιστεύει στα θαύματα. Με την οργανωμένη, «θεσμική» κινηματογραφική παραγωγή στην Ελλάδα των απανωτών Μνημονίων να έχει καταρρεύσει εντελώς, εκείνος επιμένει να κάνει κινηματογράφο και να αναζητεί τη συνάντηση με το κοινό. Με σπουδές Αρχιτεκτονικής στο βιογραφικό του, δεν είναι καθόλου παράξενο που οι πολλαπλές όψεις της Αθήνας επανέρχονται σταθερά στο έργο του: η Αθήνα του Μιλένιουμ και των «μικρών» ιστοριών στις «2000+1 Στιγμές», η Αθήνα της παραζάλης των Ολυμπιακών Αγώνων στην «Πόλη των θαυμάτων», όπου οι ήρωές του κινούνται στο περιθώριο της «μεγάλης γιορτής», δίνοντας προτεραιότητα στις προσωπικές τους ιστορίες και η εικόνα των Αγώνων υπάρχει μέσα στην ταινία μονάχα «διαμεσολαβημένη» από τηλεοπτικές οθόνες -διόλου παράξενο, ο μοναδικός χαρακτήρας που είναι ταυτόχρονα και αθλητής, δεν κατεβαίνει στο στάδιο να αγωνιστεί αλλά φεύγει σαν κλέφτης…

Σήμερα, στο τρίτο μέρος μιας άτυπης τριλογίας για τα πάθη της αθηναϊκής μητρόπολης και τις προσωπικές μυθολογίες που εμφιλοχωρούν στο περιβάλλον της, ο Δημήτρης Αθανίτης σκηνοθετεί μια γοητευτική ταινία υπαρξιακής βυθομέτρησης στην Αθήνα της κρίσης. Ταινία βουτηγμένη σε μια απόκοσμη, απειλητική μπλε ατμόσφαιρα, που «βουλιάζει» τους χαρακτήρες σε μια καταθλιπτική περιδίνηση -για να συναντήσουν άλλωστε μια ολόκληρη κοινωνία. Εικόνες-θραύσματα αστικού τοπίου και εσωτερικού ψυχισμού, φιλμικά «μοτίβα» βγαλμένα από ταινίες του Αντονιόνι και του πρώιμου Βέντερς. Τρεις νέες γυναίκες στη σημερινή Αθήνα ψάχνουν διέξοδο στην «κλειστή» ζωή τους: Η Ιρίνα ετοιμάζεται να φύγει στον Καναδά για να ξεφύγει από την «οικογένειά» της που την εκδίδει. Η Άννα παντρεύεται για να διώξει το φάντασμα της διαλυμένης της οικογένειας, ενώ η Βέρα, στο ξεκίνημα της καινούργιας της ζωής, έρχεται αντιμέτωπη με την κρυμμένη πραγματικότητα της δικής της οικογένειας. Μέσα σε τρεις μέρες οι πορείες τους διασταυρώνονται και οδηγούνται σε μια βίαιη ενηλικίωση…

* Πώς μπήκες στον χώρο του κινηματογράφου; Πώς ήταν τα πρώτα σου βήματα, οι πρώτες σου απόπειρες;

Στον κινηματογράφο έπεσα με αλεξίπτωτο… Κανένας από τους γνωστούς τρόπους έκφρασης δεν με ικανοποιούσε. Γύρισα ανεξάρτητα την πρώτη μου μικρού μήκους, «Φιλοσοφία» (1993), και αμέσως μετά, την επόμενη χρονιά, το «Αντίο Βερολίνο». Η επιτυχία του, μου έδωσε τη δυνατότητα να συνεχίσω. Γύρισα έξι ταινίες με ένα μοντέλο ανεξάρτητης παραγωγής, που σήμερα τείνει να γίνει ο κανόνας.

* Θυμάσαι ποια ήταν η στιγμή που είπες στον εαυτό σου «θα κάνω σινεμά»;

Σε εκείνο το μαγικό σινεμά, το «Αλκαζάρ», είχα δει ένα καλοκαίρι τον «Κομφορμίστα» του Μπερτολούτσι και εκεί, για πρώτη φορά, είδα λίγο διαφορετικά τα πράγματα…

* Πώς ξεκίνησε η ιδέα για την τελευταία σου ταινία;

Η ιδέα για τις «Τρεις μέρες ευτυχίας» ξεκίνησε από την ανάγκη μου να πλησιάσω τις γυναίκες με μια ταινία, όχι εξωτερικά, αλλά «από μέσα». Ακούγεται αντιφατικό, ίσως, μια γυναικεία ταινία από μια αντρική ματιά; Για μένα, οι γυναίκες σήμερα ζουν πολλαπλά τις αντιφάσεις της κοινωνίας μας, ο ρόλος τους είναι πιο περίπλοκος. Και ταυτόχρονα παραιτούνται πιο δύσκολα από το όνειρο της ευτυχίας.

* Κατά κάποιο τρόπο είσαι σκηνοθέτης γυναικών…

Στην εποχή μας η γυναίκα πρέπει να είναι τα πάντα, όμορφη, έξυπνη, πετυχημένη… Είναι σχεδόν παρανοϊκό, δεν μπορεί να αντεπεξέλθει σε όλους αυτούς τους ρόλους…

* Οι ηρωίδες σου είναι τυλιγμένες σε ένα απόκοσμο μπλε…

Το μπλε είναι το πιο ψυχρό χρώμα. Γιʼ αυτό είναι τόσο δυνατές οι συγκινήσεις που μεταφέρει. Αν θα ‘πρεπε να περιγράψω με μία μόνο λέξη το συναίσθημα που δίνει, θα έλεγα «ανάταση». Στα αγγλικά, το blue, δηλώνει μια κατάσταση μελαγχολική. Ωστόσο η ταινία δεν έχει κάτι μελαγχολικό, ίσως κάτι κλινικό, απόκοσμο. Τις ιστορίες τις είχα γράψει πριν κάνω την «Πόλη των θαυμάτων» και τις δούλεψα αργότερα. Πού συναντιέμαι με αυτές τις γυναίκες; Θα μπορούσα σε ένα βαθμό να φανταστώ τον εαυτό μου στη θέση τους…

* Η πόλη, η Αθήνα συγκεκριμένα, επανέρχεται ως άξονας αναφοράς στις ταινίες σου. Ποια είναι η σχέση σου με την πόλη και πώς τη φιλμάρεις;

Η πόλη είναι από τα πράγματα που με ενδιαφέρουν στο σινεμά, για μένα είναι το ίδιο σημαντική όσο και τα πρόσωπα, ή, για την ακρίβεια, αντιλαμβάνομαι την πόλη ως μια γεωγραφία προσώπων. Οι τρεις τελευταίες ταινίες μου, «2000+1 Στιγμές», «Η πόλη των θαυμάτων», «Τρεις μέρες ευτυχίας», καλύπτουν τρία χρονικά σημεία-κλειδιά της δεκαετίας μέσα από την ιστορία της Αθήνας. Το Μιλένιουμ, η Ολυμπιάδα, η Κρίση. Αν και στις τρεις ταινίες τα πρόσωπα είναι σε πρώτο πλάνο, ταυτόχρονα σκιαγραφείται η πόλη, και μέσα απ’ αυτήν μια κοινωνία. Από αυτή την άποψη, οι ταινίες μου είναι πολιτικές…

* Ποια είναι η μέθοδος δουλειάς σου; Με ποιον τρόπο πλησιάζεις τα πρόσωπα, αλλά και τους χώρους στους οποίους κινούνται και τελικά φαίνεται να τα καθορίζουν;

Οι χώροι, πάντα φυσικοί, κινηματογραφούνται στις ταινίες μου σαν πρόσωπα. Προσπαθώ να πιάσω την υπόκωφη αναπνοή τους, τα υπόγεια σημάδια ζωής. Νιώθω την ανάγκη να καταγράψω, αλλά και να αγγίξω το τι υπάρχει κάτω από την επιφάνεια. Στις «Τρεις μέρες ευτυχίας» υπάρχει μια γεωγραφία χώρων που αντιστοιχεί στην ταξική γεωγραφία των προσώπων. Επιλέγω χώρους κομβικούς, χώρους – περάσματα και τους κινηματογραφώ προσπαθώντας να βγάλω τη συμπυκνωμένη ενέργειά τους, πέρα από έναν επιδερμικό ρεαλισμό.

* Πώς βιώνεις την Ελλάδα του Μνημονίου ως καλλιτέχνης-σκηνοθέτης, αλλά και ως πολίτης; Τι πιστεύεις ότι έρχεται ως επόμενη μέρα;

Η οικονομική κρίση που ζούμε είναι η κορυφή ενός παγόβουνου. Υπάρχει μια βαθιά κρίση αξιών, που έρχεται αργά-αργά στην επιφάνεια. Αυτό είναι για μένα το πιο ουσιαστικό. Ζούσαμε και ζούμε μέσα σε ψέματα. Κι αυτός ο πλαστός κόσμος γύρω μας έχει χτιστεί μέσα σε δεκαετίες, δεν δημιουργήθηκε μέσα σ’ ένα βράδυ. Πλαστές αξίες προβλήθηκαν, αποθεώθηκαν, κυριάρχησαν. Και βέβαια δεν είναι τυχαία η σιωπή των περισσότερων καλλιτεχνών τώρα. Οι «Τρεις μέρες ευτυχίας» δίνουν τη δική μου απάντηση, στάση ζωής. Είναι μια σκληρή ταινία, γιατί είναι πολύ σκληρά αυτά που αισθάνομαι να συμβαίνουν γύρω μου. Η επόμενη μέρα; Νομίζω είναι κάτι το άγνωστο. Σίγουρα είναι δύσκολο να προσδιοριστεί πόσο βίαιη θα είναι… Ωστόσο είμαι φύσει αισιόδοξος γιατί θέλω να εξακολουθήσω να δουλεύω και να δημιουργώ.

* Ποια είναι ή θα έπρεπε να είναι η σχέση των δημιουργών του κινηματογράφου με την κρατική χρηματοδότηση; Εννοώ, μήπως πρέπει σήμερα να αναζητηθεί ένα νέο μοντέλο παραγωγής αλλά και σχέσεων με το κράτος; Και ξέρω ότι απευθύνομαι σ’ έναν σκηνοθέτη που προέρχεται από την ανεξάρτητη παραγωγή…

Η κρατική επιχορήγηση χρειάζεται, αλλά βοηθητικά… Η απόλυτη εξάρτηση από την κρατική υποστήριξη τις προηγούμενες δεκαετίες οδήγησε σε έναν ευνουχισμένο και τελικά νεκρό κινηματογράφο. Το ζητούμενο σήμερα είναι ένα υγιές πολυσυλλεκτικό μοντέλο παραγωγής ως προς τις πηγές χρηματοδότησης…

* Ήσουν από τους πρωτεργάτες της «Ομίχλης» λίγα χρόνια πριν, συμμετείχες στην ίδρυση της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου… Σήμερα, από τη συλλογικότητα της «Ομίχλης» φαίνεται να μην έχει μείνει τίποτε, ο νόμος Γερουλάνου που υποστήριξε, μένει ανενεργός. Τι πήγε στραβά;

Η «Ομίχλη» ήταν η αντίδραση των κινηματογραφιστών στο σαθρό σύστημα που κυριαρχούσε στον χώρο του κινηματογράφου με τα στημένα βραβεία και την κατευθυνόμενη κρατική εξάρτηση, που είχε οδηγήσει το ελληνικό σινεμά στο τέλμα. Στην ουσία, οι ομιχλιστές ήταν οι πρώτοι Αγανακτισμένοι, προτού ακόμη αντιδράσει όλη η Ελλάδα. Μόνο που δεν ήταν απλώς μια διαμαρτυρία, αλλά και μια πρόταση. Η «Ομίχλη» ζήτησε εξυγίανση και εκσυχρονισμό όλων των κινηματογραφικών θεσμών, αμφισβητώντας την κρατική αυθεντία. Κυρίως, όμως, πήρε πρωτοβουλίες. Γι’ αυτό κι έγινε σημείο αναφοράς. Τι έμεινε σήμερα; Αυτό που έμεινε από την «Ομίχλη» είναι η δημιουργία της Ακαδημίας, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Ο νόμος έμεινε ανενεργός λόγω έλλειψης χρηματοδότησης, αλλά και διότι ο πολιτισμός εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται στη χώρα μας σαν κάτι σχεδόν περιττό…

* Ποια πιστεύεις ότι θα μπορούσε να είναι μια σύγχρονη πρόταση για το μέλλον του ελληνικού κινηματογράφου; Βλέπουμε ότι οι νέοι δημιουργοί τα τελευταία χρόνια αποσπούν συνεχώς διεθνείς διακρίσεις, ωστόσο δεν έχουν καταφέρει να συγκινήσουν εξίσου το ελληνικό κοινό.

Για μένα η απάντηση είναι απλή, περισσότερο σινεμά! Σινεμά χωρίς μαγεία, χωρίς ταξίδι, δεν υπάρχει. Το αξιοπερίεργο, η πρόκληση, ο απλός ρεαλισμός γρήγορα εξαντλούνται…

* Να γίνω πιο συγκεκριμένος: Σε αντίθεση με ό,τι θα περίμενε κανείς σε περιόδους κρίσης, στην Ελλάδα δεν έχουμε μέχρι στιγμής παρά ελάχιστα έργα ενός «κοινωνικού» κινηματογράφου, που θα αφουγκράζεται τι συμβαίνει γύρω του, αλλά, αντίθετα, βλέπουμε να ξεχωρίζει και να επιβραβεύεται, ιδιαίτερα στα φεστιβάλ του εξωτερικού, ένα φορμαλιστικό σινεμά (π.χ. «Άλπεις» του Λάνθιμου, «L» του Μακρίδη) που θα μπορούσε να προέρχεται σχεδόν από οποιαδήποτε χώρα. Πώς το σχολιάζεις;

Η ερώτησή σου αυτή μάλλον πρέπει να τεθεί στα ξένα φεστιβάλ που πριμοδοτούν ένα φορμαλιστικό, όπως λες, ελληνικό σινεμά. Ωστόσο υπάρχει και ένα σινεμά κοινωνικής καταγραφής. Το θέμα είναι πώς αντιμετωπίζεται όταν δεν κινείται στα αποδεκτά κλισέ. Η πρώτη μικρού μήκους μου, η «Φιλοσοφία», μιλούσε στα 1993 για την κρίση της ελληνικής οικονομίας, με αφορμή τον πόλεμο στο Σαράγεβο, και κατέληγε με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να κηρύσσει πτώχευση. Τότε η ταινία πήρε το Βραβείο Φανταστικού, σήμερα είναι πραγματικότητα… Σήμερα, οι «Τρεις μέρες ευτυχίας» πιστεύω ότι επιχειρούν μια βαθιά, επώδυνη τομή στο κεφάλαιο που λέγεται οικογένεια. Είναι κοινός τόπος ο καταστροφικός ρόλος των πολιτικών οικογενειών, που «κληροδοτούν» την εξουσία, όμως ποιος είναι και ο ρόλος της μέσης ελληνικής οικογένειας; Πόσο αντέχουμε να βάλουμε τον καθρέφτη μπροστά μας;

* Πριν από λίγες μέρες ένας άνθρωπος αυτοκτόνησε στην πλατεία Συντάγματος, έχει τεράστια σημασία ότι επέλεξε να στείλει το εκκωφαντικά τραγικό του μήνυμα ακριβώς στο κέντρο της πόλης, όχι στο σπίτι του, μόνος του…

Αν έκανα ένα σχόλιο γι’ αυτό το φοβερό γεγονός, την αυτοκτονία του συνταξιούχου στο
Σύνταγμα, ως σύμπτωμα της κρίσης, θά ‘λεγα ότι το συναίσθημα δεν πρέπει να καλύψει πάλι τη σκέψη. Είναι καιρός να σκεφτούμε. Και να πάψουμε να είμαστε θεατές από τον αναπαυτικό, αλλά τρύπιο πια, καναπέ μας. Τολμώ να πω ότι αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε να είναι χαρακτήρας στις «Τρεις μέρες ευτυχίας», γιατί, κάτω από αυτό τον τελικά καυστικό τίτλο, παρακολουθώ τρεις γυναίκες που δεν διστάζουν να χτυπήσουν το κεφάλι τους στον τοίχο, αρνούμενες αυτό που τους έχει επιβληθεί από το περιβάλλον…

(Η ταινία «Τρεις μέρες ευτυχίας» του Δημήτρη Αθανίτη προβάλλεται στον κινηματογράφο «Μικρόκοσμος»).

Σχολιάστε

Filed under συνεντεύξεις