«Araf», a haunting film


Το βραβείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων απέσπασε το ντοκιμαντέρ «Araf» της Ντιντέμ Πεκούν (έχει γεννηθεί το 1978 στην Κωνσταντινούπολη) στο πρόσφατο Φεστιβάλ Κινηματογράφου στο Σεράγεβο. Η ταινία είναι συμπαραγωγή Τουρκίας, Ελλάδας και Βοσνίας – Ερζεγοβίνης, με τον Πέτρο Νούσια στη διεύθυνση φωτογραφίας και κύριο παραγωγό την εταιρεία Locus Athens, που έχει έδρα την Αθήνα. Πρόκειται για ένα ταξιδιωτικό ημερολόγιο με εικόνες. Μια γυναίκα επιστρέφει στη Σρεμπρένιτσα, απ’ όπου είχε διαφύγει, την εποχή του γιουγκοσλαβικού εμφυλίου, και το «οδοιπορικό» της επιστροφής της μπλέκεται με τον μύθο του Ίκαρου και του Δαίδαλου.  Το εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο που ακολουθεί έχει γραφτεί από τον Tue Steen Müller και δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο http://www.filmkommentaren.dk/blog/blogpost/4316/  της Δανίας.

Surprise me, give me something extraordinary, make the form important, challenge me, make me learn something new. This Turkish film, 45 minutes long, fulfilled the wishes of this old documentary addict. It has many layers and instead of me trying to give a summary of the content, here is the description from the filmmakers as I read it after watching the vimeo link:

Araf is an essayistic road movie and diary of a ghostly character, Nayia, who travels between Srebrenica, Sarajevo, and Mostar in Bosnia. She has been in exile since the war and returns for the 22nd memorial of the Srebrenica genocide. The film is guided by her diary notes of the journey, which merge with the myth of Daedalus and Icarus – Icarus being the name given to the winner of a bridge diving competition in her home country. The story of Icarus and Daedalus, a myth symbolic of man’s over-ambition and inevitable failure, is woven throughout the film as a way to think about exorcizing the vicious cycle of such events happening in the future and of a possible reconciliation. Nayia also thinks of Icarus from a different perspective, that of seeing the optimism of such a leap, his braveness in taking a leap into the unknown in this era of radical instability, that perhaps Icarus wanted to write a different narrative. Araf thus traces these paradoxes through Nayia’s displacement and her return to her home country post-war – that of a constant terror and a permanent standstill, and the friction between displacement and permanence.

But film is a very concrete medium so let me try to describe the form, the aesthetic choices that the director has chosen to make the film so impressive as a Film. As Cinema. She works with a literary diary text – unfortunately, my only objection, sometimes with an English language that is difficult to understand – she has filmed in b/w, uses slow motion, uses a structure where she goes back to the jumper/diver/Icarus from the Mostar bridge to film that from all angles, creating a lyrical tone, ending up in Srebrenica where you watch the faces and hands and movements of the visitors in mourning. It goes with a beautiful choice of music and a sound score that is in perfect sync with the images. It is beautiful and emotional, when you hear the names mentioned of the victims of the massacre. As it is said “… 22 years after there are still tombs to be filled…”. There is also some sarcasm in the text, when you see a wall on which UN is written, “… they call UN United Nothing here…”

PS. I had to go to Wikipedia to get to know the meaning of the title “Araf”: A’raf (Arabic: الأعراف‎) is the Muslim separator realm or borderland between heaven and hell,[1] inhabited by the people who are evenly balanced in their sins and virtues. This place may be described as a kind of beneficent purgatory with privation but without suffering. The word is literally translated as «The Heights» in English. The realm is described as a high curtain between hell and paradise.[2] Ibn Kathir described A’raf as a wall that contains a gate.[3] In this high wall lived people who witness the terror of hell and the beauty of paradise. They yearn to enter paradise, but their sins and virtues are evenly balanced. Yet with the mercy of God, they will be one of the last people to enter the paradise.

Turkey, 2017, 45 mins.



Filed under film reviews

Μάρτιν Σκορσέζε: Από τις συμμορίες της Νέας Υόρκης στους χριστιανούς οσιομάρτυρες


Ο Λίαμ Νίσον στη «Σιωπή» του Μάρτιν Σκορσέζε


«Σιωπή» (Silence)

Σκηνοθεσία: Μάρτιν Σκορσέζε
Ερμηνεία: Άντριου Γκάρφιλντ, Άνταμ Ντράιβερ, Λίαμ Νίσον, Σάιαραν Χάιντς, Ταντανόμπου Ασάνο, Σίνια Τσουκαμότο, Νανά Κομάτσου

Έχουν περάσει τέσσερις δεκαετίες από την εποχή που ο Μάρτιν Σκορσέζε γύριζε τους «Κακόφημους δρόμους» (1973) στις γειτονιές της Νέας Υόρκης όπου μεγάλωσε και ο ίδιος. Από μικρός ήταν ένας ασθενικός Ιταλοαμερικανός, με την αρχική πρόθεση να γίνει ιερέας της Καθολικής Εκκλησίας, για να καταλήξει σκηνοθέτης του κινηματογράφου, ανανεωτής των εκφραστικών του μέσων. Ωστόσο, το ιδιότυπο σύμπλεγμα της προσωπικής εμμονής του με τη «σωτηρία της ψυχής», τη βία και τις ενοχές, που είχαμε δει κατ’ επανάληψη στις ταινίες του της δεκαετίας του ’70 (όπως για παράδειγμα στον περίφημο «Ταξιτζή»), επανεμφανίζεται στην τελευταία του ταινία, τη «Σιωπή», την οποία μάλιστα επέλεξε, διόλου τυχαία, να πρωτοπαρουσιάσει στο Βατικανό, στον Πάπα Φραγκίσκο… Η «Σιωπή» βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Σουσάκου Έντο που κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία το 1966 και το οποίο αναφέρεται στους διωγμούς των χριστιανών της Ιαπωνίας κατά τον 17ο αιώνα. Δεν είναι η πρώτη φορά που το συγκεκριμένο έργο μεταφέρεται στην οθόνη. Είχε προηγηθεί ο Μασαχίρο Σινόντα το 1971, χωρίς εκείνη η ταινία να γνωρίσει διεθνή απήχηση (ο Σκορσέζε δηλώνει σήμερα πως δεν έχει δει την ταινία του Ιάπωνα ομολόγου του, πράγμα μάλλον περίεργο για έναν φανατικό σινεφίλ και αποδεδειγμένο προστάτη της παγκόσμιας κινηματογραφικής κληρονομιάς). Το βιβλίο του Σουσάκου Έντο κυκλοφορεί και στα ελληνικά (από τις εκδόσεις Καστανιώτης), με πρόλογο του Μάρτιν Σκορσέζε. Ο ίδιος έγραψε το σενάριο της ταινίας σε συνεργασία με τον Τζέι Κοκς («Συμμορίες της Νέας Υόρκης»).

Ο χριστιανισμός έφτασε στην Ιαπωνία με το κήρυγμα που έκαναν Πορτογάλοι Ιησουίτες, αρχικά με την άδεια των τοπικών ηγεμόνων. Η διάδοση του χριστιανισμού κατά την πρώτη περίοδο ήταν εντυπωσιακή, με τους Ιησουίτες να βαφτίζουν ταυτόχρονα άρχοντες και ανθρώπους του λαού. Για τους πρώτους η «νέα θρησκεία» ερχόταν στην Ιαπωνία μαζί με το άγνωστο μέχρι τότε μπαρούτι (πολύτιμο για τους συνεχείς εμφύλιους). Σε πολλές περιπτώσεις ήταν οι ιεραπόστολοι που εμπορεύονταν το μπαρούτι, παρά τις απαγορεύσεις του τάγματος (βέβαια η ταινία του Σκορσέζε δεν κάνει την παραμικρή αναφορά σε αυτό το ακανθώδες θέμα).

Η επέκταση του χριστιανισμού, αλλά κυρίως οι ανταγωνισμοί των ξένων επί ιαπωνικού εδάφους, οδήγησαν τους τοπικούς ηγεμόνες στην απόφαση να απαγορεύσουν «αυτή την ξένη και επικίνδυνη θρησκεία» στα 1614. Το ιεραποστολικό έργο δεν ήταν ξεκομμένο από την επεκτατική δράση των ευρωπαϊκών κρατών: Οι Πορτογάλοι ιεραπόστολοι στην περιοχή είχαν εμπλακεί σε λυσσαλέο ανταγωνισμό με τους Ισπανούς, καθώς η κάθε πλευρά εξέφραζε τα συμφέροντα της χώρας από την οποία είχε ξεκινήσει. Και μάλιστα το ιεραποστολικό έργο από το τάγμα των Ιησουιτών «παντρευόταν» με το εμπόριο, με το αιτιολογικό ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος οικονομικής αυτάρκειας…

Αργότερα έφτασαν στην Ιαπωνία οι διαφορετικού δόγματος Άγγλοι και Ολλανδοί, που με τη σειρά τους άρχισαν να υπονομεύουν και να κατηγορούν στις αρχές της χώρας συλλήβδην τους ανταγωνιστές τους Ισπανούς και Πορτογάλους. Διόλου παράξενο λοιπόν που οι ιαπωνικές αρχές ερμήνευσαν τον «εκχριστανισμό» ως μια σύγκρουση ξένων συμφερόντων στην «αυλή» τους… Περίπου 150.000 πιστοί, που είναι γνωστοί ως «Kakure Kirishitan» («κρυμμένοι χριστιανοί») επιβίωσαν, παρά τις αιματηρές διώξεις, στην περίοδο που εικονογραφεί η ταινία. Παρακολουθούμε δύο Πορτογάλους μοναχούς να φτάνουν κρυφά στην Ιαπωνία, για να ενισχύσουν τους «κρυμμένους χριστιανούς» αλλά και για να ανακαλύψουν τι ακριβώς συνέβη με τον προκάτοχό τους ιεραπόστολο Φερέιρα, που οι φήμες τον θέλουν να υπέκυψε στις διώξεις και να απαρνήθηκε τον χριστιανισμό…

Η αφήγηση εστιάζει στον έναν από τους δύο ιεραπόστολους, τον Σεμπαστιάου Ροντρίγκες (Άντριου Γκάρφιλντ), και η δοκιμασία μιας «κοινότητας» προσώπων μεταφράζεται σε δοκιμασία ενός προσώπου, σε διλήμματα στα οποία οφείλει να απαντήσει μόνος, μπροστά στη «σιωπή του Θεού». Εύκολα μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει «ακαδημαϊκή» την προσέγγιση του Σκορσέζε, ωστόσο δεν λείπουν οι δυνατές στιγμές, ιδιαίτερα με τους Γιαπωνέζους ηθοποιούς, στους δεύτερους ρόλους…



Filed under film reviews

Ο διεθνής «Αστακός» του Λάνθιμου: Μια παραβολή για την αναγκαιότητα της αγάπης


Κόλιν Φάρελ, Ρέιτσελ Βάις, «The Lobster»


Αναρωτιέμαι εάν η κρίση έφτασε και στις Κάννες, βλέποντας τις αφίσες για το «Δείπνο των 5.000», όπως ονομάστηκε η δωρεάν διανομή φαγητού για 5.000 άτομα την ερχόμενη Τετάρτη. Πρόκειται κυρίως για φρούτα και λαχανικά που προορίζονταν για απόσυρση και με πρωτοβουλία της Γαλλίδας συγγραφέως Μπενεντίκτ Μαρτέν και της μη κυβερνητικής οργάνωσης Feedback θα διατεθούν σαν μερίδες φαγητού σε πέντε χιλιάδες άτομα. Γιατί οι Κάννες δεν μόνο κόκκινα χαλιά, χολιγουντιανή λάμψη και διασημότητες: Όπως σχεδόν σε όλες τις γαλλικές πόλεις, υπάρχει κι εδώ το «καρτιέ» με την αφρικανική και αραβόφωνη κοινότητα, που βρίσκεται βέβαια μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Ο αστακός, η νέα ταινία του Γιώργου Λάνθιμου που συμμετέχει στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα των Καννών και προβλήθηκε την Παρασκευή, αναφέρεται σε μια δυστοπική κοινωνία, όχι πολύ μακρινή από τη σημερινή, που όμως έχει χώρο μόνο για ζευγάρια. Οι άνθρωποι «πρέπει» να ζουν σαν ζευγάρια, όχι μόνοι. Η ταινία είναι συμπαραγωγή Ιρλανδίας, Βρετανίας, Ελλάδας, Γαλλίας και Ολλανδίας. Το 2009 ο Λάνθιμος συμμετείχε με τον Κυνόδοντα στο «Ένα κάποιο βλέμμα» των Καννών αποσπώντας το Μεγάλο Βραβείο της κριτικής επιτροπής. Όπως και στον Κυνόδοντα, και στον Αστακό τα πρόσωπα της ταινίας υπόκεινται σε έναν ξεκάθαρο πειθαναγκασμό, εδώ με την αμείλικτη υποχρέωση να βρουν σύντροφο… Γι’ αυτόν τον σκοπό οι μοναχικοί συλλαμβάνονται και μεταφέρονται σε ένα απομονωμένο ξενοδοχείο. Εκεί είναι υποχρεωμένοι να βρουν έναν ταιριαστό σύντροφο μέσα σε 45 μέρες. Αν αποτύχουν, τους μεταμορφώνουν σε ένα ζώο της επιλογής τους και τους αφήνουν στο κοντινό δάσος…
Ο Κόλιν Φάρελ είναι ένας αρχιτέκτονας που η γυναίκα του τον εγκατέλειψε, μετά από 11 χρόνια γάμου, και οδηγείται στο ξενοδοχείο. Παρ’ ότι θα προσπαθήσει σκληρά να βρει σύντροφο εκεί μέσα, ακόμη και πλησιάζοντας τη «γυναίκα χωρίς καρδιά» (Αγγελική Παπούλια), δεν θα τα καταφέρει και, προτού τον μεταμορφώσουν σε αστακό, που είναι το ζώο της επιλογής του, θα αποφασίσει να το σκάσει στο δάσος. Εκεί ζουν οι «μοναχικοί», μονίμως κυνηγημένοι από τους ένοικους του ξενοδοχείου, που κάθε τόσο βγαίνουν για κυνήγι στο δάσος. Χτυπούν τους «μοναχικούς» με αναισθητικά βέλη, και έτσι αναίσθητους τούς κουβαλούν στο ξενοδοχείο για να υποβληθούν στην τιμωρία της μεταμόρφωσης σε ζώο που προσπάθησαν να αποφύγουν. Για κάθε «μοναχικό» που θα καταφέρει να χτυπήσει ο έγκλειστος, κερδίζει «μπόνους» χρόνο που παρατείνει τη διαμονή του στο ξενοδοχείο μέχρι να καταφέρει να βρει το πολυπόθητο ταίρι. Από τη μια μεριά, ο στόχος για τους έγκλειστους στο ξενοδοχείο είναι το ζευγάρωμα – «παρακολουθούμε τα νέα ζευγάρια κατά το πρώτο διάστημα, αν δούμε ότι εμφανίζεται πρόβλημα στη σχέση τους, τους δίνουμε κι ένα παιδί. Αυτό συνήθως φέρνει αποτέλεσμα», λέει η φοβερή διευθύντρια του ξενοδοχείου. Στην «αντίπαλη» κοινότητα, των «μοναχικών» του δάσους, οι αισθηματικές σχέσεις μεταξύ τους απαγορεύονται με τον πιο αυστηρό τρόπο – σαν μια κολεκτίβα πουριτανών επαναστατών, που θέλει πάση θυσία να μη διακινδυνεύσει τη συνοχή της ομάδας… Υπάρχει βέβαια κι ένας «τρίτος κόσμος», ο κόσμος της πόλης, για τον οποίο η ταινία δεν μας λέει σχεδόν τίποτε, παρά μόνο ότι εκεί έχουν τεθεί «εκτός νόμου» και μόνο κρυφά μπορούν να επισκέπτονται τους φίλους και γνωστούς και να παίρνουν προμήθειες…
Κάποιοι έσπευσαν να πουν ότι η νέα ταινία του Λάνθιμου ανοίγεται σε σουρεαλιστικά μονοπάτια, ότι αυτή τη φορά βλέπουν επιρροές από Μπουνιουέλ κ.λπ. Είναι αλήθεια ότι η σκηνοθετική βιρτουοζιτέ του Λάνθιμου λειτουργεί καλύτερα στο κομμάτι της ταινίας που αφορά το ξενοδοχείο, με άλλα λόγια σε συνθήκες εγκλεισμού, παρά στον ανοιχτό χώρο του δάσους με τους κρυμμένους «μοναχικούς». Εκεί το στυλιζάρισμα του Λάνθιμου, τόσο με τις γωνίες της κάμερας όσο και με τη γνώριμη πια «ακαμψία» των ηθοποιών, μοιάζει λιγότερο αποτελεσματικό. Ο θεατής θα ήθελε μια κλιμάκωση, αλλά το σενάριο είναι πολύ φειδωλό σε τέτοιες στρατηγικές, επιμένοντας στις «μικρές», χαμηλόφωνες χειρονομίες των χαρακτήρων, που θα προσπαθήσουν να αντιμετωπίσουν το παράλογο, τον κυνισμό, με μια «επανεφεύρεση» των συναισθημάτων…
Το σάουντρακ της ταινίας κυμαίνεται από τον Νικ Κέιβ («Do you know where the wild roses grow, so sweet and scarlet and free?») μέχρι τον Στραβίνσκι και τον Σοστακόβιτς αλλά και τον Τώνη Μαρούδα (το τραγούδι που κλείνει την ταινία είναι το ντουέτο που είχε κάνει με την Σοφία Λόρεν στο «Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη;»).
Στη συνέντευξη Τύπου, ο Γιώργος Λάνθιμος ήταν μάλλον εξαιρετικά λακωνικός στο να δώσει «κλειδιά» για την προσέγγιση της ταινίας του: «Με τον συν-σεναριογράφο Ευθύμη Φιλίππου συζητάμε για πολλά πράγματα, κι εδώ ενδιαφερθήκαμε για τις ανθρώπινες σχέσεις, κάτι που έχουμε κάνει και στο παρελθόν βέβαια, αλλά ίσως αυτή την φορά με πιο ρομαντικό τρόπο….». Οι ηθοποιοί του, που ήταν δίπλα του στη συνέντευξη Τύπου, εξέφρασαν τη χαρά τους που συμμετείχαν στη συγκεκριμένη ταινία, ιδιαίτερα ο Κόλιν Φάρελ, που ανέφερε ότι εντυπωσιάστηκε διαβάζοντας το σενάριο, και το χαρακτήρισε «μακράν ένα από πιο αντισυμβατικά που έχει διαβάσει ποτέ στη ζωή του». Η Ρέιτσελ Βάις δήλωσε ότι «καθηλώθηκε» βλέποντας στην οθόνη τον Κυνόδοντα και ήθελε πάση θυσία να βρεθεί στο «σύμπαν του Λάνθιμου». Η Λεά Σεντού, που παίζει την αρχηγό των «μοναχικών» του δάσους, είπε πώς όταν διάβασε το σενάριο το βρήκε «μοναδικό, πρωτότυπο, με μια κινηματογραφική γλώσσα πολύ ιδιαίτερη, ένα αλλιώτικο σύμπαν. Μ’ αρέσει αυτό που λέει για τις ανθρώπινες σχέσεις και τον παραλογισμό του δικού μας σύμπαντος… Ο τρόπος που δουλεύει με τους ηθοποιούς του, μου έφερε στο μυαλό τον Μπρεσόν».
Ο Λάνθιμος δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο επιστροφής του στην Ελλάδα αλλά είπε ότι κινηματογραφικά οι επιλογές είναι περισσότερες στην Αγγλία, «μπορώ να κάνω πράγματα στον κινηματογράφο που δεν θα μπορούσα να τα κάνω στην Ελλάδα».
Στις Κάννες βρίσκεται και ο Κώστας Γαβράς, που φέτος είναι το τιμώμενο πρόσωπο του τμήματος «Cannes Classics», το οποίο θα προβάλει την κλασική πλέον ταινία του Ζ σε ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια, παρουσία και του αναπληρωτή υπουργού Πολιτισμού Νίκου Ξυδάκη, αύριο Δευτέρα.
Ακόμη, ο Πάνος Χ. Κούτρας συμμετέχει φέτος ως μέλος της κριτικής επιτροπής του τμήματος «Ένα κάποιο βλέμμα». Πέρυσι, στο πλαίσιο του ίδιου αυτού τμήματος είχε προβληθεί η ταινία του Xenia.


Filed under festivals

Ενας Ιρανός που «επιστρέφει» στο Παρίσι, εντυπωσιάζει τις Κάννες

cannes17-pic1.the past
«Το Παρελθόν», του Ασγκάρ Φαραντί

H νέα ταινία του Ασγκάρ Φαραντί «Το Παρελθόν», γυρισμένη στη Γαλλία, κυριάρχησε στο χθεσινό πρόγραμμα του Φεστιβάλ των Καννών. Η ιστορία που αφηγείται ο σκηνοθέτης του «Χωρισμού» είναι φαινομενικά απλή: Ο Ιρανός Αχμάντ φτάνει στο Παρίσι από την Τεχεράνη για να «τακτοποιήσει» εκκρεμότητες του παρελθόντος. Τέσσερα χρόνια νωρίτερα είχε χωρίσει με τη γυναίκα του Μαρί, και τώρα επιστρέφει για να υπογράψει τα χαρτιά του διαζυγίου. Εκείνη τον προσκαλεί να μείνει στο σπίτι όπου ζούσαν, και όχι σε ξενοδοχείο. Ευκαιρία για εκείνον να ξανασυναντήσει τις δύο της κόρες από προηγούμενη σχέση, τις οποίες γνωρίζει καλά, αν και τώρα στο σπίτι υπάρχουν και νέα πρόσωπα, ο τωρινός σύντροφος της Μαρί, ο Σαμίρ, μαζί με τον μικρό γιο του. Ο Φαραντί ξεδιπλώνει βήμα βήμα ένα περίπλοκο σενάριο με εξαιρετικά σύνθετους χαρακτήρες, που δεν είναι καθόλου προβλέψιμοι, χωρίς ωστόσο η αφήγησή του να «χάνει» σε αμεσότητα. Η παρουσία του Αχμάντ στο σπίτι αποδεικνύεται καταλυτική, όλοι δείχνουν να θέλουν να απεμπλακούν από το παρελθόν αλλά τα μυστικά που κρύβονται κάτω από την επιφάνεια των σχέσεων θα βρεθούν ξανά στο επίκεντρο. Ο Φαραντί διαθέτει μια σχεδόν φιλοσοφική ενατένιση της πολυπλοκότητας της ανθρώπινης ύπαρξης όμως αυτό δεν σημαίνει καθόλου πως οι ήρωές του δεν υποφέρουν, δεν συγκρούονται, δεν βασανίζονται από ενοχές. Εστω και αν προς το τέλος η ταινία ξεστρατίζει, με μια «αστυνομική» πλοκή που δεν ταιριάζει στα όσα προγήθηκαν, πολλοί εδώ στις Κάννες θεωρούν ότι ο Φαραντί έθεσε ήδη υποψηφιότητα για τον Χρυσό Φοίνικα.

Από την Κίνα έρχεται το «A Touch of Sin», του Ζία Ζανγκέ, μία «σπονδυλωτή» ταινία με τέσσερις ιστορίες που ανιχνεύουν τις δραματικές αλλαγές στην κοινωνία της τεράστιας αυτής χώρας. Σενάριο βασισμένο σε αληθινά περιστατικά, σε διαφορετικές περιοχές της Κίνας, με κοινό παρονομαστή τη βία, που μοιάζει να είναι το τίμημα της ραγδαίας οικονομικής εξέλιξης: Από τον «παρία» μιας βιομηχανικής κωμόπολης που καταγγέλλει, μόνος αυτός, τους τοπικούς παράγοντες για το χαριστικό ξεπούλημα του συνεταιριστικού εγοστασίου σε ιδιώτη, μέχρι τη νεαρή ρεσεψιονίστ σε σάουνα, που η αντίδρασή της όταν κάποιοι πελάτες προσπαθήσουν να τη βιάσουν, θα οδηγήσει σε λουτρό αίματος


Filed under festivals

Μετά τον «Υπέροχο Γκάτσμπι», κατακλυσμός στην Κρουαζέτ!


«Heli» του Αμάτ Εσκαλάντε

Ανοιξαν οι καταρράκτες του ουρανού εδώ στις Κάννες, στην πρεμιέρα του φεστιβάλ με τον «Υπέροχο Γκάτσμπυ», και τους σταρ απτόητους να παρελαύνουν στο κόκκινο χαλί κάτω από ομπρέλες, ποζάροντας στα φλας των εκατοντάδων φωτογράφων. Υπό βροχή επίσης, αλλά χωρίς τη λάμψη των πρωταγωνιστών, θεατές και δημοσιογράφοι στριμώχνονται στις τεράστιες ουρές, διεκδικώντας μια θέση στις αίθουσες. «Είναι δεδομένο ότι οι ταινίες ανταγωνίζονται μεταξύ τους, έστω και μόνο για την προσοχή του κοινού», μας είπε ο πρόεδρος της φετινής κριτικής επιτροπής, Στίβεν Σπίλμπεργκ. «Κάποιες ταινίες αναζητούν συγκεκριμένο κοινό, για παράδειγμα ένα φιλμ που θέλει να φέρει κόσμο στις αίθουσες δεν μπορεί να συγκριθεί με ένα άλλο που φιλοδοξεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις κινηματογράφο». Την κριτική επιτροπή του διαγωνιστικού τμήματος συμπληρώνουν η Αυστραλέζα ηθοποιός Νικόλ Κίντμαν, ο Ρουμάνος σκηνοθέτης Κριστιάν Μουντζίου, ο Γάλλος ηθοποιός και σκηνοθέτης Ντανιέλ Οτέιγ, η Σκωτσέζα σκηνοθέτρια Λιν Ράμσεϊ, ο σκηνοθέτης Ανγκ Λι από την Ταϊβάν, ο Αυστριακός ηθοποιός Κρίστοφ Βαλτς, η Γιαπωνέζα σκηνοθέτρια Ναόμι Καβάσε και η Ινδή ηθοποιός Βίντια Μπαλάν.
Η πρώτη ταινία του διαγωνιστικού, το «Heli» του Μεξικανού Αμάτ Εσκαλάντε (γεννημένος το 1979), αν και δεν ενθουσίασε, συνδυάζει το «αγγελοπουλικό» βλέμμα της σκηνοθετικής αποστασιοποίησης με μια εξαιρετικά βίαιη ιστορία, τοποθετημένη σε μια «γυμνή» μεξικανική επαρχία, όπου κυριαρχούν οι άδειοι χώροι. Η ταινία ξεκινά με την εικόνα ενός ματωμένου προσώπου κάποιου ημιθανούς άντρα, στην καρότσα ενός μικρού φορτηγού που τρέχει σε άδειους δρόμους. Οι άγνωστοι που οδηγούν , θα τον κρεμάσουν τελικά σε μια πεζογέφυρα, στοχεύοντας φανερό στον «παραδειγματισμό», και θα εξαφανιστούν. Είναι η κατάληξη της ιστορίας που θα παρακολουθήσουμε στην συνέχεια, με τον Ελι του τίτλου να είναι ένας νεαρός εργάτης σε κοντινό εργοστάσιο αυτοκινήτων. Ζει με τη γυναίκα του και το μωρό τους, τον πατέρα του και την δωδεκάχρονη αδελφή του Εστέλα. Η μικρή ζει τον πρώτο της έρωτα, με έναν νεαρό εκπαιδευόμενο αστυνομικό από τη γειτονική σχολή, σχεδιάζουν να παντρευτούν και να φύγουν μακριά από αυτόν τον νεκρό, άγονο τόπο. Αλλά ο «πλάγιος» τρόπος που θα επιλέξουν για να κάνουν πραγματικότητα το όνειρό τους, θα τους φέρει αντιμέτωπους με την ανελέητη τοπική συμμορία που διακινεί ναρκωτικά…

«The Bling Ring» ονομάζεται η νέα ταινία της Σοφίας Κόπολα, που σίγουρα δεν έχει ξεχάσει ακόμη τις (άδικες) αποδοκιμασίες όταν παρουσίασε εδώ στις Κάννες την «Μαρία Αντουανέτα» της, το 2006. Στην τελευταία της ταινία, αφηγείται την πραγματική ιστορία μιας παρέας γυμνασιόπαιδων του Λος Αντζελες, που θέλοντας να οικειοποιηθούν κάτι από τη λάμψη και τον πλούτο των διασημοτήτων του Χόλιγουντ, έμπαιναν στα σπίτια τους κλέβοντας ό,τι λάμπει (bling). Και το έκαναν με το πιο απλό σύστημα που μπορεί να φανταστεί κανείς: Γκουγκλάροντας τις διευθύνσεις των σταρ, έβρισκαν τα σπίτια που τους ενδιέφεραν και κατάφερναν να μπουν μέσα, αφού πάντα κάποια πόρτα ήταν ξεκλείδωτη. Αρπαζαν ρούχα, παπούτσια, κοσμήματα, «απαλλοτρίωναν» το φανταχτερό πλούτο που ένα ολόκληρο σύστημα διαφημίζει υστερικά, κι όλα αυτά από τον Οκτώβριο του 2008 μέχρι τον Αύγουστο του 2009, οπότε και τους τσάκωσαν…


Filed under festivals

Βασίλης Λουλές: «Να ξαναφτιάξουμε μια Ελλάδα της αλληλεγγύης, της ανοχής στο διαφορετικό»


Τα πέντε παιδιά που σώθηκαν στην Κατοχή, στην αφίσα της ταινίας (από αριστερά): Σήφης Βεντούρας, Ροζίνα Πάρδο (νυν Ασσέρ), Μάριος Σούσης,Ευτυχία Ναχμία (νυν Νάχμαν), Σέλλυ Κοέν (νυν Κούνιο).


Συνεχίζεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος στην Αθήνα αλλά και στην αίθουσα «Παύλος Ζάννας» στη Θεσσαλονίκη η προβολή του βραβευμένου ντοκιμαντέρ του Βασίλη Λουλέ «Φιλιά εις τα παιδιά», που παρουσιάζει τη μυθιστορηματική διάσωση κατά τη διάρκεια της Κατοχής πέντε παιδιών Εβραίων της Ελλάδας. Ο Λουλές με υλικό τα «μικρά», καθημερινά στοιχεία της επιβίωσης φέρνει στο επίκεντρο τη σημασία της ανθρώπινης επαφής και ταυτόχρονα νοηματοδοτεί εκ νέου την πρόσφατη ελληνική Ιστορία.

* Ποιο ήταν το αρχικό ερέθισμα, το έναυσμα για να γυρίσεις μια ταινία για τα Εβραιόπουλα της Κατοχής στην Ελλάδα, μια ταινία στην οποία αφιέρωσες πέντε χρόνια δουλειάς;

Το 2005 διάβασα μια μικρή είδηση σε εφημερίδα για μια έκθεση του Εβραϊκού Μουσείου Ελλάδος, με μαρτυρίες και ντοκουμέντα “κρυμμένων παιδιών”, μια συλλογή με ιστορίες Ελλήνων Εβραίων που ήταν παιδιά ηλικίας 5-10 ετών στα χρόνια της Κατοχής. Ήταν ωστόσο μια εντελώς προσωπική ανάγκη εκείνη την εποχή που μʼ έκανε να σταθώ σε αυτήν την πληροφορία: Μόλις είχα γίνει πατέρας κι αναρωτήθηκα πώς βιώνει τον χρόνο ένα παιδί που αναγκάζεται να κρύβεται για να σωθεί. Πώς είναι η καθημερινότητά του, τα παιχνίδια του, με ποιον τρόπο ξεχνιέται, πώς πείθεται να σιωπά, πώς βλέπει τον έξω κόσμο -στον οποίο «παραμονεύει ο θάνατος»… Συνάντησα αρκετά πρόσωπα και μίλησα πολύ μαζί τους πριν επιλέξω τους πέντε ανθρώπους, με ενδιέφερε μια ταινία «για την παιδική ηλικία στη σκιά του Ολοκαυτώματος”. Αυτοί οι πέντε υπέροχοι άνθρωποι που με εμπιστεύτηκαν βυθίστηκαν σʼ ένα μεγάλο ταξίδι στη μνήμη, που έκρυβε πόνο, στιγμές αγωνίας, ανάσες χαράς και ξεγνοιασιάς στην αγκαλιά των ξένων που τα έσωσαν… Αυτοί οι ηλικιωμένοι, σήμερα, άνθρωποι μπορεί να μιλούν στον κινηματογραφικό φακό, αλλά στην πραγματικότητα συνδιαλέγονται με τον παιδικό τους εαυτό…

* Και πού «ακουμπά», πώς συνδέεται η ταινία σου με τη σημερινή Ελλάδα της κρίσης;

Αν υπάρχει κάτι που συνδέει την ταινία με την τωρινή κρίση, είναι νομίζω η ανάγκη να ξαναβρούμε ή να ξαναφτιάξουμε μια Ελλάδα της περηφάνιας, της αλληλεγγύης, της αυταπάρνησης και της ανοχής στο διαφορετικό. Όλες αυτές τις αξίες που οι γενναίοι εκείνοι άνθρωποι (χριστιανοί, άθρησκοι, αντιστασιακοί ή απλοί άνθρωποι) κατάφεραν να διασώσουν σώζοντας ζωές Εβραίων ή άλλων κυνηγημένων.

* Αυτοί οι άνθρωποι, πέρα από τον αφανισμό της κοινότητάς τους, τη φυσική εξόντωση, υπέστησαν και τον αφανισμό της μνήμης, εκτοπίστηκαν πλήρως από την παράδοση, τη μνήμη της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, σαν να μην υπήρξαν ποτέ… Τι μπορεί να κάνει ο κινηματογράφος και η τέχνη γενικότερα γι’ αυτό; Πέντε προσωπικές περιπτώσεις «μετράνε» στη ζυγαριά του θεατή για λογαριασμό των 13.000 παιδιών Ελλήνων Εβραίων που χάθηκαν στην Κατοχή;

Νομίζω ότι τα πέντε «παιδιά» που γλίτωσαν από τα στρατόπεδα του θανάτου μιλάνε και για λογαριασμό και των χιλιάδων άλλων παιδιών που χάθηκαν. Το νιώθουν και οι ίδιοι αυτό έτσι ακριβώς. Ξαναζωντανεύουν όχι μόνο οι προσωπικές τους ιστορίες των παιδικών χρόνων, αλλά «ξανακούγονται» οι φωνούλες και των άλλων παιδιών, αποκαλύπτεται και -το σκεπασμένο από τον χρόνο- ίχνος της σύντομης ζωής τους πάνω στη γη. Από τις αγαπημένες μου στιγμές στην ταινία είναι όταν ξαναβλέπω τα ερασιτεχνικά φιλμάκια των εβραϊκών οικογενειών της Ευρώπης πριν τον πόλεμο. Φιλμάκια που ανακαλύψαμε μετά από πολύ μεγάλη έρευνα και παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Βρέθηκαν στο United States Holocaust Memorial Museum, που μας τα παραχώρησε δωρεάν. Βλέποντας ξανά και ξανά τις εικόνες των παιδιών που παίζουν ανέμελα μπρος στον φακό, ανυποψίαστα για την τραγική μοίρα που τα περιμένει, αισθάνομαι απέραντη θλίψη και πικρία, αλλά την ίδια στιγμή και μια παρήγορη περηφάνια, διότι συνειδητοποιώ ότι -χάρη στην εφεύρεση του κινηματογράφου κατʼ αρχήν, και χάρη στη συγκεκριμένη ταινία κατά δεύτερο λόγο- οι μορφές τους, τα παιχνίδια, οι γκριμάτσες και οι υπέροχες σαχλαμάρες τους δεν χάθηκαν για πάντα. Γιατί, δυστυχώς, όπως λέει και μια αφηγήτρια στην ταινία, αναφερόμενη στις μορφές των φίλων, συγγενών και γειτόνων της που χάθηκαν: «όσοι δεν έχω φωτογραφία τους, σβήνονται…».

* Ένα από τα τότε παιδιά-επιζώντες, η Ροζίνα Πάρδο, λέει κάποια στιγμή στην ταινία: «Έχω απαλλαγεί πια από το μίσος. Μισώ μόνον αυτούς που πάνε να μιμηθούν εκείνους…». Όταν ξεκινούσες, πριν πέντε χρόνια, δεν είχαμε στην Ελλάδα την εκλογική εκτόξευση της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής. Τι «απαντάς» εσύ ως δημιουργός σε αυτούς τους ανθρώπους αλλά και όσους τους ψηφίζουν;

Απέναντι στους απλούς ψηφοφόρους τους χρειάζεται δουλειά για να αποκαλυφθούν μπροστά στα μάτια τους οι θηριωδίες του παρελθόντος και οι προσωπικές τραγωδίες που έζησαν εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο, ακόμα κι αυτοί που ήταν με την πλευρά των Γερμανών. Αντίθετα, απέναντι στους συνειδητούς αρνητές του Ολοκαυτώματος χρειάζεται σκληρή στάση και μόνον, καμιά υποχώρηση ή ανοχή.

* Η Ευτυχία Νάχμαν, λέει σε κάποια στιγμή στην ταινία: «Μετά την απελευθέρωση εμφανίστηκαν διάφοροι που δεν είχαν καμιά σχέση με τη σωτηρία μας, να διεκδικήσουν κάτι… Όσοι πραγματικά μάς βοήθησαν ούτε ζήτησαν κάτι ούτε μίλησαν για την περίοδο εκείνη…». Ωστόσο, υπάρχει και η «υλικότητα» αυτών των ιστοριών…

Μέσα από τις αφηγήσεις των χαρακτήρων μου συνάντησα τους υπέροχους και γενναίους σωτήρες τους, χριστιανούς και μη, στρατευμένους στην Αντίσταση, με την Αριστερά ή με τη Δεξιά… Ήταν άνθρωποι που ρίσκαραν τη ζωή τη δική τους και των οικογενειών τους, προκειμένου να σώσουν τους «άλλους», τους αλλόθρησκους Εβραίους. Άνθρωποι που στο όνομα της προστασίας ενός Εβραίου ένιωσαν ότι έκαναν προσωπική αντίσταση στους Γερμανούς. Άνθρωποι σπάνιου ήθους και αξιοπρέπειας. Φυσικά υπήρξαν και προδότες, άνθρωποι που κατέδιδαν κυνηγημένους. Δεν αποκλείεται καθόλου να υπήρξαν και πολλές περιπτώσεις που κάποιοι έκρυψαν Εβραίους με χρηματικό αντίτιμο. Σε εποχές πείνας τα πάντα μπορούν να συμβούν, είναι αναμενόμενο. Ωστόσο, εγώ προτιμώ να θυμάμαι την Ελλάδα της αλληλεγγύης και της αυτοθυσίας.


Filed under συνεντεύξεις

Γιώργος Ζώης: «Είναι πολύ εύκολο να κερδοσκοπήσεις πάνω στη φωτογένεια της κρίσης»

yorgos zois close up


Ο Γιώργος Ζώης είναι χειμαρρώδης καθώς μιλά απέναντί μου, λίγες ώρες προτού πετάξει για το Φεστιβάλ Βενετίας (όπου το Σάββατο το βράδυ απέσπασε το βραβείο European Film Awards 2012 για τη μικρού μήκους ταινία του «Τίτλοι τέλους»), όμως ταυτόχρονα είναι σαφής και ουσιώδης. Δύο χρόνια πριν, συμμετείχε και πάλι στη βενετσιάνικη Μόστρα με το «Casus Belli», την πρώτη του κινηματογραφική δουλειά, μια ευθύβολη κινηματογραφική ματιά που αποτυπώνει με οικονομία μέσων και πολιτική οξυδέρκεια την εικόνα της κρίσης, εστιάζοντας σε μια παράδοξη αλλά συνάμα ρεαλιστική ουρά αναμονής ανθρώπων στο “πουθενά”… Η ταινία απέσπασε εγκωμιαστικά σχόλια τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, προβλήθηκε στις αίθουσες της Γαλλίας και της Ελβετίας και σε περισσότερα από πενήντα φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο, αποσπώντας πλήθος βραβείων. Φέτος, ο Γιώργος Ζώης επιστρέφει στη Βενετία με τους «Τίτλους τέλους”.

Με σπουδές Μαθηματικών και Αστροφυσικής, πώς βρέθηκες στο σινεμά;

Είχα έναν καθηγητή στο φροντιστήριο, όταν ήμουν στο Λύκειο, που μας έδινε να δούμε ταινίες, θυμάμαι μας είχε δώσει το «Μίσος» του Κασοβίτς, ταινίες του Αγγελόπουλου… Οταν πέρασα στο Πολυτεχνείο, είπα δεν πάω και στου Σταυράκου να δω τι γίνεται; Θυμάμαι είχα δώσει στον εαυτό μου διορία μέχρι τα Χριστούγεννα για να αποφασίσω τι θα κάνω. Τελειώνοντας το Πολυτεχνείο είχα την επιλογή είτε να πάω στο «Δημόκριτο» είτε στο Βερολίνο για σπουδές κινηματογράφου, με υποτροφία του ιδρύματος Γουλανδρή. Προτίμησα το Βερολίνο.

Τι σχέση έχουν τα μαθηματικά με τον κινηματογράφο;

Ε, πώς δεν έχουν σχέση. Τα μαθηματικά είναι μια γλώσσα, όπως και ο κινηματογράφος… Εχω την άποψη ότι οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες δουλεύουν με επιστημονικό τρόπο, γιατί έχουν δημιουργήσει τη δική τους θεωρία και ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν, όπως αντίστοιχα οι μεγάλοι επιστήμονες έχουν μια καλλιτεχνική ματιά, γιατί ξέρουν ότι πρέπει να δημιουργήσουν κάτι… Τα μαθηματικά είναι ρυθμός, όπως και το σινεμά. Οι σπουδές μου με έχουν βοηθήσει πολύ, έχω μια επίμονη σχέση με τη συμμετρία, τη σύνθεση του κάδρου, μια μαθηματική ψύχωση…

Τι είναι οι «Τίτλοι τέλους», η ταινία που παρουσιάζεις στη Βενετία;

Είναι μια ταινία για την κατάρρευση, την απώλεια, γι`αυτό που ζούμε έξω και βιώνουμε μέσα μας. Η κεντρική ιδέα της ταινίας είναι η εικόνα των άδειων διαφημιστικών πινακίδων και ξεκίνησε από τις συζητήσεις με την Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου. Για μένα είναι το τέλος μιας ολόκληρης εποχής, σε όλα τα επίπεδα. Η ταινία ξεκινάει με μια διαφημιστική πινακίδα που από πάνω της έχει το όνομα της εταιρείας των πινακίδων: REMEDY (θεραπεία). Η δημιουργία αυτής της ταινίας για μένα λειτούργησε ακριβώς με αυτό τον τρόπο: θεραπευτικά. Και θεωρώ ότι η εικόνα του άδειου κάδρου είναι τρομαχτικά ισχυρή, εμένα με στοίχειωσε… Νομίζω ότι αυτά τα άδεια κάδρα σηματοδοτούν την ύπαρξή μας, έχουμε κενό προτάσεων, κενό ψυχισμού, μαζική αδράνεια. Οι άδειες διαφημιστικές πινακίδες είναι τα σύγχρονα μνημεία μας…

Αυτή τη στιγμή ετοιμάζεις ταυτόχρονα και την πρώτη σου μεγάλου μήκους ταινία…

Η ταινία έχει προγραμματιστεί να γυριστεί το επόμενο καλοκαίρι. Το σενάριο είχε πάρει το βραβείο ανάπτυξης από το Γαλλικό Κέντρο Κινηματογράφου και τώρα ετοιμαζόμαστε να πάμε στο Τορίνο για την πλατφόρμα χρημοδότησης Torino Film Lab, όπου τα καλύτερα σενάρια μοιράζονται συνολικά 500.000 ευρώ. Ο τίτλος είναι «Stage Fright», που σημαίνει το άγχος του ηθοποιού πάνω στην σκηνή, αλλά ο όρος προέρχεται από την ψυχιατρική και δηλώνει τον φόβο της έκθεσης του αληθινού μας εαυτού μπροστά στους άλλους. Αυτό είναι που με ενδιαφέρει, το να πράττεις σύμφωνα με αυτό που είσαι… Η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα σε ένα θέατρο, όπου μιάμιση ώρα πριν την πρεμιέρα εισβάλλει μια ομάδα ανθρώπων με ακάλυπτα τα πρόσωπά τους. Οι εισβολείς δηλώνουν ότι η παράσταση θα γίνει, αλλά όλα πρέπει να είναι αληθινά, από τις σφαίρες μέχρι τις ερμηνείες…

Τι είναι αυτοί οι εισβολείς;

Είναι φοβερά δημοκρατικοί αλλά και τρομακτικοί… Αυτό είναι το ζήτημα που με απασχολεί, ότι η δημοκρατία είναι το άλλο πρόσωπο του φασισμού, μεταλλάσσεται από το ένα στο άλλο με τρομερή ταχύτητα. Προσπαθώ, ενώ δεν το θέλω, να γίνω σκληρός και κυνικός για να αντιμετωπίσω το φασισμό που έρχεται, πρώτα για τους άλλους και μετά για εμάς.

Δηλαδή πιστεύεις ότι η δημοκρατία μας δεν είναι πραγματική δημοκρατία…

Εγώ θεωρώ ότι δημοκρατία και καπιταλισμός είναι πράγματα ασύμβατα μεταξύ τους. Πιστεύω ότι είναι ένα πέπλο, ένα άλλοθι… Τις προάλλες είδα ένα απίστευτο ρεπορτάζ στην τηλεόραση, τον πρωθυπουργό που πήγε και ήπιε καφέ στην Ομόνοια και από δίπλα αμέτρητοι αστυνομικοί και κάποιοι συνταξιούχοι να τον χειροκροτούν… Η εικόνα μού θύμισε φωτογραφίες και «επίκαιρα» της χούντας, η προπαγάνδα τους είναι εντελώς κιτς. Και είναι απίστευτο, έπειτα από τόσα χρόνια «επικοινωνίας», διαφήμισης και με τόσους image makers να καταλήγουν σε προπαγάνδα τόσο κραυγαλέα…

Ποια είναι η γνώμη σου για τον ελληνικό κινηματογράφο αυτή τη στιγμή;

Υπάρχει ένας μεγάλος αναβρασμός, πλέον είναι εύκολο να γυρίσεις ταινία γιατί δεν υπάρχουν αυταπάτες, δεν υπάρχουν ούτε επιχορηγήσεις ούτε «επετηρίδα», δεν έχεις να περιμένεις τίποτα. Είναι παράδοξο που υπάρχει αυτή η μεγάλη παραγωγή, αλλά νομίζω ότι έτσι κι αλλιώς στην τέχνη η αποτυχία είναι ο κανόνας. Το θέμα είναι, οι ταινίες που θα κάνουμε να μην είναι ανώδυνες, γιατί τόσα χρόνια στην Ελλάδα γυρίστηκαν πάρα πολλές ανώδυνες ταινίες. Αλλά πιστεύω ότι υπάρχει μια γενιά κινηματογραφιστών γύρω στα τριάντα που θα μας δώσει εξαιρετικές δουλειές.

Ισχύει στον κινηματογράφο το κοινότοπο «η κρίση είναι ευκαιρία»;

Εδώ υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα, είναι πολύ εύκολο να κερδοσκοπήσεις πάνω στη φωτογένεια της κρίσης, τη φωτογένεια της φρίκης. Απαιτείται εντιμότητα για να δείξεις την καθημερινή φρίκη, την εξαθλίωση. Σε μια τρώγλη μπορεί να βρεις ένα εντυπωσιακό ντεκόρ, ένα καταπληκτικό κινηματογραφικό κάδρο, αλλά έτσι γίνεσαι ανταποκριτής του BBC… Υπάρχει πάντα ο φόβος ότι βολεμένοι κινηματογραφιστές, οι «τουρίστες του βλέμματος», θα αντιμετωπίσουν τους απελπισμένους ανθρώπους ως εξωτικούς ήρωες.

Είναι θέμα ουσιαστικής ωριμότητας του κινηματογραφιστή…

…Αλλά και βιωμάτων. Ποιος από εμάς έχει φίλο έναν Πακιστανό, έναν άστεγο; `Η έχει προσωπική σχέση με έναν Χρυσαυγίτη, ή με έναν πιτσιρικά που τα σπάει; Αν την πραγματικότητα τη βιώνεις μέσα από τις εικόνες της τηλεόρασης, πώς να κάνεις κινηματογράφο; Δεν πιστεύω βέβαια ότι ο κινηματογράφος μπορεί να αλλάξει την κοινωνία, αλλιώς αλλάζει η κοινωνία. Αλλά αν οι κινηματογραφιστές είναι ευαίσθητοι μπορούν να προβλέψουν τις εξελίξεις, ή έστω να καταφέρουμε να επικοινωνήσουμε…

Και ο ελληνικός κινηματογράφος, πώς «στάθηκε» απέναντι στις τελευταίες δεκαετίες;

Ο ήρωας της δεκαετίας του `90 ήταν ο αλλοτριωμένος άνθρωπος, που ήταν μόνος, είχε όμως τη δουλειά του. Ο σημερινός ήρωας είναι ένας άνθρωπος σε απόγνωση, και αυτό που έχει τρομακτικό ενδιαφέρον είναι το πόσο απρόβλεπτη είναι η συμπεριφορά του. Εκείνος ο άνθρωπος στη Βόρεια Ελλάδα που πήγε στη δουλειά του με το όπλο και είπε στο αφεντικό του «Μου χρωστάς δεκαπέντε μισθούς», και πυροβόλησε αυτόν και το τσιράκι του… Αυτό φοβούνται όσοι είναι στην εξουσία, το απρόβλεπτο, το τι μπορεί να κάνει ο κάθε απελπισμένος μόνος του ή εμείς όλοι μαζί. Ο άλλος πάει στο Σύνταγμα και πυροβολεί τον εαυτό του, με μια αξιοπρέπεια και σεβασμό. Αύριο όμως, το όπλο πού θα στραφεί; Οσο για τον ελληνικό κινηματογράφο, πέρασε μια περίοδο τρελής ομφαλοσκόπησης. Ποια είναι η γνώμη μου για τους κινηματογραφιστές αυτής της περιόδου; Θα απαντούσα με μια φράση του Μπιτσάκη που μου έρχεται στο μυαλό, από το βιβλίο του «Τα γονίδια του μέλλοντος»: «Δεν τους αρνούμαστε αλλά τους απορρίπτουμε διαλεκτικά».

Γράφτηκε ότι έκανες τους «Τίτλους τέλους» χωρίς να εισπράξεις την επιχορήγηση που είχες από την ΕΡΤ, προτιμώντας τα χρήματα αυτά να δοθούν σε κάποιον νεότερο σκηνοθέτη…

Δεν είναι ακριβώς έτσι, δεν υπήρχαν χρήματα που «περίμεναν» να τα πάρω από την ΕΡΤ γιατί δεν είχα καταθέσει καν αίτηση. Απλά είπαμε ότι αφού η ταινία μπορούσε να χρηματοδοτηθεί με τις εισπράξεις του «Casus belli» στο εξωτερικό, δεν χρειαζόταν να ζητήσουμε 30.000 ευρώ από την ΕΡΤ. Και θέλω να πω εδώ να μη διανοηθούν να κόψουν το «Μικροφίλμ» της ΕΡΤ, γιατί είναι το μοναδικό πρόγραμμα που βοηθάει πραγματικά τους νέους κινηματογραφιστές.

1 σχόλιο

Filed under συνεντεύξεις