Monthly Archives: Απρίλιος 2010

Μονοδιάστατη βιογραφία “εν κενώ”

Gainsbourg

«Gainsbourg (Vie héroïque)»

Σκηνοθεσία: Ζοάν Σφαρ

Ερμηνεία: Ερίκ Ελμοσνινό, Λούσι Γκόρντον, Λετισιά Καστά, Νταγκ

Τζόουνς, Αννα Μουγκλαλίς, Μιλέν Ζαμπανουά, Σάρα Φορεστιέ, Γιολάντ Μορό

Πιθανότατα η πιο εντυπωσιακή, «αστραφτερή» ταινία της εβδομάδας, βιογραφία του θρύλου της μουσικής, Σερζ Γκενσμπούρ. Δεν πρέπει να χάσετε τους τίτλους αρχής, ένα μικρό αριστούργημα σε κινούμενα σχέδια, οι καλύτεροι κινηματογραφικοί τίτλοι που έχω δει τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, για την ταινία, διατηρώ επιφυλάξεις για την προσέγγιση του (κομίστα) Σφαρ, ο οποίος αν και είναι μακριά από οποιαδήποτε προσπάθεια «αγιοποίησης» του Γκενσμπούρ έχει υποπέσει σε ένα βασικό σφάλμα, το οποίο «παραμονεύει» σε κάθε είδους βιογραφία: Η ταινία ξεκινά με τον μικρό Γκενσμπούρ στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής, ένα ταλαιπωρημένο αλλά πανέξυπνο εβραιόπουλο που τριγυρνά στο Παρίσι ανάμεσα στα πόδια των Γερμανών. Υπάρχει μια ολόκληρη σκηνή όπου η τερατόμορφη εβραϊκή φιγούρα μιας ρατσιστικής αφίσας «ζωντανεύει» από τον τοίχο κι αρχίζει να κυνηγάει τον μικρό Γκενσμπούρ στους δρόμους. Με άλλα λόγια, η εμβόλιμη σουρεαλιστική στρατηγική του σκηνοθέτη συνδυάζεται αρχικά με την ανάδειξη του ιστορικού-κοινωνικού πλαισίου που προφανώς καθόρισε την διαμόρφωση της προσωπικότητας του Γκενσμπούρ. Όταν όμως η «αβανταδόρικη» ναζιστική περίοδος ξεπεραστεί, ο σκηνοθέτης εγκαταλείπει εντελώς την υπόμνηση έστω στοιχειωδώς του ιστορικού πλαισίου (π.χ. και εντελώς πρόχειρα, «έκρηξη» του καταναλωτισμού μαζί με την ανάδυση της νεολαιίστικης κουλτούρας στην Ευρώπη, νεανικά κινήματα, Μάης του `68) και «παραδίδει» τον ήρωά του εν κενώ σε μια διαδοχική σειρά γυναικοκατακτήσεων από κρεβάτι σε κρεβάτι, χωρίς να διαφορίζεται στο παραμικρό η κάθε εποχή. Και η ασυνέπεια αυτής της στρατηγικής γίνεται ολοφάνερη όταν, στα 1978, ο Γκενσμπούρ ηχογραφεί μια παρωδία της «Μασσαλιώτιδας», ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων από στρατιωτικούς και ακροδεξιούς, που «εισβάλλουν» ξαφνικά στη μονοδιάστατη μυθοπλασία της ταινίας, δημιουργώντας προφανή σύγχυση στον θεατή, καθώς ανατρέπεται το μοντέλο που είχε υιοθετηθεί. Γιατί το έκανε ο Γκενσμπούρ, εκείνη ειδικά την ιστορική στιγμή; Και γιατί οι αντιδράσεις ήταν τόσο έντονες τότε; Όλα μένουν μετέωρα, όπως και το «τέλος» αυτής της φιλόδοξης, το ξαναλέω, εντυπωσιακής, αλλά συνάμα εξαιρετικά άνισης ταινίας. Πολύ καλός ο Ερίκ Ελμοσνινό στον βασικό ρόλο.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under film reviews

Mε «Ρομπέν» και γκονταρικό «Σοσιαλισμό» οι Κάννες

Αμπάς Κιαροστάμι, Τακέσι Κιτάνο, Μάικ Λι, Ρίντλεϊ Σκοτ, Νικίτα Μιχάλκωφ, Ολιβερ Στόουν, Αλεχάντρο Ινιαρίτου, Γούντι Αλεν, Ζαν-Λικ Γκοντάρ, Μπερτράν Ταβερνιέ, Μανοέλ ντε Ολιβέιρα είναι ανάμεσα στους σκηνοθέτες που θα παρουσιάσουν τις νέες τους ταινίες στο 63ο Φεστιβάλ των Καννών από 12 έως 23 Μαϊου. Το φεστιβάλ ανοίγει με τον «Ρομπέν των δασών» του Ρίντλεϊ Σκοτ και κλείνει με τη μάλλον επίκαιρη «συνέχεια» του «Γουόλ Στριτ» του Ολιβερ Στόουν, που φέρει τον εύγλωττο τίτλο «Money never sleeps» και παρουσιάζει τον Γκόρντον Γκέκο σε νέες περιπέτειες (και οι δύο ταινίες προβάλλονται εκτός συναγωνισμού).
Στο ενδιάμεσο, η υπό τον Τιμ Μπάρτον κριτική επιτροπή θα έχει μπόλικη δουλειά, αφού οι 13 ταινίες του φετινού διαγωνιστικού προγράμματος απαρτίζουν μια πολύ καλή επιλογή -ανάμεσά τους έχουμε και συμμετοχές από χώρες όπως η Ουκρανία και το Τσαντ, για πρώτη φορά στην ιστορία του θεσμού. Ξεχωρίζουν, το «Copie Conforme», πρώτη σκηνοθετική δουλειά του Κιαροστάμι στη Δύση, με τη Ζιλιέτ Μπινός, η ταινία εποχής του Ταβερνιέ «La Princesse de Montpensier», το «Fair game» του Νταγκ Λίμαν από την Αμερική, η συνέχεια του «Ψεύτη ήλιου» του Μιχάλκωφ, το «Hors la Loi» του Ρασίντ Μπουσαρέμπ. Ακόμη, η νέα ταινία του Γούντι Αλεν «You Will Meet a Tall Dark Stranger» (εκτός συναγωνισμού), το «Another Year» του Μάικ Λι, που είναι σε φόρμα τα τελευταία χρόνια, το «Biutiful» (με αυτή την ορθογραφία) του Ινιαρίτου, με πρωταγωνιστή τον Χαβιέ Μπαρντέμ φυσικά, το «Outrage» του Τακέσι Κιτάνο. Εκτός φεστιβάλ ο Τέρενς Μάλικ που τελικά δεν πρόλαβε τις ημερομηνίες καθώς η νέα του ταινία «Tree of Life» βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία του μοντάζ.

Στο πολύ σημαντικό παράλληλο πρόγραμμα «Ένα Κάποιο Βλέμμα» έχουμε το πολυαναμενόμενο «Film Socialisme» του 79χρονου Γκοντάρ, για το οποίο το ελληνικό κράτος αρνήθηκε βοήθεια σε κάποια γυρίσματα που επρόκειτο να γίνουν εδώ, επειδή ο Γάλλος δημιουργός δεν προσκόμισε… σενάριο, το νέο φιλμ του… 101χρονου Μανοέλ ντε Ολιβέιρα «O Estranho Caso de Angélica» , ενώ η ανερχόμενη κινηματογραφική δύναμη της Ευρώπης, η Ρουμανία, που πέρυσι ξεχώρισε με το «Αστυνομία Ταυτότητα» του Κορνέλιου Πορουμπόιου, φέτος συμμετέχει με δύο ταινίες (του Κρίστι Πούιου και του Ράντου Μουντεάν). Από την Ιταλία έχουμε την ταινία της Σαμπίνα Γκουζάντι «Draquila – L’Italia Che Trema», μία κατά μέτωπο επίθεση στον Μπερλουσκόνι.
ΚΩΣΤΑΣ ΤΕΡΖΗΣ

Σχολιάστε

Filed under festivals

Σιρίν Νεσάτ: Οι γυναίκες της Ανατολής στον κήπο των μυστικών

SN130
«Γυναίκες χωρίς άντρες»

Τον περασμένο Σεπτέμβριο στο Φεστιβάλ της Βενετίας η Ιρανή Σιρίν Νεσάτ, γνωστή μέχρι τότε ως φωτογράφος και εικαστικός, έκανε ένα εντυπωσιακό κινηματογραφικό ντεμπούτο με το «Γυναίκες χωρίς άντρες», φιλμική μετάπλαση μιας σειράς βίντεο με τον ίδιο τίτλο, αποτέλεσμα δουλειάς πέντε χρόνων, που είχαν παρουσιαστεί σε γκαλερί και μουσεία σε όλο τον κόσμο -στην Αθήνα τα είδαμε στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης την περασμένη άνοιξη.

Η ταινία, που προβλήθηκε στη Βενετία αποσπώντας το Αργυρό Λιοντάρι για την καλύτερη σκηνοθεσία (και από την Πέμπτη βγαίνει και στις ελληνικές αίθουσες), είναι ένα πυκνό, ποιητικό σχόλιο για την καταπίεση της γυναίκας στο θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης και βασίζεται (όπως και η σειρά των βίντεο) στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Ιρανής συγγραφέως Σαρνούς Παρσιπούρ, απαγορευμένο στο Ιράν από το 1989.

Η ίδια η Νεσάτ εμφανίστηκε στο Φεστιβάλ της Βενετίας έχοντας στο πλευρό της τις γυναίκες που παίζουν στην ταινία της, όλες ντυμένες στα πράσινα, το χρώμα της αντιπολίτευσης στο Ιράν, και κάνοντας το σήμα της νίκης -ήταν οι μέρες που η Τεχεράνη συγκλονιζόταν από καθημερινές διαδηλώσεις ενάντια στην επανεκλογή του Αχμαντινετζάντ.

Η Σιρίν Νεσάτ, που σήμερα ζει στη Νέα Υόρκη, γεννήθηκε το 1957 στο Καζβίν του Ιράν. Η οικογένειά της ανήκε στην αστική τάξη της χώρας και η ίδια το 1974 έφυγε για σπουδές στο πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ, στις ΗΠΑ. “Θυμάμαι πως τη δεκαετία του ’70 υπήρχαν αρκετοί συμμαθητές μου που άκουγαν τις εκπομπές του εξόριστου Χομεϊνί από το Ιράκ. Εγώ μάλλον όχι. Αλλά θυμάμαι πολύ καθαρά πως είχαμε κουραστεί από τη Δύση, υπήρχε μια διάθεση επιστροφής στη θρησκεία και επανερμηνείας του Ισλάμ, μέσα σε ένα κλίμα όμως γενικότερα δημοκρατικό”.

Μετά την Ιρανική Επανάσταση του 1979 ωστόσο δεν θα μπορέσει να επιστρέψει στην πατρίδα της παρά μόνο το 1993. Η επιστροφή για εκείνη σε μια χώρα εντελώς διαφορετική από αυτή που άφησε οδηγεί σε ένα πολιτισμικό σοκ που θα είναι το έναυσμα για τη φωτογραφική σειρά “Γυναίκες του Αλλάχ”: Γυναίκες που το σώμα τους σκεπάζεται από ποιήματα ή ρητά του Κορανίου ενώ ταυτόχρονα κρατούν στα χέρια τους όπλα, μια εικαστική αναζήτηση που θα μπορούσε να συμπυκνωθεί στη φράση «ο μάρτυρας του ενός είναι ο τρομοκράτης του άλλου» -αργότερα θα παραδεχτεί ότι αυτή η πρώτη της δουλειά ήταν ουσιαστικά “ανώριμη”.

Από το 1996 η Νεσάτ ξεκίνησε να χρησιμοποιεί το βίντεο (για την ακρίβεια χρησιμοποιεί φιλμ 16 και 35 χιλιοστών και το αποτέλεσμα μεταγράφεται σε βίντεο) και δημιούργησε μια τριλογία βιντεοεγκαταστάσεων, το «Τurbulent» (1998), το «Rapture» (1999) και το «Fervor» (2000), με ένα ποιητικό – ανατρεπτικό βλέμμα, ενώ το 2002 δημιούργησε το έργο «Τooba» που παρουσιάστηκε στη γερμανική “Documenta”. Το «Τurbulent», όπου ο θεατής γίνεται μάρτυρας μιας αντιπαράθεσης, σε αντικριστές οθόνες, του αρσενικού και του θηλυκού, μια τακτική που διατηρεί και στα βίντεο “Shadow under the Web” (1997) και “Soliloquy” (1999), είχε αποσπάσει το Α’ διεθνές βραβείο στην Μπιενάλε της Βενετίας του 1999, και γρήγορα η Νεσάτ καθιερώθηκε με πολλές συμμετοχές στον χώρο των μεγάλων διεθνών εκθέσεων και μουσείων σύγχρονης τέχνης.

Με δηλωμένες τις επιρροές της από τον μεγάλο Αντρέι Ταρκόφσκι, αλλά και τον συμπατριώτη της Αμπάς Κιαροστάμι ή τον Γουόνγκ Καρ-Βάι από το πολυπολιτισμικό Χονγκ Κονγκ, η Νεσάτ προχώρησε βήμα βήμα στον χώρο του κινηματογράφου. Από το 2004 ξεκινά να δουλεύει τη σειρά “Γυναίκες χωρίς άντρες”, σαν ξεχωριστά πορτρέτα των γυναικών που περιγράφονται στο βιβλίο της Παρσιπούρ, πριν τα ενοποιήσει στην ταινία. Είναι η Μαχντόχ, η Ζαρίν, η Μουνίς, η Φαεζέ… μορφές ποιητικές, εξαϋλωμένες αλλά και σπαραχτικές στην αυθεντικότητά τους.

Η δράση του μυθιστορήματος τοποθετείται το 1953, τη χρονιά που ο δημοκρατικά εκλεγμένος πρωθυπουργός Μοσαντέκ προσπάθησε μάταια να κινητοποιήσει τον λαό και να αποτρέψει ένα πραξικόπημα οργανωμένο από Αμερικανούς και Βρετανούς, με στόχο την επανενθρόνιση του σάχη ως απόλυτου μονάρχη. Το διακύβευμα ήταν η εθνικοποίηση των πετρελαιοπηγών της χώρας που επιχειρούσε ο Μοσαντέκ θίγοντας τα συμφέροντα των αμερικανοβρετανικών εταιρειών…

Για τη Σιρίν Νεσάτ η χρονική στιγμή της απόπειρας του ιρανικού λαού να κατακτήσει τη δημοκρατία και την ανεξαρτησία ήταν η πιο κατάλληλη για να εστιάσει στην πάλη των γυναικών για επιβίωση μέσα από την τρέλα, τη φυγή, την αντίσταση ή τη συμμόρφωση… Παρά τις αλλαγές που έχουν γίνει σε σχέση με το μυθιστόρημα, διατηρούνται ο μαγικός ρεαλισμός, η ποιητική ατμόσφαιρα και η αίσθηση του υπερφυσικού.

Οι γυναίκες της ταινίας αγωνίζονται για ελευθερία και επιβίωση σε μια κοινωνία που θέτει αυστηρούς κανόνες σε ό,τι αφορά τη θρησκεία, το σεξ και την κοινωνική συμπεριφορά. Τελικά όλες “συγκλίνουν” για να ζήσουν ή να πεθάνουν σε έναν κήπο -μια αναλογία με τον Κήπο της Εδέμ: η ιδέα του κήπου βρίσκεται στην καρδιά της μυστικής περσικής λογοτεχνίας συμβολίζοντας έναν τόπο πνευματικής ανάτασης, ενώ, ταυτόχρονα, υπαινίσσεται την έννοια της εξορίας…

1 σχόλιο

Filed under θέματα