Monthly Archives: Νοέμβριος 2009

Ωριμότητα για την εποχή της ανωριμότητας;

500-days-of-summer-6

“(500) Μέρες με τη Σάμερ” [(500) Days of Summer]

Σκηνοθεσία: Μαρκ Γουέμπ

Ερμηνεία: Τζόζεφ Γκόρντον Λέβιτ, Ζόι Ντεσανέλ

Κάθε εποχή επανεφευρίσκει την εικόνα του έρωτα μέσα από την κινηματογραφική βερσιόν που γίνεται δημοφιλής και αποδεκτή από το ευρύτερο κοινό εκείνη τη στιγμή… Να λοιπόν, από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, με αφετηρία το Sundance, η πιο πρόσφατη γοητευτική εκδοχή για την ερωτική πλημμυρίδα, που δρα καταλυτικά και μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή, καθώς δεν μπορείς να ξεφύγεις… Ο Μαρκ Γουέμπ (γενν. το 1975, πρώτη του ταινία) μιλά για “τα χρόνια ανάμεσα στην εφηβεία και την περίοδο που αρχίζεις να πληρώνεις φόρους”, όπως αναφέρει σαρκαστικά ο ίδιος. Ο ήρωάς του, ο Τομ, δουλεύει σε μια εταιρεία που “δημιουργεί” ευχετήριες κάρτες, για κάθε περίπτωση. Ερωτεύεται αμέσως τη νέα υπάλληλο που εμφανίζεται στο γραφείο, τη Σάμερ (καλοκαίρι). Η Σάμερ δεν πιστεύει ούτε στο ελάχιστο σε οποιαδήποτε μορφή έρωτα, αλλά γρήγορα, σε ένα καραόκε πάρτι για τους εργαζόμενους στην εταιρεία, εκείνος θα της τραγουδήσει το «Here comes your man» των Pixies, κι εκείνη αλλάζει αμέσως διάθεση απέναντί του, χωρίς ωστόσο να υποκύψει στον έρωτα. Ο Γουέμπ καταγράφει ανορθόδοξα τις 500 μέρες της σχέσης, με ένα συνεχές “μπρος-πίσω”, δηλ. μπορεί να δείτε πρώτα την ημέρα 352, μετά την ημέρα 16 κ.ο.κ. χωρίς ωστόσο να αναιρείται η γραμμική εξέλιξη. Αποκτούμε ωστόσο μια σχεδόν πανοραμική κάλυψη της ιστορίας, χωρίς να “απομακρυνόμαστε” από τα συναισθήματα του βασικού ήρωα. Ο σκηνοθέτης θέλει να μας προσφέρει, από την πλευρά του, και σε μεγάλο βαθμό το καταφέρνει, ωριμότητα για την εποχή της ανωριμότητας… Πίσω από το πρώτο επίπεδο αφήγησης κρύβονται δύο δευτερεύουσες αφηγήσεις, μία που ακολουθεί το μουσικό νήμα της ιστορίας, με εξαιρετικές επιλογές τραγουδιών (άλλωστε ο Γουέμπ έχει προϋπηρεσία σε πολλά μουσικά βίντεο κλιπ, και συνεργασία με τους Weezer, τους AAR και τους My Chemical Romance). Μαζί με τους σεναριογράφους Σκοτ Νεστάντερ και Μάικλ Βέμπερ, ο Γουέμπ “χτίζει” ευφυέστατα κι ένα τρίτο επίπεδο αφήγησης, με σινεφιλικές αναφορές (κορυφαία είναι μια εξαιρετική σκηνή όπου ο ήρωας “μεταφέρεται” στην οθόνη του σινεμά και η ιστορία του δανείζεται εικόνες από την παράδοση της νουβέλ βαγκ αλλά και από το σινεμά του Μπέργκμαν). Ξεφεύγοντας από την τυπική χολιγουντιανή παράδοση της ερωτικής κομεντί, ο Γουέμπ “ακουμπά” πραγματικά συναισθήματα, την ερωτική λατρεία, την απογείωση της “συνάντησης” των ψυχών, τον πόνο και την απόγνωση της εγκατάλειψης…

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under film reviews

Η κάμερα στη γενιά του no future

fish tank


«Fish tank»

Σκηνοθεσία: Αντρέα Άρνολντ

Ερμηνεία:Κέιτι Τζάρβις, Μάικλ Φασμπίντερ, Κίρστον Γουόρινγκ, Κέιτι Τζάρβις, Χάρι Τρινταγουέι, Σαρλότ Κόλινς

Στα παρακλάδια του κινηματογραφικού σύμπαντος του Κεν Λόουτς κινείται η Αντρέα Αρνολντ (γενν. το 1961), καθώς αποτυπώνει την προβληματική εφηβεία της δεκαπεντάχρονης Μία, που ζει με τη μικρότερη αδελφή της και τη νεαρή μητέρα της, την έχουν διώξει από το σχολείο και “αφοσιώνεται” στο χιπ χοπ… Για τον βασικό ρόλο η Αρνολντ διάλεξε την 17χρονη Κέιτι Τζάρβις, που δεν είχε την παραμικρή ερμηνευτική εμπειρία, ενώ στο καστ βρίσκουμε και την Κίρστον Γουόρινγκ στον ρόλο της μητέρας (την είχαμε συναντήσει και στο “It’s a free world” του Κεν Λόουτς). Καταλυτική για τη ζωή της Μία θα είναι η παρουσία στο σπίτι του νέου φίλου της μητέρας της… Η Αρνολντ κάνει εξαιρετική δουλειά στο να αποτυπώσει την “ωμότητα της ζωής” στα εργατικά προάστια του Λονδίνου (στην πραγματικότητα είναι το Εσεξ, στα ανατολικά του Λονδίνου), με τους τεράστιους (πρώην) βιομηχανικούς χώρους, και τη no future νεολαία να κινείται συνεχώς με μια υπόκωφη, ανέκφραστη απελπισία, ανάμεσα σε αυτοκινητόδρομους, άθλια διαμερίσματα και μισοκατεστραμμένους βιομηχανικούς χώρους… Χωρίς προσποίηση, χωρίς εκπτώσεις, με την αεικίνητη κάμερα να λειτουργεί σχεδόν σα χειρουργικό εργαλείο…

Σχολιάστε

Filed under film reviews

Ο Εμφύλιος της υπερβάλλουσας αθωότητας

Ψυχη βαθια

«Ψυχή βαθιά»
Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης
Ερμηνεία: Χρήστος Καρτέρης, Γιώργος Αγγέλκος, Βαγγέλης Μουρίκης, Γιώργος Συμεωνίδης, Βικτώρια Χαραλαμπίδου, Κώστας Κλεφτόγιαννης , Θανάσης Βέγγος

Σε έρευνα της κοινής γνώμης που δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» τον περασμένο Φεβρουάριο, το 55% δηλώνει πως κατά τη γνώμη του η «ιδεολογική διαίρεση» του Εμφυλίου παραμένει ισχυρή και σήμερα. Εξήντα ακριβώς χρόνια μετά τη λήξη του, ο «ανθρωποκεντρικός» Παντελής Βούλγαρης γύρισε μια ταινία μυθοπλασίας για την τελευταία περίοδο του Εμφυλίου, που ήδη φαίνεται να έχει διχάσει, τη στιγμή μάλιστα που κηρύσσει τη «λήξη» της σύγκρουσης, τη συμφιλίωση. Στη «δυσκολία» μου να προσεγγίσω μια τέτοια πολυσύνθετη προσπάθεια θα επικαλεστώ μια φράση που είχε πει ο Φίλιππος Ηλιού μιλώντας για το βιβλίο του Αγγελου Ελεφάντη «Μας πήραν την Αθήνα»: «Είναι μεγάλος ο πειρασμός για τον αριστερό να προσεγγίσει την ιστορία του με όρους πολιτικούς, αποδοχής ή απόρριψης, που εμπλέκουν το ορθό και το λάθος και τείνουν να καταλήξουν στην αυτοδικαίωση». Εστω κι αν το «Ψυχή βαθιά» δεν είναι ιστορικό κείμενο αλλά μυθοπλαστική μεταγραφή ιστορικών δεδομένων…
Ο Βούλγαρης στηρίζει την αφήγησή του σε δύο νεαρούς ήρωες, δυο αδέρφια, χωριατόπαιδα, που η «μοίρα» ρίχνει τον έναν στη μεριά του κυβερνητικού στρατού και τον άλλον στην απέναντι πλευρά. Όχι μόνο η ηλικία αλλά και τα πρόσωπα των αγοριών (τα οποία ο φακός του Βούλγαρη καδράρει συστηματικά) υποδηλώνουν την «αθωότητα», θεμελιώδη αντίθεση στο σφαγείο της εμφύλιας σύγκρουσης. Ο σκηνοθέτης θέτει εξ αρχής τα δύο στρατόπεδα σε κατάσταση «ισοτιμίας». Όχι απόλυτης. Αλλωστε, ενδεικτικά, ο τίτλος είναι παρμένος από το σύνθημα των ανταρτών… Όμως, σαφώς, η οπτική του σκηνοθέτη δεν είναι με κάποια από τις δύο πλευρές αλλά ταυτίζεται με εκείνη της μάνας Ζαχαρούλας ή του τραγικού παππού που έχασε τον εγγονό του (Θανάσης Βέγγος), δύο χαρακτήρες που καλούνται να συνενώσουν τα διεστώτα…
Η ταινία συναπαρτίζεται από «επεισόδια» παρμένα από αυθεντικά περιστατικά της περιόδου –άλλωστε στο δελτίο τύπου που μοίρασε η εταιρεία παραγωγής επισυνάπτεται «βιβλιογραφία» για την περίοδο του Εμφυλίου, πάνω στην οποία στηρίχτηκε η έρευνα και το σενάριο της ταινίας. Και ενώ από τις προσωπικές μου μελέτες χρόνων για την περίοδο η βιβλιογραφία αυτή κρίνεται αρκούντως ικανοποιητική, από την άλλη με ξενίζει το γεγονός ότι μια ταινία μυθοπλασίας μοιάζει να διεκδικεί τη δικαίωσή της στο χώρο της ιστοριογραφίας.
Επίσης, δεν μου είναι εύκολο να αποδεχτώ τη λογική του action στις σκηνές μάχης, στις οποίες ο σκηνοθέτης φαίνεται να αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα. Θέλει άραγε να μας πει «δείτε τι σφαγείο ήταν ο εμφύλιος»; Και αν αυτός ήταν ο στόχος του, ήταν όντως αυτή η καλύτερη επιλογή που είχε; Εάν η οπτική είναι αντιπολεμική, συνάδει με την απόδοση ιδιάζουσας βαρύτητας στις σκηνές μάχης; Αισθάνθηκα στη διάρκεια της προβολής πως «πρέπει» να πειστώ ότι ο ανθρωποκεντρικός Βούλγαρης ξέρει να γυρίζει και πολεμικές σκηνές… Και δεν έχει ίσως νόημα να επικαλεστώ τον κλασικό αντιπολεμικό «Ουρανό» του Τάκη Κανελλόπουλου, ή την πιο πρόσφατη «Λεπτή κόκκινη γραμμή» του Τέρενς Μάλικ, όπου ο ρεαλισμός της μάχης υπεραναπληρώνεται από την έντονη εσωτερική ζωή των ηρώων…
Αλλά εφόσον γινόμαστε μάρτυρες της αγριότητας της σύγκρουσης, στο «Ψυχή βαθιά», τίθεται αυτομάτως το ερώτημα: Γιατί πολεμούν οι χαρακτήρες μέσα σε αυτή την ταινία; Ποιο είναι το ενδοφιλμικό διακύβευμα; Οι της μίας πλευράς αγωνίζονται, όπως υπονοείται με έμμεσες αναφορές, για μια «λαοκρατία», με φωτεινό καθοδηγητή τον πατερούλη των ημερών εκείνων Στάλιν, και όντως σκιαγραφείται ένα κλίμα συντροφικότητας, σπαργανώματα, ίσως, μιας «άλλης» κοινωνίας …
Από την άλλη πλευρά όμως για τι αγωνίζονται; Εξωφιλμικά (ιστορικά) η απάντηση είναι προφανής, «για την εξουσία, για την κυριαρχία». Ενδοφιλμικά η απάντηση μοιάζει να είναι «πολεμούν γιατί τους εξαναγκάζουν οι Αμερικανοί» -ναι, φοβάμαι πως ένας νέος θεατής εύκολα θα διολισθήσει σε αυτό το συμπέρασμα. Δεν υπάρχει ούτε ένας ιδεολόγος από τη «μοναρχοφασιστική» πλευρά –ακόμα και οι στρατοδίκες εμφανίζονται να κάνουν μια δουλειά «διεκπεραίωσης»… Δεν υπήρχαν σκληροπυρηνικοί ιδεολόγοι σε αυτή την πλευρά; Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι όχι μόνο υπήρχαν αλλά συγκροτούσαν ένα πανίσχυρο ιδεολογικό ρεύμα – στη μελέτη ενός συντηρητικού ιστορικού για εκείνη την περίοδο περιλαμβάνεται η κρίσιμη παρατήρηση πως ακριβώς σε εκείνα τα χρόνια γεννιέται η έννοια της εθνικοφροσύνης, και ο όρος «εθνικόφρων» τότε αποκτά τη σημασία με την οποία κυριάρχησε για δεκαετίες στην πολιτική προπαίδεια.
Είδα την ταινία δύο φορές προκειμένου να βεβαιωθώ για την αρχική μου αίσθηση: Ο Βούλγαρης γύρισε μια ταινία για έναν εμφύλιο, τον πιο άθλιο, τον πιο ανελέητο απ` όλους τους πολέμους, χωρίς «κακούς»! Και εννοώ φυσικά τους δραματουργικά «κακούς», απ` όλες τις πλευρές, αναγκαίο αντίβαρο στη συνεχή συσσώρευση δραματουργικής αθωότητας… Εκτός αν «κακοί» είναι μόνο οι ξένοι, και η αθωότητα των βασικών του ηρώων σφραγίζει τελικά ολόκληρο το έθνος των Ελλήνων, που ακόμη και εξήντα χρόνια μετά δεν φέρει ευθύνες για ό,τι έγινε…
Ο Μαρκ Φερό έχει δείξει προ πολλού ότι περίφημες ιστορικές ταινίες, όπως π.χ. ο «Αλέξανδρος Νιέφσκι», του 1938, μέσα από την οποία το σοβιετικό καθεστώς καλούσε σε εθνική συσπείρωση ενόψει της ναζιστικής απειλής, μας μιλούν περισσότερο για την ιστορική στιγμή κατά την οποία παράγονται και όχι για αυτή στην οποία αναφέρονται: «Διηθούν το παρελθόν μέσα από την επιλογή των θεμάτων, τις αισθητικές προτιμήσεις της εποχής τους, τις αναγκαιότητες της παραγωγής… τα ασυναίσθητα ολισθήματα του δημιουργού. Εδώ έγκειται η αληθινή ιστορική πραγματικότητα των ταινιών αυτών και όχι στο πώς αναπαριστούν το παρελθόν». Αναρωτιέμαι τι ακριβώς μας λέει η ταινία του Βούλγαρη για τη σημερινή ελληνική κοινωνία, αλλά μάλλον μια τέτοια διερεύνηση ξεφεύγει από τα όρια του παρόντος σημειώματος…

Σχολιάστε

Filed under film reviews