Category Archives: film reviews

Μάρτιν Σκορσέζε: Από τις συμμορίες της Νέας Υόρκης στους χριστιανούς οσιομάρτυρες

silence-movie-2016-liam-neeson-scorsese_fa2w

Ο Λίαμ Νίσον στη «Σιωπή» του Μάρτιν Σκορσέζε

 

«Σιωπή» (Silence)

Σκηνοθεσία: Μάρτιν Σκορσέζε
Ερμηνεία: Άντριου Γκάρφιλντ, Άνταμ Ντράιβερ, Λίαμ Νίσον, Σάιαραν Χάιντς, Ταντανόμπου Ασάνο, Σίνια Τσουκαμότο, Νανά Κομάτσου

Έχουν περάσει τέσσερις δεκαετίες από την εποχή που ο Μάρτιν Σκορσέζε γύριζε τους «Κακόφημους δρόμους» (1973) στις γειτονιές της Νέας Υόρκης όπου μεγάλωσε και ο ίδιος. Από μικρός ήταν ένας ασθενικός Ιταλοαμερικανός, με την αρχική πρόθεση να γίνει ιερέας της Καθολικής Εκκλησίας, για να καταλήξει σκηνοθέτης του κινηματογράφου, ανανεωτής των εκφραστικών του μέσων. Ωστόσο, το ιδιότυπο σύμπλεγμα της προσωπικής εμμονής του με τη «σωτηρία της ψυχής», τη βία και τις ενοχές, που είχαμε δει κατ’ επανάληψη στις ταινίες του της δεκαετίας του ’70 (όπως για παράδειγμα στον περίφημο «Ταξιτζή»), επανεμφανίζεται στην τελευταία του ταινία, τη «Σιωπή», την οποία μάλιστα επέλεξε, διόλου τυχαία, να πρωτοπαρουσιάσει στο Βατικανό, στον Πάπα Φραγκίσκο… Η «Σιωπή» βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Σουσάκου Έντο που κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία το 1966 και το οποίο αναφέρεται στους διωγμούς των χριστιανών της Ιαπωνίας κατά τον 17ο αιώνα. Δεν είναι η πρώτη φορά που το συγκεκριμένο έργο μεταφέρεται στην οθόνη. Είχε προηγηθεί ο Μασαχίρο Σινόντα το 1971, χωρίς εκείνη η ταινία να γνωρίσει διεθνή απήχηση (ο Σκορσέζε δηλώνει σήμερα πως δεν έχει δει την ταινία του Ιάπωνα ομολόγου του, πράγμα μάλλον περίεργο για έναν φανατικό σινεφίλ και αποδεδειγμένο προστάτη της παγκόσμιας κινηματογραφικής κληρονομιάς). Το βιβλίο του Σουσάκου Έντο κυκλοφορεί και στα ελληνικά (από τις εκδόσεις Καστανιώτης), με πρόλογο του Μάρτιν Σκορσέζε. Ο ίδιος έγραψε το σενάριο της ταινίας σε συνεργασία με τον Τζέι Κοκς («Συμμορίες της Νέας Υόρκης»).

Ο χριστιανισμός έφτασε στην Ιαπωνία με το κήρυγμα που έκαναν Πορτογάλοι Ιησουίτες, αρχικά με την άδεια των τοπικών ηγεμόνων. Η διάδοση του χριστιανισμού κατά την πρώτη περίοδο ήταν εντυπωσιακή, με τους Ιησουίτες να βαφτίζουν ταυτόχρονα άρχοντες και ανθρώπους του λαού. Για τους πρώτους η «νέα θρησκεία» ερχόταν στην Ιαπωνία μαζί με το άγνωστο μέχρι τότε μπαρούτι (πολύτιμο για τους συνεχείς εμφύλιους). Σε πολλές περιπτώσεις ήταν οι ιεραπόστολοι που εμπορεύονταν το μπαρούτι, παρά τις απαγορεύσεις του τάγματος (βέβαια η ταινία του Σκορσέζε δεν κάνει την παραμικρή αναφορά σε αυτό το ακανθώδες θέμα).

Η επέκταση του χριστιανισμού, αλλά κυρίως οι ανταγωνισμοί των ξένων επί ιαπωνικού εδάφους, οδήγησαν τους τοπικούς ηγεμόνες στην απόφαση να απαγορεύσουν «αυτή την ξένη και επικίνδυνη θρησκεία» στα 1614. Το ιεραποστολικό έργο δεν ήταν ξεκομμένο από την επεκτατική δράση των ευρωπαϊκών κρατών: Οι Πορτογάλοι ιεραπόστολοι στην περιοχή είχαν εμπλακεί σε λυσσαλέο ανταγωνισμό με τους Ισπανούς, καθώς η κάθε πλευρά εξέφραζε τα συμφέροντα της χώρας από την οποία είχε ξεκινήσει. Και μάλιστα το ιεραποστολικό έργο από το τάγμα των Ιησουιτών «παντρευόταν» με το εμπόριο, με το αιτιολογικό ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος οικονομικής αυτάρκειας…

Αργότερα έφτασαν στην Ιαπωνία οι διαφορετικού δόγματος Άγγλοι και Ολλανδοί, που με τη σειρά τους άρχισαν να υπονομεύουν και να κατηγορούν στις αρχές της χώρας συλλήβδην τους ανταγωνιστές τους Ισπανούς και Πορτογάλους. Διόλου παράξενο λοιπόν που οι ιαπωνικές αρχές ερμήνευσαν τον «εκχριστανισμό» ως μια σύγκρουση ξένων συμφερόντων στην «αυλή» τους… Περίπου 150.000 πιστοί, που είναι γνωστοί ως «Kakure Kirishitan» («κρυμμένοι χριστιανοί») επιβίωσαν, παρά τις αιματηρές διώξεις, στην περίοδο που εικονογραφεί η ταινία. Παρακολουθούμε δύο Πορτογάλους μοναχούς να φτάνουν κρυφά στην Ιαπωνία, για να ενισχύσουν τους «κρυμμένους χριστιανούς» αλλά και για να ανακαλύψουν τι ακριβώς συνέβη με τον προκάτοχό τους ιεραπόστολο Φερέιρα, που οι φήμες τον θέλουν να υπέκυψε στις διώξεις και να απαρνήθηκε τον χριστιανισμό…

Η αφήγηση εστιάζει στον έναν από τους δύο ιεραπόστολους, τον Σεμπαστιάου Ροντρίγκες (Άντριου Γκάρφιλντ), και η δοκιμασία μιας «κοινότητας» προσώπων μεταφράζεται σε δοκιμασία ενός προσώπου, σε διλήμματα στα οποία οφείλει να απαντήσει μόνος, μπροστά στη «σιωπή του Θεού». Εύκολα μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει «ακαδημαϊκή» την προσέγγιση του Σκορσέζε, ωστόσο δεν λείπουν οι δυνατές στιγμές, ιδιαίτερα με τους Γιαπωνέζους ηθοποιούς, στους δεύτερους ρόλους…

 

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under film reviews

Πορτρέτο μιας πόλης και μιας κοινωνίας σε κρίση

wastedIMG_7324_web

«Wasted Youth”

Σκηνοθεσία: Αργύρης Παπαδημητρόπουλος, Jan Vogel
Ερμηνεία: Χάρης Μάρκου, Ιερώνυμος Καλετσάνος, Αρτούρο Κιβίλιοφ, Τζέισον Ουάστορ, Σύλλας Τζουμέρκας, Γιάννης Οικονομίδης

Να λοιπόν που το “νέο ελληνικό σινεμά” αποκτά πια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, με αυτή την ταινία που μελλοντικά θα θεωρείται ορόσημο, όμως με τη σειρά της οφείλει πολλά στο “Από την άκρη της πόλης” του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, ταινία “ρήξης” στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν… “Ορόσημο”, ίσως ακούγεται βαριά λέξη, όμως οι Παπαδημητρόπουλος -Φόγκελ κάνουν τα δύσκολα εύκολα και ανοίγουν καινούργιους δρόμους με την ευθύτητα, την τόλμη τους (που συνδυάζεται με μια λυτρωτική μετριοπάθεια), την ειλικρίνεια απέναντι στους χαρακτήρες τους, την έγνοια και τη βαθύτερη σχέση με αυτή την πόλη, την Αθήνα, που είναι ο ουσιαστικός πρωταγωνιστής της ταινίας. Σωστά διέγνωσε ο διευθυντής του Φεστιβάλ του Ρότερνταμ, που την επέλεξε να ανοίξει τη φετινή διοργάνωση το Φεβρουάριο, πως η ταινία αυτή “είναι ένας βίαιος, ακατέργαστος οδηγός της Αθήνας του σήμερα”…
Καλοκαίρι στην πόλη, καύσωνας… Ένας έφηβος σκεϊτμπόρντερ ξεκινά τη μέρα του όπως πάντα, με τους φίλους του, σε μια περιπλάνηση- “αναζήτηση”… Από την “άλλη πλευρά”, ένας μεσήλικας στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού αγωνίζεται να κάνει ό,τι καλύτερο για την οικογένειά του, με μία δουλειά που απεχθάνεται… Μπροστά στην κάμερα βρίσκονται μια πόλη και μια κοινωνία σε κρίση. Το ξέρουμε, το συζητάμε εδώ και χρόνια, και αναρωτιόμαστε γιατί ο ελληνικός κινηματογράφος το αποφεύγει σαν θέμα, με ελάχιστες εξαιρέσεις…

Το “Wasted Youth” δεν αναζητεί τον εύκολο εντυπωσιασμό, “συμπάσχει” ουσιαστικά με τους χαρακτήρες του, εκεί που νομίζεις πως περιορίζεται σε μια επιφάνεια περιγραφής… Είναι ίσως αυτή η αίσθηση του επείγοντος που σε ξεγελάει… Και η ιστορία του Αλέξη Γρηγορόπουλου χρησιμεύει απλώς ως “αφορμή” για μια εντελώς κινηματογραφική αφήγηση. Οπως λένε οι δημιουργοί του “Wasted Youth”, η ταινία “είναι, επίσης, μία ιστορία για μια νέα γενιά που παλεύει να κάνει ό,τι κάνουν οι νέοι άνθρωποι, μη γνωρίζοντας ότι το μέλλον τους μπορεί να χαραμιστεί – και, μερικές φορές, κυριολεκτικά χαραμίζεται…”.

Σχολιάστε

Filed under film reviews

Καλοκαίρι στον Αρκτικό κύκλο

How-I-Ended-this-Summer-im4d503b827fe9a

«Πώς τελείωσε αυτό το καλοκαίρι» (Kak ya provyol etim letom)
Σκηνοθεσία: Αλεξέι Ποπογκρέμπσκι
Ερμηνεία: Γκριγκόρι Ντομπρίγκιν, Σεργκέι Πουσκεπάλις, Ιγκόρ Τσέρνιεβιτς

Ταινία του «νέου κύματος» του ρωσικού κινηματογράφου, που επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο τα τελευταία χρόνια. Ο γεννημένος το 1972 στη Μόσχα Αλεξέι Ποπογκρέμπσκι είχε γυρίσει στη δεκαετία του `90 μαζί με το φίλο του Μπόρις Κλέμπνικοφ, μια σειρά ταινιών μικρού μήκους και η συνεργασία τους οδήγησε το 2003 στην πολύ γνωστή μεγάλου μήκους «Koktebel», που προβλήθηκε σε πολλά διεθνή φεστιβάλ. Εδώ, έχουμε μια ιστορία «αναμέτρησης» δύο χαρακτήρων, ή μάλλον ένα μείγμα σύγκρουσης και μαθητείας, με τρίτο πρωταγωνιστή το μοναδικής ομορφιάς αλλά και τραχύτητας τοπίο του Αρκτικού κύκλου. Σε ένα ρωσικό νησί της Αρκτικής, δύο άντρες δουλεύουν σε ένα μικρό μετεωρολογικό σταθμό. Δουλειά τους είναι να παίρνουν μετρήσεις, από τα ραδιενεργά εδάφη, και να στέλνουν με ραδιοεπικοινωνία τα δεδομένα στον κεντρικό σταθμό -η μόνη τους επαφή με τον έξω κόσμο. Για τον επαγγελματία Σεργκέι, αυτή η δουλειά έχει γίνει ρουτίνα στα πενήντα του χρόνια. Ο νέος του συνεργάτης, ο Πάβελ, είναι ένας απόφοιτος πανεπιστημίου, που πρόκειται απλώς να περάσει το καλοκαίρι του στο σταθμό. Οι δύο άντρες δεν έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους- ο Πάβελ περνάει το χρόνο του παρέα με το mp3 του και τα video games, προσπαθώντας να αγνοήσει την επιβλητική παρουσία του Σεργκέι. Η ισορροπία διαταράσσεται μια μέρα, όταν ο Σεργκέι θα αφήσει το πόστο του για να πάει για ψάρεμα πέστροφας. Έχει αφήσει τον Πάβελ υπεύθυνο για τις μετρήσεις, και την αποστολή τους. Ο νεαρός κάνει λάθη στις μετρήσεις και αντικαθιστά τα δεδομένα με ψεύτικα για να καλύψει το σφάλμα του. Ακόμη χειρότερα, σε λίγο καταφθάνουν τραγικά νέα για την οικογένεια του Σεργκέι.. Φοβισμένος και αναποφάσιστος ο νεαρός Πάβελ, δεν ξέρει πώς να χειριστεί την πραγματικότητα που εισβάλλει ορμητικά στην ερημιά της καλοκαιρινής Αρκτικής…

Σχολιάστε

Filed under film reviews

Ανοίγοντας φτερά στην Αχαρνών…

45m2
Η Εφη Λογγίνου στην ταινία «45m2» του Στράτου Τζίτζη.

«45m2»

Σκηνοθεσία: Στράτος Τζίτζης

Ερμηνεία:
Έφη Λογγίνου, Ράνια Οικονομίδου, Αλεξάνδρα Παλαιολόγου, Αντίνοος Αλμπάνης

Μια κοπέλα στη σύγχρονη Αθήνα, που ζει με τη μητέρα της και δουλεύει πωλήτρια σε κατάστημα στο Κολωνάκι, αποφασίζει να κάνει το άλμα και να πιάσει σπίτι μόνη της, για “να βρει τον εαυτό της”. Ο Στράτος Τζίτζης, που ανήκει ουσιαστικά στη νεότερη γενιά των σκηνοθετών, συνεχίζει μετά το “Σώσε με” τη διερεύνηση-σπουδή της γυναίκειας ψυχοσύνθεσης με ιδιαίτερη φροντίδα ως προς τους χαρακτήρες, και με κινηματογραφική ευστοχία.

Η ηρωίδα του, η Χριστίνα (η Έφη Λογγίνου είναι μια εξαιρετική επιλογή, “γράφει” στον φακό), απομακρύνεται από τις “συμβάσεις” των παλιών συμμαθητών της, του ερωτικού δεσμού της, υπερβαίνοντας ωστόσο τις οικονομικές δυνατότητες που της προσφέρει ο μισθός της πωλήτριας, και νοικιάζει ένα διαμέρισμα 45 τετραγωνικών σε τιμή ευκαιρίας κάπου στην Αχαρνών, σε μια περιοχή που χρωματίζεται από την «εισβολή» των μεταναστών.

Στο διαμέρισμα αυτό έχουν ξεμείνει μερικές κούτες από τον προηγούμενο ενοικιαστή. Μαθαίνει ότι ανήκουν σε έναν νέο, τον Φώτη, προφανώς συνομήλικό της, που πήγε υποτίθεται στα νησιά να δουλέψει για να χρηματοδοτήσει τις καλλιτεχνικές του τάσεις…

Το στήριγμα που αναζητάει θα το βρει στα βιβλία, τις σημειώσεις και τις ζωγραφιές αυτού του άγνωστου που έχει αφήσει τα ίχνη του στον ίδιο χώρο…

Ας μη σας ξεγελάσει η απλότητα της αφήγησης, η σκηνοθεσία έχει να πει πολύ περισσότερα απ’ όσα προτάσσει…
Η “φυσικότητα” που προκύπτει από την εξαίρετη καθοδήγηση των ηθοποιών ενδεχομένως να θεωρηθεί από κάποιους μειονέκτημα, ενώ στην πραγματικότητα είναι κατάκτηση σκληρής δουλειάς.

Εάν το ταλέντο φαίνεται στις λεπτομέρειες, τότε ο Τζίτζης σίγουρα διαθέτει άφθονο: Με έπεισαν και με τράβηξαν δευτερεύοντα στοιχεία στο “κάδρο” όπως το καντήλι στο θυρωρείο για το θάνατο του «κυρίου Επαμεινώνδα», ενός χαρακτήρα που ο σκηνοθέτης θυσιάζει πρόωρα στην ανέλιξη της υπόθεσης, υπόμνηση στην ηρωίδα για τη φθαρτότητα, τη στιγμή που η ίδια ξεχειλίζει από ζωή, ή, ακόμη, το φευγαλέο μουσικό σέσιον στο υμιυπόγειο των Αφρικανών, σε ένα πέρασμα-«ματιά» της ηρωίδας…
Ισως κάποιος παρατηρήσει ότι απουσιάζει από την ταινία του Τζίτζη η αγριότητα, η βία που βιώνει πια κανείς στην καθημερινότητα του κέντρου της Αθήνας… Αντίθετα, δηλώνεται η δυνατότητα της συνύπαρξης, ότι ο «εχθρός» είναι οι συμβάσεις, όχι η γνωριμία με το καινούργιο… Σίγουρα δεν υπάρχει η φιλοδοξία του ντοκιμαντέρ, παρά το στέρεο ρεαλιστικό υπόβαθρο.

Αυτό που έχει ανάγκη φανερά ο Στράτος Τζίτζης για το μέλλον είναι ένας καλός συνεργάτης για το σενάριο (περισσότερη επεξεργασία θα μπορούσε να το απογειώσει) και υλικά μέσα για να ξεδιπλώσει το ταλέντο του χωρίς να περιορίζεται από τεχνικές ατέλειες. Θα περιμένουμε την επόμενη δουλειά του.

(Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» στις 20.1.2011)

Σχολιάστε

Filed under film reviews

Όνειρο, σουρεαλισμός και υπέρβαση: το μέγιστο μάθημα του Λουίς Μπουνιουέλ

charme-discret-de-la-bou-ii15-g22_high
«Η διακριτική γοητεία της μπουρζουαζίας»

«Ο Μπουνιουέλ είναι και Ισπανός: βαθύς, απελπισμένος», γράφει κάπου ο Άδωνις Κύρου. Διανοούμενος και ποιητής μοναδικής ευαισθησίας, βασανισμένος από τον ιησουτισμό, και σε διαρκή πόλεμο με την κοινωνική υποκρισία, ο Μπουνιουέλ είδε στη σύγκρουση του σουρεαλισμού με την αστική τάξη ένα ηθικό αίτημα: την απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά της λογικής, του κράτους, της θρησκείας, της οικογένειας και του εθνικισμού. Ο Μπουνιουέλ δεν ξέχασε ποτέ ένα ουσιώδες μάθημα των σουρεαλιστών, την υπονόμευση και τελικά την υπέρβαση της διχοτομίας πραγματικότητα/όνειρο. «Η διακριτική γοητεία της μπουρζουαζίας» είναι ίσως η ταινία όπου αυτή η υπέρβαση πραγματοποιείται κατά τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο.

Τα πρόσωπα του έργου: μια παρέα έξι αστών, ο κύριος και η κυρία Σενεσάλ, ο κύριος και η κυρία Τεβενώ, η αδελφή της, και ο πρεσβευτής μιας φανταστικής λατινοαμερικάνικης μπανανίας, της Δημοκρατίας της Μιράντα, ο Ντον Ραφαέλ. Από κοντά και ένα έβδομο πρόσωπο, ο επίσκοπος που φιλοδοξεί να διαδραματίσει ρόλο υπηρετικού προσωπικού…

“Η διακριτική γοητεία της μπουρζουαζίας” είναι η εξιστόρηση τεσσάρων γευμάτων της παρέας που αναβάλλονται, υπονομεύονται από το τυχαίο, το θάνατο, το παράλογο, ακυρώνονται, βρίσκονται καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας σε μια παρατεταμένη εκκρεμότητα – θα έλεγε κανείς ότι ελλοχεύει ένας πειθαναγκασμός ψυχαναλυτικού τύπου.

H πρώτη συνάντηση για φαγητό αποτυγχάνει καθώς οι προσκεκλημένοι καταφθάνουν μια μέρα νωρίτερα στους Σενεσάλ˙ καμιά ετοιμασία δεν έχει γίνει. Στο εξοχικό εστιατόριο όπου καταλήγουν, τους περιμένει το πτώμα του ιδιοκτήτη: Όπου δεν αρκεί το τυχαίο, παραμονεύει ο θάνατος. Στην προγραμματισμένη “επανάληψη” του γεύματος οι Σενεσάλ καταλαμβάνονται από σεξουαλική μανία, πηδούν από το παράθυρο στον κήπο για να “γλυτώσουν” από τους καλεσμένους τους. Εδώ, το λιβιδινικό ορμέμφυτο θέτει σε κίνηση μια αστυνομικού τύπου υπο-αφήγηση. Οι αστοί το βάζουν στα πόδια, από τον φόβο της αστυνομίας. Τι φοβούνται όμως;

Το ένοχο μυστικό της ομάδας εδράζεται, για να μιλήσουμε με κοινωνιολογικούς όρους, στις υλικές προϋποθέσεις της ύπαρξής της και της διατήρησης του τρόπου ζωής της (1).

Το λαθρεμπόριο ηρωίνης μέσα από τον διπλωματικό σάκο του πρεσβευτή είναι που τροφοδοτεί και κατοχυρώνει τη γοητεία της μπουρζουαζίας. Γοητεία διακριτική, υποβλητική ωστόσο, δεσμευτική, και ενίοτε θανατηφόρα.

Ο Μπουνιουέλ δανείζεται και χρησιμοποιεί με έξοχο τρόπο, ένα από τα πιο ισχυρά όπλα των αστών: την ειρωνεία, διακινδυνεύοντας (και κερδίζοντας) ανά πάσα στιγμή μια ισορροπία ανάμεσα στον νατουραλισμό, το γελοίο και το παράλογο (2).

Το τρίτο γεύμα διακόπτεται όταν ένα στρατιωτικό απόσπασμα εισβάλλει στη βίλα: οι προγραμματισμένες ασκήσεις άρχισαν μια μέρα νωρίτερα…Οι αξιωματικοί που καπνίζουν μαριχουάνα γίνονται αποδεκτοί χωρίς ιδιαίτερη έκπληξη, βρίσκονται στα όρια του comme il faut, όμως η ιστορική αναφορά στους στρατιώτες του Βερντέν, που στέλνονταν στην πρώτη γραμμή υποχρεωτικά μεθυσμένοι και έχοντας πίσω τους τα πολυβόλα της Χωροφυλακής, αποκρούεται με οργή. Όχι, αυτό είναι απαράδεκτο: όντως, η Ιστορία (με κεφαλαίο) είναι κεφαλαιοποιημένο ιδεολογικό αγαθό, ενώ η μικρή μας ιστορία (αυτό-που-ζούμε-τώρα) μπορεί να περιμένει. Φαίνεται πως τίποτε δεν διακυβεύεται αυτή τη στιγμή… Όπως σημειώνει και ο Παύλος Ζάννας «η μπουρζουαζία φλυαρεί… προσπαθεί να μείνει έξω από την Ιστορία…»(3).

Έξω από την Ιστορία, και για τον Μπουνιουέλ ακόμη παραπέρα: στη μέση του πουθενά. Οι πιο αινιγματικές στιγμές της ταινίας είναι εκείνες όπου η παρέα των αστών εμφανίζεται να προχωρά σ’ έναν έρημο δρόμο, “έξω” από την αφήγηση και τις αστικές συμβάσεις… Ο ίδιος ο Μπουνιουέλ αρνείται κατηγορηματικά ότι αυτές οι σκηνές περιέχουν κάποιο “μήνυμα” (4). Ίσως εκφράζουν απλώς μια διάθεση του σκηνοθέτη να υπαινιχθεί ότι οι χαρακτήρες του μπορούν να υπάρξουν και πέρα από το “οχυρωμένο”, αλλά και φθαρμένο περιβάλλον τους.

Το τέταρτο γεύμα καταστρέφεται ως φιλμικό-αφηγηματικό γεγονός καθώς η αστυνομία εισβάλλει και συλλαμβάνει τους πάντες… Ο επίσκοπος-κηπουρός απουσιάζει: έχει προστρέξει να εξομολογήσει έναν ετοιμοθάνατο (ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: καθώς οι υλικές προϋποθέσεις της ζωής του επισκόπου, σύμφωνα με το αφηγηματικό status δεν προσδιορίζονται από το λαθρεμπόριο των ναρκωτικών, έχει διεκδικήσει -και έχει καταλάβει- παράλληλα με τα ιερατικά του καθήκοντα και θέση υπηρετικού προσωπικού των αστών…). Ο ετοιμοθάνατος τού εξομολογείται πως είναι ο δολοφόνος των γονιών του (του επισκόπου) και εκείνος, αφού πρώτα του δώσει τη χριστιανική άφεση αμαρτιών, θα τον εκτελέσει στη συνέχεια με ένα δίκαννο. Κυκλικό σχήμα μέσα στον χρόνο: o “ιστορικός» δολοφόνος ήταν κι εκείνος κηπουρός. Η ιστορία, η αμαρτία, επαναλαμβάνεται. Ο “αίρων τας αμαρτίας” μόνο ως τέχνασμα εντάσσεται στη δραματουργία του Μπουνιουέλ.

Eάν όμως ο αφηγηματικός καμβάς των ακυρωμένων γευμάτων οργανώνει το πρώτο επίπεδο της αφήγησης (μαζί με συνεκδοχικά επεισόδια, όπως π.χ. εκείνο της τσαγερίας, όπου όλα τα προσφερόμενα είδη έχουν εξαντληθεί), ο Μπουνιουέλ φροντίζει περισσότερο το δεύτερο επίπεδο της αφήγησης, που τέμνεται με το πρώτο σε κρίσιμες στιγμές: Πρόκειται φυσικά για τα όνειρα των κάθε λογής «ηρώων», όνειρα που εισάγονται αβίαστα, λειτουργούν όμως εντέλει εξόχως υπονομευτικά.

Μια εύκολη, “πρόχειρη” απορία: η μπουρζουαζία ονειρεύεται, ή βλέπει εφιάλτες; Την απάντηση την είχε δώσει ο Ντον Λοπέζ στην «Τριστάνα»: “Ακόμα κι αν είναι εφιάλτης, είναι καλό να ονειρεύεσαι…”

Υπάρχει αναμφισβήτητα μια κλιμάκωση στον χειρισμό του ονειρικού στοιχείου: Αρχικά έχουμε ονειρικά στοιχεία μέσα σε διήγηση (τη διήγηση του υπολοχαγού για την παιδική του ηλικία, στην τσαγερία), έπειτα την αφήγηση-όνειρο του λοχία για τον κόσμο των νεκρών (το σκηνικό θυμίζει πίνακες του Πωλ Ντελβώ) και στη συνέχεια ένα όνειρο μέσα στο όνειρο! Πράγματι, ο Τεβενώ ονειρεύεται τον Σενεσάλ να ονειρεύεται το δείπνο-θεατρική παράσταση, και κατόπιν για λογαριασμό του μια άλλη εκδοχή, εξίσου καταστροφική για την καθεστηκυία τάξη: ο Ντον Ραφαέλ εκτελεί τον συνταγματάρχη για την “τιμή” της Δημοκρατίας της Μιράντα… Και το αποκορύφωμα έρχεται στην τελική σεκάνς, όπου τα όρια ρεαλιστικής αφήγησης και ονείρου φαίνεται να έχουν πλήρως καταλυθεί: Ενώ παρακολουθούμε τους αστούς να απολαμβάνουν (επιτέλους!) το φαγητό τους, ο Μπουνιουέλ μάς αιφνιδιάζει με το ξύπνημα του Ντον Ραφαέλ: τίποτε δεν μας απαγορεύει να θεωρήσουμε ότι ολόκληρη η ταινία ήταν ένα δικό του όνειρο…Τότε, και μόνον τότε θα κατορθώσει να κορέσει την κατ’ επανάληψη, σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, ανικανοποίητη επιθυμία του για φαγητό: απλώς ανοίγει το ψυγείο του και τρώει, απογυμνωμένος, “απελευθερωμένος” ίσως, από το τελετουργικό της αστικής τάξης.

Όπως εύστοχα έχει παρατηρήσει ο Ρόμπιν Γουντ (5), οι εμβόλιμες αφηγήσεις της ταινίας έχουν να κάνουν με τη σχέση πατέρα-γιου, θέτουν στο κέντρο τους μια μορφή-σύμβολο της πατριαρχικής εξουσίας, η οποία αμφισβητείται, απειλείται θανάσιμα. Ο άντρας-πατέρας είναι φορέας μιας εξουσίας αδυσώπητης, βάρβαρης, ματοβαμμένης, ενώ την ίδια στιγμή η γυναίκα-μητέρα αναζητείται ως πηγή ανακούφισης, παρηγοριάς. Επιπλέον όλα τα όνειρα είναι όνειρα αντρών και η πρώτη ύλη τους προέρχεται από την αποδόμηση του πατριαρχικού μοντέλου. Οι γυναίκες δεν είναι φορείς εξουσίας, δεν κατατρύχονται από το άγχος της απώλειάς της και γι’ αυτό μένουν διακριτικά στο περιθώριο….

“H διακριτική γοητεία της μπουρζουαζίας’’ αναπάντεχα είχε εντυπωσιακή απήχηση στις αμερικανικές αίθουσες τον χειμώνα του 1972-73 και η κατάληξη, στις 28 Μαρτίου 1973, ήταν η απονομή του Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Είχαν προηγηθεί αλλεπάλληλες προσκλήσεις για τον Μπουνιουέλ σε γεύματα που διοργάνωναν σκηνοθέτες και παράγοντες της αμερικανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας. Πολλά από αυτά τα γεύματα είχαν αναβληθεί ή ματαιώθηκαν τελικά, καθώς ο Μπουνιουέλ τα απέφευγε, με πρόσχημα κάποια προβλήματα υγείας του. Και ο βιογράφος του, Francisco Aranda, μπαίνει στον πειρασμό να σημειώσει πως η πραγματικότητα έμοιαζε να αντιγράφει την ταινία… (6).

Σημειώσεις

(1) “Και αν οι ναρκομανείς δεν προκαλούν το ενδιαφέρον, δεν ισχύει το ίδιο και γι’ αυτούς που εμπορεύονται τα ναρκωτικά: το να γίνεις έμπορος ναρκωτικών σημαίνει ότι εκμεταλλεύεσαι σκανδαλωδώς αλλά και κατά ‘ιδεώδη’ τρόπο μια συγκεκριμένη, υπαρκτή αγορά. Κατά κάποιον τρόπο είναι το μέσον που ονειρεύεται κανείς προκειμένου να αποκτήσει τον πλούτο που θα του επιτρέψει να διατηρήσει τον ρόλο του αστού…” Frederic Vitoux, “Le charme discret de la bourgeoisie: Un chef d’œuvre feroce et serein” “Positif” Iανουάριος 1973, σελ. 14. Αντίθετα, ο David Cook βλέπει μόνο έναν «αστεϊσμό» του Μπουνιουέλ, μια και ο Φερνάντο Ρέυ είχε υποδυθεί τον προηγούμενο χρόνο έναν παρόμοιο ρόλο στον «Άνθρωπο από τη Γαλλία» του Ουίλιαμ Φρίντκιν. “A History of Narrative Film”, 1990, σελ. 664.

(2) Jonathan Rosenbaum, “Interruption as Style: Bunuel’s Le Charme discret de la bourgoisie” στο “Sight and Sound”, χειμώνας 1972-73.

(3) Παύλος Ζάννας, “Το μάτι και το δίκαννο” , περ. “Η Συνέχεια” τ. 1, σελ. 33, Μάρτιος 1973

(4) “Conversations avec Luis Bunuel”, Tomás Pérez Turrent, José de la Colina, ed. “Cahiers du Cinéma” 1993, σελ. 215

(5) The International Dictionary of films and filmmakers, vol. 1, St James Press, 1984, σελ. 84.

(6) Francisco Aranda, “Luis Bunuel, A Critical Biography” Da Capo Press, 1976, σελ. 248.

Σχολιάστε

Filed under film reviews

Γκοντάρ, κλασικός και εικονοκλάστης

godard_high

«Μια ιστορία πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος… αλλά όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά»

Ζαν-Λικ Γκοντάρ

Όπως είχε επισημάνει κάποτε ο Αλμπέρτο Μοράβια, στο έργο του Γκοντάρ, στις καλύτερες στιγμές του τουλάχιστον, διασταυρώνονται «η πρωτοποριακή τεχνική και ο πηγαίος συναισθηματισμός». Ο «Τρελός Πιερό», του 1965, που προβάλλεται σε επανέκδοση αυτή την εβδομάδα, βασίζεται, παραδόξως, στο σενάριο του «Μπόνι και Κλάιντ», το οποίο, πριν το παραλάβει ο Αρθουρ Πεν, είχε φτάσει στα χέρια του Τριφώ και ο τελευταίος το έδωσε στον Γκοντάρ. Οι δυσκολίες συνεργασίας με τους Αμερικανούς παραγωγούς δεν επέτρεψαν τελικά το γύρισμά του από τον Γκοντάρ. Όπως στις αμερικάνικες ταινίες περιπέτειας και καταδίωξης οι ήρωες κατευθύνονται πάντα προς τη Δύση, εδώ το ζευγάρι κατευθύνεται στον μεσογειακό Νότο, στην «εξαγνιστική» θάλασσα… (διόλου τυχαία, η ηρωίδα-Αννα Καρίνα τσιτάρει μεταξύ άλλων στίχους του Βρετανού ποιητή Ρόμπερτ Μπράουνινγκ, που εγκατέλειψε την υγρή Γηραιά Αλβιώνα για τον ήλιο της Ιταλίας).

Η βία ως προσωπική αλλά και κοινωνική σήμανση, με πλήθος αναφορών στο Βιετνάμ, την Αλγερία, την Ανγκόλα, θεματοποιείται στον «Τρελό Πιερό». Και ο κινηματογράφος; Ο Σάμιουελ Φούλερ, στη σκηνή του πάρτι, δίνει τον «ιστορικό» πλέον ορισμό του κινηματογραφικού φιλμ ως πεδίου μάχης: «Περιλαμβάνει έρωτα, μίσος, δράση, βία, θάνατο. Με μια λέξη, συναισθήματα». Συναισθήματα: (Ε)motions. Ό,τι ακριβώς αισθάνεται ο ήρωας (Μπελμοντό) πως λείπει από τη ζωή του και πείθεται ότι η Μαριάν (Άννα Καρίνα) μπορεί να του προσφέρει. Τα συναισθήματα θέτουν το ζευγάρι σε κίνηση, σε ένα συναρπαστικό κινηματογραφικό ταξίδι, αν και η κατάληξη συνδυάζει (αναπάντεχα) τον τραγικό σαρκασμό με τη μηδενιστική διάθεση.

Ξαναβλέποντας για πολλοστή φορά τον «Τρελό Πιερό» (που στην Ελλάδα είχε βγει τότε με τον ευφρόσυνο τίτλο «Ο δαίμων της ενδεκάτης ώρας», που σίγουρα θα ζήλευε κι ο ίδιος ο Γκοντάρ) συνειδητοποίησα πως αυτός ο δαιμόνιος Γαλλοελβετός ανακάλυψε όντως, στο πλαίσιο της νουβέλ βαγκ βέβαια, έναν «άλλο τρόπο» να κάνει κανείς σινεμά, και, παρά τις παλινδρομήσεις του, ουσιαστικά δεν εγκατέλειψε ποτέ τη μέθοδο του αποδομητικού «αντι-κινηματογράφου»: Το ευφυολόγημά του «γύρισα αυτή την ταινία μέσα σε μία μέρα, χωρίς σενάριο, χωρίς μοντάζ, χωρίς μιξάζ», αποκτά νόημα όταν συγκρίνει κανείς τον «Τρελό Πιερό» με την ταινία που γύρισε 45 χρόνια αργότερα, το «Film socialism», που είδαμε φέτος στις Κάννες, αυτό το φτηνό, «ανάλαφρο» σαν πρόταση παραγωγής, αλλά κατάφορτο σκέψης και αγωνιώδους προβληματισμού guerilla film, που θα μπορούσε να προέρχεται από έναν 25χρονο, κι όμως είναι μέθοδος-«πρόταση ζωής» από έναν κλασικό του σινεμά…

Ο Γκοντάρ στο Σεράγεβο

«Οι ανθρωπιστές φτιάχνουν βιβλιοθήκες και νεκροταφεία, δεν κάνουν επαναστάσεις», έλεγε αυτός ο παλιός επαναστάτης στην ταινία «Η δική μας μουσική», που γύρισε το 2004, τη σημαντικότερη ίσως δουλειά του τα τελευταία τριάντα χρόνια. Ο Γκοντάρ εκεί μας μιλά για τον πόλεμο και τη βαρβαρότητα γύρω μας, στα τέλη του εικοστού, αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα. Το Σεράγεβο, στο δεύτερο μέρος της ταινίας, είναι ο «πόλος» όπου γύρω του περιστρέφεται το μεγαλύτερο μέρος της γκονταρικής αφήγησης: Μια συγκέντρωση συγγραφέων και φιλοσόφων, ανάμεσά τους και ο μεγάλος ποιητής της Παλαιστίνης Μαχμούντ Νταρβίς, μια συνάντηση Ισραηλινών και Παλαιστινίων στο Σεράγεβο, όπου η γέφυρα του Μόσταρ συναρμολογήθηκε ξανά κομμάτι-κομμάτι… Και η επανάσταση; Ο Ζαν Λικ Γκοντάρ σε κάποια στιγμή μνημονεύει τη φράση του Κλοντ Λεφόρ, πως «από τη στιγμή που αυτονομήθηκε η πολιτική λειτουργία στις δυτικές κοινωνίες, είχε πάντοτε την τάση προς τον ολοκληρωτισμό».

Σχολιάστε

Filed under film reviews

Ο Κεν Λόουτς ξεσκεπάζει το βρώμικο χρήμα στον πόλεμο του Ιράκ

Loach

ΚΑΝΝΕΣ, ΑΠΟΣΤΟΛΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΤΕΡΖΗΣ
Κάρλος, το «Τσακάλι». Ξεπερνά σε διάρκεια τις πέντε ώρες η βερσιόν της ταινίας “Carlos” του Ολιβιέ Ασαγιάς, εντυπωσιακή κινηματογραφική βιογραφία του Λατινοαμερικάνου «επαγγελματία επαναστάτη» Ιλιτς Ραμίρεζ Σάντσεζ. Σίγουρα η καλύτερη μέχρι τώρα δουλειά του Ασαγιάς, που λόγω της διάρκειάς της απευθύνεται κυρίως στην τηλεόραση, ενώ μάθαμε ότι ετοιμάζεται και μία βερσιόν των 140 λεπτών, για τις κινηματογραφικές αίθουσες. Στο ρόλο του Κάρλος ο συμπατριώτης του από τη Βενεζουέλα και συνονόματός του Εντγκαρ Ραμίρεζ. Εν τω μεταξύ, επιβεβαιώθηκαν οι φήμες που ακούστηκαν κατά τη συνέντευξη τύπου του Αμπάς Κιαροστάμι, ότι ο φυλακισμένος στην Τεχεράνη σκηνοθέτης Τζαφάρ Παναχί, ξεκίνησε απεργία πείνας. Η είδηση ανακοινώθηκε από ένα αντικαθεστωτικό ιρανικό σάιτ και επιβεβαιώθηκε από τη σύζυγο του σκηνοθέτη, Ταερέ Σαεντί. Τα αιτήματα του φυλακισμένου σκηνοθέτη αφορούν τα στοιχειώδη δικαιώματά του: να μπορεί να έχει πρόσβαση σε δικηγόρο, να δέχεται επισκέψεις από την οικογένειά του και εν τέλει να αφεθεί ελεύθερος μέχρι την ακροαματική διαδικασία στο δικαστήριο. Ο Κιαροστάμι στη συνέντευξη τύπου εδώ στις Κάννες υπερασπίστηκε τον Παναχί, και δήλωσε πως «το ανεξάρτητο σινεμά στο Ιράν βρίσκεται υπό διωγμό». Ο 69χρονος Ιρανός δημιουργός, που δεν μας είχε συνηθίσει σε αντικαθεστωτικές δηλώσεις, γύρισε την τελευταία του ταινία στην Ιταλία αλλά σκοπεύει να επιστρέψει στο Ιράν για την επόμενη κινηματογραφική δουλειά του: «Αν η ιρανική κυβέρνηση συνεχίσει να αρνείται την αποφυλάκιση του Παναχί, τότε πρέπει να δώσει εξηγήσεις, γιατί δεν καταλαβαίνω πώς μια ταινία μπορεί να θεωρηθεί έγκλημα, ιδιαίτερα μάλιστα όταν το φιλμ δεν έχει ακόμη αρχίσει να γυρίζεται».
Η ταινία του Κεν Λόουτς «Route Ιrish», δικαίωσε απόλυτα την επιλογή των Τερί Φρεμό – Ζιλ Ζακόμπ να την προσθέσουν την τελευταία στιγμή στο διαγωνιστικό πρόγραμμα. Ο μεγάλος σκηνοθέτης, που επιμένει πάντα σε ένα κοινωνικό-πολιτικό σινεμά, εστιάζει εδώ στην «ιδιωτικοποίηση» των σύγχρονων πολέμων, μέσα από μια απλή, «ανθρώπινη» ιστορία για τον πόλεμο στο Ιράκ.
Το σενάριο της ταινίας, γραμμένο από τον σταθερό συνεργάτη του Λόουτς Πολ Λάβερτι, έχει ως σημείο εκκίνησης τη βαθιά φιλία δύο νέων ανδρών από το Λίβερπουλ, του Φράνκι και του Φέργκους, που διακόπτεται βίαια όταν ο πρώτος σκοτώνεται στο Ιράκ… Η έρευνα που ξεκινά ο Φέργκους (ο οποίος νωρίτερα ήταν κι εκείνος στο Ιράκ) για τον θάνατο του φίλου του θα αποκαλύψει μια αλυσίδα διαφθοράς και συμφερόντων των ιδιωτικών «οργανισμών» που προσλαμβάνουν και απασχολούν χιλιάδες μισθοφόρους. Ο σύγχρονος πόλεμος έχει γίνει μια τεράστια κερδοφόρα επιχείρηση, λένε οι Λόουτς- Λάβερτι. Κάποιοι όχι μόνο κερδίζουν απίστευτα ποσά, χρησιμοποιώντας ανθρώπους σαν φτηνό, αναλώσιμο υλικό, αλλά ταυτόχρονα διαφθείρουν συνειδήσεις, καταστρέφουν ανθρώπινες ψυχές… Είναι από τις λίγες ταινίες του Λόους που τα όρια ανάμεσα σε «καλούς» και σε «κακούς» δεν είναι και τόσο ευδιάκριτα… Κανείς δεν βγαίνει αλώβητος από το Ιράκ, λέει ο Λόουτς. Ηδη αρκετοί εδώ στις Κάννες λένε ότι το «Route Ιrish» έχει θέσει σοβαρή υποψηφιότητα για τον Χρυσό Φοίνικα –που θα είναι ο δεύτερος για τον Λόουτς μετά τον «Ανεμο που χορεύει το κριθάρι» του 2006.

Σχολιάστε

Filed under film reviews