Monthly Archives: Νοέμβριος 2008

Ελληνικός κινηματογράφος: ταξίδι χωρίς πυξίδα

istoria52
«Ιστορία 52» του Αλέξη Αλεξίου
Αναζητώντας κανείς “τίτλους” τα τελευταία χρόνια για την κατάσταση του ελληνικού κινηματογράφου καταλήγει σχεδόν πάντα στον Θόδωρο Αγγελόπουλο: “Τοπίο στην ομίχλη”, “Μετέωρο βήμα…”. Για χρόνια ο πιο διάσημος Ελληνας σκηνοθέτης ήταν η “άγκυρα” των αναζητήσεων του ελληνικού σινεμά. Ιδιαίτερα μάλιστα στη δεκαετία του `80 είχαμε φτάσει να μιλάμε για “αγγελοπουλισμό”, για κακέκτυπα των επιγόνων που προσέβλεπαν στον Αγγελόπουλο για να τους οδηγήσει στην μονίμως προσδοκώμενη αναγέννηση του ελληνικού κινηματογράφου. Οπως ο Μαρξ, που δήλωνε πως ο ίδιος “δεν είναι μαρξιστής”, κάλλιστα το ίδιο θα μπορούσε να πει και ο Αγγελόπουλος, που “Η σκόνη του χρόνου”, η τελευταία ταινία του, προβλήθηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα χθες βράδυ στο Φεστιβάλ. Ομως, εκείνη η ουσιαστικά άγονη περίοδος παρείχε έστω έναν υποτυπώδη “άξονα”, έναν αμφισβητούμενο αλλά πάντως στοιχειώδη κώδικα, όχι αισθητικής αλλά απλής συνεννόησης, για τις αναζητήσεις των Ελλήνων κινηματογραφιστών. Σήμερα πια που πολλοί εκφράζουν την ανακούφισή τους που αυτή η περίοδος έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, μόνο η λέξη “αλαλούμ” είναι πλέον κατάλληλη να περιγράψει το ανεμοδαρμένο ταξίδι των ελληνικών κινηματογραφικών εγχειρημάτων στο ανοιχτό πέλαγος… Η “μοναξιά” που βιώνουν σήμερα οι Ελληνες σκηνοθέτες προετοιμάζοντας ή ολοκληρώνοντας μια ταινία, αποτυπώνεται καθαρά τις ευδιάκριτες αντιφάσεις του “σώματος” της ελληνικής παραγωγής, τις διαφορετικές καταβολές των έργων, το εντελώς ανόμοιο σύστημα αναφοράς… Ολα αυτά υποτίθεται πως θα τα αντιμετώπιζε (εδώ και πολλά χρόνια) η κινηματογραφική παιδεία (την οποία ποτέ δεν έστερξαν να υπηρετήσουν ουσιαστικά οι κρατούντες), ή η αιτούμενη από πολύ παλιά “ολοκληρωμένη στρατηγική ανάπτυξης” για τον κινηματογράφο μας. Οι υπουργοί Πολιτισμού έρχονται και παρέρχονται, ωστόσο πάντα περισσεύουν οι ανέξοδες πολιτικάντικες «δεσμεύσεις» και υποσχέσεις που ουδέποτε υλοποιούνται. Ακόμη και τα αυτονόητα, όπως η δημιουργία Ινστιτούτου Σεναρίου που εισηγείται και η «επιτροπή Γαβρά», φαίνεται να παραπέμπεται στις ελληνικές καλένδες. Αύριο, κατά την τελετή απονομής των Κρατικών Βραβείων Κινηματογράφου, ο υπουργός Πολιτισμού Μιχάλης Λιάπης αναμένεται να ανακοινώσει απλώς ορισμένα ενδεικτικά σημεία του κυοφορούμενου νομοσχεδίου για τον κινηματογράφο, που επεξεργάζεται η ειδική νομοπαρασκευαστική επιτροπή. Οπως αναφέρουν κάποιες πληροφορίες, θα εξαιρεθεί η ίδρυση του Ινστιτούτου, που σκοπό θα είχε να ενισχύει οικονομικά και να στηρίζει, με την επίβλεψη ειδικών, Ελλήνων και ξένων, τη συγγραφή σεναρίων. Οσο για το περίφημο 1,5% για τον κινηματογράφο από τα ιδιωτικά κανάλια (η “επιτροπή Γαβρά” εισηγείται την αύξησή του σε 2%, μια και για περισσότερο από 15 χρόνια που ισχύει ο νόμος οι πολιτικοί δεν τολμούν να πιέσουν τους καναλάρχες), ο Μιχάλης Λιάπης θα χρειαστεί υπέρμετρη τόλμη για να κάνει πράξη ό,τι δεν μπόρεσαν οι προκάτοχοί του.

Τι μένει λοιπόν από τη φετινή χρονιά και το 49ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, για το ελληνικό σινεμά? Σίγουρα η ευφρόσυνη έκπληξη που ακούει στο όνομα Αλέξης Αλεξίου (το κινηματογραφικό του ντεμπούτο “Ιστορία 52” είναι η πιο ολοκληρωμένη πρόταση που είδαμε στον ελληνικό κινηματογράφο εδώ και χρόνια), η ακαδημαϊκή αλλά πάντως “αποτελεσματική” μεταγραφή του μυθιστορήματος του Κωνσταντίνου Θεοτόκη “Σκλάβοι στα δεσμά τους” από τον Τώνη Λυκουρέση, η ευφυής δουλειά του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου “Τη νύχτα που Φερνάντο Πεσσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη”, σχόλιο για τα όρια μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ, οι “αναζητήσεις” του Αλέξανδρου Αβρανά στο “Without” (τις οποίες άλλοι απορρίπτουν χωρίς πολλή σκέψη και άλλοι επενδύουν σε αυτές υπέρμετρες προσδοκίες), τα production values της ταινίας του Παναγιώτη Καρκανεβάτου “Καλά κρυμμένα μυστικά – Αθανασία”, όπου περισσεύει όμως η εικονογραφία εις βάρος της τόλμης και της ανατροπής, ή οι ευπρόσδεκτες αλλά συγκεχυμένες δημιουργικές “αναλαμπές” του Πέτρου Σεβαστίκογλου στις “Τρεις στιγμές”.
Λένε πως τα τεχνικά μέσα ή τα χρήματα κάνουν τις επιτυχημένες ταινίες. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Οσοι ζουν μέσα στον χώρο του ελληνικού κινηματογράφου γνωρίζουν πως αυτά απλώς εξασφαλίζουν (θα εξασφάλιζαν, στην περίπτωσή μας) έναν ικανοποιητικό μέσο όρο, που σήμερα δεν υπάρχει. Εχουν δίκιο φυσικά όσοι επισημαίνουν πως ένα μέρος της ευθύνης για την κρίση που περνάει ο ελληνικός κινηματογράφος το επωμίζονται και οι σκηνοθέτες. Εχουν δίκιο και όσοι προσθέτουν πως είναι παράλογο το ελληνικό κράτος να χρηματοδοτεί περισσότερο τα φεστιβάλ παρά την ίδια την παραγωγή ταινιών (το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για τη χρήση του 2004 είχε στοιχίσει 5.460.971 ευρώ, από τα οποία 24% ήταν διοικητικές δαπάνες, ενώ το 2007 έφτασε τα 9.100.542 ευρώ, με τις διοικητικές δαπάνες, σύμφωνα με πληροφορίες, να ανέρχονται στο 40%).
Ακόμη, εξαιρετικά προβληματική είναι πλέον και η κατάσταση για τις κινηματογραφικές αίθουσες, και του «παραδοσιακού» τύπου, οι οποίες φθίνουν σταθερά, αλλά και για τα μούλτιπλεξ πλέον, καθώς τα εισιτήρια μειώνονται δραματικά. Αυτό πλήττει κυρίως τον ελληνικό κινηματογράφο. Οι τελευταίες εκτιμήσεις μιλούν για πτώση της τάξης του 25% σε σχέση με πέρυσι, και η επιδεινούμενη οικονομική κρίση δεν θα αφήσει ανέπαφο κανέναν. Υπολογίζεται ότι η πτώση μεταφράζεται σε 660.00 λιγότερα εισιτήρια φέτος, και οι ειδήμονες αναφέρουν ότι πλέον είμαστε τρίτοι στην Ευρώπη στο “κατέβασμα” ταινιών από το Ιντερνετ! Εχει καμιά απάντηση για όλα αυτά ο κ. Λιάπης?

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under film reviews

Φεστιβάλ χωρίς (ευχάριστες) εκπλήξεις στις αίθουσες

From Festival Thessalonikis

Ψιλόβροχο και καταχνιά στον ουρανό της Θεσσαλονίκης, αλλά το αδιαχώρητο στο masterclass του Ολιβερ Στόουν, όπως και στη χθεσινή συναυλία του Εμίρ Κουστουρίτσα. Ο Ολιβερ Στόουν προσπάθησε (χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία) να δικαιολογήσει τις αντιφάσεις του έργου του και την “σοφτ” προσέγγιση στον Τζορτζ Μπους στο “W.”. “Μη φέρνετε τις ιδεολογικές σας αποσκευές σε αυτή την ταινία, ελάτε να δείτε τον άνθρωπο (…). Ο Μπους ήθελε να γράψει Ιστορία, άλλαξε την Αμερική με καταλυτικό τρόπο, κάνοντας ακραίες επιλογές, σαν τους αρχαίους τυράννους… Στα 40 του ήταν αλήτης, δεν είχε δουλειά, έπινε, ζούσε στη σκιά του πατέρα του”, πρόσθεσε, προκειμένου να αιτιολογήσει την επιλογή του να “ερμηνεύσει” κινηματογραφικά τη ζωή του Μπους.

Εχουν περάσει σχεδόν δέκα χρόνια από την τελευταία κινηματογραφική απόπειρα του Πέτρου Σεβαστίκογλου, τον γυρισμένο στην Οδησσό και με περιπέτειες μέχρι να αποκτήσει “ελληνική ιθαγένεια” “Ανεμο στην πόλη”. Τώρα, με τις “Τρεις στιγμές”, δεύτερη μόλις ταινία του στα 48 του χρόνια, συμμετέχει και στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα της φετινής διοργάνωσης (δεύτερη ελληνική παρουσία μετά το “Without” του Αλέξανδρου Αβρανά). Αξιόλογες προθέσεις, όμως το αποτέλεσμα χάνεται σε μια σεναριακή “ρευστότητα” και στην ανεπαρκή δόμηση του δραματουργικού υλικού. Τρία ζευγάρια, το καθένα σε διαφορετικό στάδιο του χρόνου, συνυπάρχουν σε έναν “αφαιρετικό”, ονειρικό χώρο: τρεις “στιγμές” συναισθηματικής ηλικίας, τρεις εποχές με τη μία να αντικρίζει την άλλη αμήχανα. Είναι το “τώρα” που αντικρίζει το “τότε”, το “ύψος” της συναισθηματικής κορύφωσης που συνδιαλέγεται με το ευφρόσυνο, το ευτελές και το γελοίο; Η Ρούλα Πατεράκη είναι η “ηλικιωμένη” γυναίκα (σε ρεσιτάλ ερμηνείας, ξεχωρίζει σαφέστατα), ζευγάρι με τον Γιώργο Διαλεγμένο, δίπλα σε νεότερους ηθοποιούς. Πιο ισχυρές, πιο επεξεργασμένες σεναριακά και “φωτισμένες” σκηνοθετικά οι γυναικείες παρουσίες, με εμψύχωση από τις Ευγενία Δημητροπούλου, Δήμητρα Λαρεντζάκη. Κρίμα που ένας σκηνοθέτης με φανερή γνώση της γραμματικής του κινηματογράφου αυτοϋπονομεύεται από την ελλιπή στόχευση και χάνεται στην ασάφεια και το φευγαλέο των συναισθημάτων.

Στις “Ημέρες Ανεξαρτησίας” είδαμε την ενδιαφέρουσα σουηδική παραγωγή “Ασε το κακό να μπει”, του Τόμας Αλφρεντσον: Ενα δωδεκάχρονο αγόρι που κακοποιείται από τους συμμαθητές του στο σχολείο θα γνωρίσει ένα κορίτσι-βρικόλακα στη χιονισμένη αυλή του και θα το ερωτευτεί… Ψυχρή, κλινική ματιά μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής κοινωνίας, διανθισμένη με ισοπεδωτικό σκανδιναβικό χιούμορ, όπου η κοινωνική προβληματική ανάγεται (και “επιλύεται” εν μέρει από αυτήν) στη δράση των βρικολάκων και τη συστηματική… αφαίμαξη των υπολοίπων.

Τον “θεσμικό αναμορφωτή” του ελληνικού κινηματογράφου στη δεκαετία του `80, τον χαλκέντερο Μάνο Ζαχαρία, τίμησε προχθές το βράδυ το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. «Ο Μάνος που όλοι ξέρουμε είναι ένας βαθιά ηθικός άνθρωπος και δημιουργός. Θελήσαμε να γνωρίσουμε φέτος στο ευρύτερο κοινό μας το πλήρες έργο του, ένα έργο με ρίζες ελληνικές και ιδέες οικουμενικές”, είπε χαρακτηριστικά η Δέσποινα Μουζάκη.

Ο Γιώργος Μπράμος, επιμελητής της έκδοσης του Φεστιβάλ για το έργο του Μάνου Ζαχαρία, τόνισε στη συνέντευξη τύπου πως “πρέπει να γνωρίσουμε τη δημιουργική πλευρά του σκηνοθέτη, η οποία ξεκινά από την Εθνική Αντίσταση και εκφράζεται με μία σειρά ταινιών που φτιάχτηκαν στη Σοβιετική Ένωση και καθόρισαν τη γενιά του. Στις ταινίες του ο Μάνος Ζαχαρίας δεν αναπαριστά την Ελλάδα, την έχει μέσα του», ανέφερε εμφατικά ο Γιώργος Μπράμος.
Παίρνοντας το λόγο ο Μάνος Ζαχαρίας εξήγησε ότι 4 (από τις συνολικά 11 ταινίες του) προβάλλονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα χάρη στη προσπάθεια της Δέσποινας Μουζάκη που τις ανακάλυψε και τις έφερε από τη Μόσχα. Πρόκειται για τις ταινίες “Πρωινό δρομολόγιο”, “Νυχτερινός επιβάτης”, “Είμαι φαντάρος”, “Μητέρα” και “Η πόλη της πρώτης αγάπης”.
Το βράδυ, για τον Μάνο Ζαχαρία μίλησε ο σκηνοθέτης και στενός φίλος του, Φώτος Λαμπρινός, που εμφανώς συγκινημένος επισήμανε: «Νιώθω ότι με τον Μάνο με συνδέει πλέον συγγένεια εξ αίματος… Γνωριζόμαστε από τον Οκτώβριο του 1964, όταν είχα πάει για σπουδές στη Μόσχα. Κατά την παραμονή μου εκεί, περνούσα τις περισσότερες ώρες της ημέρας στο σπίτι του και το κύριο θέμα συζήτησης είχε να κάνει με τις ανησυχίες μας για την πορεία της Σοβιετικής Ένωσης. Από τότε φαίνονταν τα προβλήματα… Μέσα από τις συζητήσεις αυτές, ο Μάνος μου φανέρωνε άλλες διαστάσεις στο ζήτημα, όχι τόσο πολιτικές, όσο ηθικές. Αυτό το στοιχείο χαρακτηρίζει και το έργο του. Παρότι από τα νιάτα του ήταν στρατευμένος στην Αριστερά, στις ταινίες του επεξεργάζεται και θέτει ως θέμα την ηθική αφετηρία των πράξεων».

Σχολιάστε

Filed under festivals

Οι Τούρκοι εισβάλλουν στη Θεσσαλονίκη!

SUT «Γάλα», του Σεμίχ Καπλάνογλου

Αν κάποτε στην Ελλάδα ο τουρκικός κινηματογράφος ταυτιζόταν με τα λαϊκά δράματα της Χούλια Κότσγιγιτ ή λίγο αργότερα με το κοινωνικό σινεμά του Γιλμάζ Γκιουνέϊ, τις τελευταίες δεκαετίες ανακαλύψαμε, έστω “κατ` εξαίρεση”, το πρόσωπο του σύγχρονου τουρκικού κινηματογράφου, μέσα από τις ταινίες του Μπιλγκέ Τζεϊλαν, του Ντερβίς Ζαϊμ, της Γεσίμ Ουστάογλου. Το τουρκικό σινεμά, που στα 1972 είχε φτάσει στο ρεκόρ της παραγωγής 299 ταινιών, όχι μόνο αναγεννήθηκε τα τελευταία χρόνια έπειτα από μια περίοδο μαρασμού, αλλά έχει κατακτήσει και εντυπωσιακό μερίδιο αγοράς εντός της Τουρκίας, που για κάποιες χρονιές ξεπερνά το 50%.

Το αφιέρωμα στον σύγχρονο τουρκικό κινηματογράφο που διοργανώνει το φετινό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (14 έως 23 Νοεμβρίου) στο πλαίσιο του τμήματος “Ματιές στα Βαλκάνια”, υπό την ευθύνη του Δημήτρη Κερκινού, μάς προσφέρει την εξαιρετική ευκαιρία να δούμε ταινίες του άγνωστου “γείτονα”, του ιστορικού “Αλλου” της ελληνικής κοινωνίας – είναι βέβαιο πως οι περισσότερες από αυτές δεν θα φτάσουν ποτέ στις ελληνικές αίθουσες.

Ωστόσο, ο σύγχρονος τουρκικός κινηματογράφος έχει προβληθεί συστηματικά τα τελευταία χρόνια από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: Ο Ντερβίς Ζαϊμ κέρδισε Αργυρό Αλέξανδρο το 1997 με την ταινία του “Τούμπες μέσα σε φέρετρο” , ενώ ο Τζεϊλάν τιμήθηκε με Χρυσό Αλέξανδρο το 2006 για το σύνολο του έργου του.

Επίσης το τμήμα ‘Ματιές στα Βαλκάνια’ έχει πραγματοποιήσει σημαντικά αφιερώματα σε τούρκους κινηματογραφιστές, όπως στον Ομέρ Καβούρ το 1997, στο νέο τούρκικο κινηματογράφο το 1990, στον Κουτλούγκ Αταμάν το 2005 και στον Μπιλγκέ Τζεϊλάν το 2006.

Το φετινό αφιέρωμα του Φεστιβάλ στον σύγχρονο τουρκικό κινηματογράφο περιλαμβάνει συνολικά οκτώ νέες ταινίες που προέρχονται από δυο διαφορετικές γενεές σκηνοθετών: εκείνης των μέσων της δεκαετίας του `90, η οποία ανανέωσε και καθιέρωσε διεθνώς τον τούρκικο κινηματογράφο, αλλά και μιας νεότερης γενιάς δημιουργών που δίνουν τα τελευταία χρόνια σημαντικά δείγματα κινηματογραφικής γραφής. Θεματικός πλουραλισμός, πειραματισμός με την κινηματογραφική αφήγηση, τη φόρμα και την τεχνική, χαρακτηρίζουν τις ταινίες του αφιερώματος:

Ο γνωστότερος παγκοσμίως δημιουργός του τουρκικού κινηματογράφου, ο Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν, θα είναι στη Θεσσαλονίκη με το ψυχολογικό δράμα “Τρεις πίθηκοι” που του απέφερε το βραβείο σκηνοθεσίας στο τελευταίο Φεστιβάλ των Καννών. Με ελλειπτική αφήγηση και στοιχεία νουάρ, ο Τζεϊλάν διερευνά την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ψυχής, σε μια ταινία εκπληκτικής εικαστικής δύναμης.

Στην “Τελεία”, ο Ντερβίς Ζαΐμ κινείται γύρω απ’ τον άξονα έγκλημα και τιμωρία, ενσωματώνοντας οργανικά στην πλοκή του την καλλιγραφία, παραδοσιακή τέχνη του ισλαμικού πολιτισμού. Για την ταινία, που είναι γυρισμένη σε μονοπλάνο, ο Ζαΐμ απέσπασε το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο τελευταίο Φεστιβάλ Κωνσταντινούπολης.

Στο “Κουτί της Πανδώρας” (βραβεία καλύτερης ταινίας και καλύτερης ηθοποιού για την Tsilla Chelton στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν, συμμετοχή στο 2ο φόρουμ συμπαραγωγών CROSSROADS του ΦΚΘ 2006) η Γεσίμ Ουστάογλου ακολουθεί τους ήρωές της σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας, από την τουρκική επαρχία στο αστικό τοπίο, από την αποξένωση στην οδυνηρή αλήθεια. Η Ουστάογλου σχολιάζει το αδυσώπητο πρόσωπο του καπιταλιστικού συστήματος και τον τρόπο με τον οποίο εισβάλλει στο σύγχρονο οικογενειακό μοντέλο.

Ο εκμοντερνισμός της χώρας και οι κοινωνικές και ψυχολογικές συνέπειες απασχολούν και τον Σεμίχ Καπλάνογλου στο “Γάλα”, δεύτερη ταινία μιας τριλογίας που ξεκινά αντίστροφα, από την ενήλικη ζωή ενός ποιητή για να καταλήξει στην παιδική του ηλικία. Μέσα από τον μετασχηματισμό της σχέσης του κεντρικού του ήρωα Γιουσούφ με την μητέρα του, ο Καπλάνογλου προσεγγίζει με τρόπο λυρικό και χρήση συμβολικών στοιχείων τις αλλαγές στα κοινωνικά ήθη της πατρίδας του.

Ελπιδοφόρο και εξαιρετικά ενδιαφέρον το πέρασμα του Χουσεγίν Καράμπεϊ στο μυθοπλαστικό σινεμά με το φιλμ “Είσαι ο Μάρλον μου κι ο Μπράντο μου” (βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Tribeca 2008, βραβείο καλύτερης ηθοποιού στο Φεστιβάλ Κωνσταντινούπολης). Ταινία δρόμου που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και αφηγείται μια δυνατή ιστορία αγάπης που εξελίσσεται με φόντο τον πόλεμο στο Ιράκ. Αίσθηση ντοκιμαντέρ, έντονο σχόλιο για τις αντιφάσεις Δύσης – Ανατολής.

Διεθνή πρεμιέρα θα πραγματοποιήσει στη Θεσσαλονίκη η ταινία “Καβούκι” του Ουγιγκάρ Ασάν. Με λιτή σκηνοθεσία και έμφαση στις ερμηνείες, ο Ασάν ανεβάζει πλάνο με το πλάνο το ποντάρισμα: Είναι ικανός να σπάσει το καβούκι του ο ήρωας; Υπαρξιακή μελέτη της αποξένωσης, μέσα από τη ματιά ενός νέου δημιουργού.

Ο Εζκάν Αλπέρ στο “Φθινόπωρο” εμπνέεται από τα πολιτικά βιώματα της γενιάς του και μας μεταφέρει με αργό τέμπο, λιτές ερμηνείες και λιγοστούς διάλογους την μελαγχολία που συνοδεύει την απώλεια ενός ονείρου, όπως ήταν ο σοσιαλισμός. Τραγική η παρουσία της μητέρας, η οποία αδυνατεί να καλύψει συναισθηματικά τον γιο της.

Το ντοκιμαντέρ Τα χαμένα τραγούδια της Ανατολίας” του Νεζί Ουνέν, απόσταγμα κινηματογραφικού υλικού 350 ωρών, δουλειάς 5 ετών και δημιουργικής σπουδής, είναι ίσως το πρώτο δείγμα αυτού του είδους μουσικού ντοκιμαντέρ. Ο πολιτιστικός πλούτος της Ανατολίας παρουσιάζεται ζωντανά και καταγράφεται αυθόρμητα σ’ αυτό το μουσικό ταξίδι, όπου ο παραδοσιακός ήχος παντρεύεται με τον ηλεκτρονικό του συγκροτήματος του σκηνοθέτη.

Το αφιέρωμα στον τούρκικο κινηματογράφο θα συνοδευτεί από ειδική έκδοση πολύπτυχου και από μια συζήτηση για τον τούρκικο κινηματογράφο, με την συμμετοχή τούρκων και ελλήνων κριτικών κινηματογράφου και τούρκων δημιουργών. Παράλληλα θα πραγματοποιηθεί συναυλία με το συγκρότημα του Nezih Unen.

Σχολιάστε

Filed under ειδήσεις

“Αθήνα – Κωνσταντινούπολη”:Οι δρόμοι της μουσικής είναι ανοιχτοί…

Athens Instanbul
Ενας ηλικιωμένος δικηγόρος (Λευτέρης Βογιατζής) έπειτα από πολλά χρόνια γάμου χωρίζει από τη σύζυγό του και στα όρια της κατάθλιψης παίρνει το αυτοκίνητο του με προορισμό τη Θεσσαλονίκη και σκοπό να συναντήσει εκεί τον άρρωστο πατέρα του. Σε ένα μπλόκο αγροτών στην εθνική θα συναντήσει δύο αταίριαστους συνταξιδιώτες, έναν δεξιοτέχνη κλαριντζή (Δημήτρης Πουλικάκος) και τη Γλύκα (Αλεξία Καλτσίκη), μια νεαρή κοπέλα που ταξιδεύει αδιάκοπα… Το ιδιότυπο αυτό “τρίο”, με όχημα τη μουσική θα βρεθεί σε διάφορες πόλεις της Βόρειας Ελλάδας και θα καταλήξει στην Κωνσταντινούπολη, πατρίδα των προγόνων του δικηγόρου.

Αυτή είναι συνοπτικά η υπόθεση της τελευταίας ταινίας του Νίκου Παναγιωτόπουλου, στο σενάριο της οποίας έχει συνεργαστεί ο Μισέλ Φάις (όπως και στο “Delivery”). Το “Αθήνα-Κωνσταντινούπολη” είναι ταυτόχρονα μια διαδρομή και σε διαφορετικά κινηματογραφικά είδη, αντλώντας από τις “τυπικές” ταινίες δρόμου μέχρι το υπαρξιακό σινεμά του Αντονιόνι, ή τις καλύτερες στιγμές του Βέντερς… Ενδεχομένως και από κάποιες σκανδιναβικές ταινίες του Μεσοπολέμου με ηρωίδες γυναίκες-βαμπίρ. Ιδιαίτερα μάλιστα στην σκηνή του αγροτικού μπλόκου στην εθνική, δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να σχολιάσω πως κάποια πλάνα παραπέμπουν ευθέως στον κινηματογράφο του πάλαι ποτέ συγκάτοικου του σκηνοθέτη (στο Παρίσι), του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Ανατρέχοντας στη φιλμογραφία του σκηνοθέτη, οφείλω να παρατηρήσω πως το αποτέλεσμα είναι σαφώς πιο συνεκτικό και αξιοπρόσεχτο όταν ο Παναγιωτόπουλος συνεργάζεται με κάποιον συγγραφέα ή βασίζεται σε λογοτεχνικό υλικό: “Τεμπέληδες…”, “Εργένης”, “Αυτή η νύχτα μένει”, “Delivery””… Υπάρχει μια εξαίρεση σ` αυτόν τον “κανόνα”, και αυτή αφορά το “Μελόδραμα;”, που με την εξαίσια απεικόνιση της φθοράς ανθρώπινων ψυχών, τοπίου και “κοινωνίας” (πάντα με εισαγωγικά στο έργο του Παναγιωτόπουλου) μένει σαν αξιομνημόνευτο ορόσημο στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.

Στο “Αθήνα-Κωνσταντινούπολη” η διαδρομή έχει σκαμπανεβάσματα και “κενά αέρος”. Κάποιες σκηνές σε κερδίζουν αμέσως (όπως η εξαιρετική σκηνή στο εβραϊκό νεκροταφείο της Βόρειας Ελλάδας), άλλες εκπίπτουν σε σχοινοτενείς διαλόγους, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το “σκοτεινό βάθος” του ρόλου του Βογιατζή (ο οποίος “κρατά” παραπάνω από ικανοποιητικά έναν δύσκολο, ημιτελή κατά τη γνώμη μου χαρακτήρα). Από την άλλη η Αλεξία Καλτσίκη καθιερώνεται πια εδώ σαν μια από τις ερμηνεύτριες “πρώτης γραμμής” του ελληνικού κινηματογράφου, ενώ αντίθετα ο Δημήτρης Πουλικάκος φαίνεται να δυσκολεύεται να αποδώσει έναν πιο σύνθετο χαρακτήρα, σε σύγκριση με τις παρελθούσες κινηματογραφικές παρουσίες του, που εξαντλούνταν σε δύο-τρεις αβανταδόρικες ατάκες… Στο μουσικό μπακγκράουντ της ταινίας (που σχεδόν στις περισσότερες σκηνές “βγαίνει μπροστά”) ο σκηνοθέτης παντρεύει με τόλμη Στραβίνσκι, Πετρολούκα Χαλκιά, Σόνι Μπόι Γουίλιαμσον και Μάντι Γουότερς.

1 σχόλιο

Filed under film reviews