Tag Archives: Ποντεκόρβο

«Η Μάχη του Αλγερίου»: το πολιτικό σινεμά της απελευθέρωσης

BATTLe

Του ΚΩΣΤΑ ΤΕΡΖΗ
Ενας από τους μύθους του παγκόσμιου κινηματογράφου που δεν απέχει πάρα πολύ από την πραγματικότητα μιλά για έναν Αμερικανό παραγωγό ο οποίος στη δεκαετία του ’40 πρότεινε στον Ντε Σίκα να χρηματοδοτήσει τον “Κλέφτη των ποδηλάτων”, υπό έναν όρο: τον βασικό ρόλο, του εργάτη που του κλέβουν το ποδήλατο, θα υποδυόταν ο Κάρι Γκραντ. Εμείς γνωρίζουμε πως ο Ντε Σίκα απέρριψε βέβαια την πρόταση και προτίμησε έναν άγνωστο “ερασιτέχνη”, ονόματι Λαμπέρτο Ματζιοράνι, βιομηχανικό εργάτη στην πραγματική του ζωή, μια και γνώριζε πολύ καλά πως ένας επώνυμος θα κατέστρεφε το σύνολο της ταινίας, αυτό το υπέροχο ψηφιδωτό νεορεαλιστικής ανασύστασης της πραγματικότητας… Λίγοι ωστόσο γνωρίζουν πως το κρίσιμο αυτό σφάλμα παραλίγο να συμβεί στην περίπτωση της “Μάχης του Αλγερίου”:

Το αρχικό σχέδιο των Ποντεκόρβο-Σολίνας ήταν μια ταινία για την αλγερινή επανάσταση με τον Πολ Νιούμαν στον ρόλο ενός Γάλλου ρεπόρτερ, πρώην αλεξιπτωτιστή στην Ινδοκίνα, που φτάνει στο Αλγέρι για λογαριασμό ενός περιοδικού, με σκοπό να «ανακαλύψει» τι κρύβει η ανταρσία στην Κάσμπα. Η πορεία συνειδητοποίησης του ήρωα και οι ιδεολογικές αμφιταλαντεύσεις του ήταν το κύριο θέμα του σεναρίου, με τον αγώνα των Αλγερίνων να περνά σε δεύτερο πλάνο. Αυτή ήταν και η κριτική που άσκησαν στο σχέδιο οι εκπρόσωποι της αλγερινής κυβέρνησης (ανάμεσά τους και ο Γιασέφ Σαάντι, που έμελλε να γίνει συμπαραγωγός και πρωταγωνιστής στην ταινία), όταν έφτασαν στην Ιταλία για να συζητήσουν με τους Ποντεκόρβο-Σολίνας, αντιπροτείνοντας ένα δικό τους σενάριο που οι Ιταλοί χαρακτήρισαν «αρρωστημένα προπαγανδιστικό».
O «συμβιβασμός» που επιτεύχθηκε ήταν από τους πιο ουσιαστικούς στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου και κατέληξε στο γύρισμα μιας ταινίας που έμεινε σαν ορόσημο του πολιτικού (και όχι μόνο) κινηματογράφου. Εξορίζοντας τον ψυχολογισμό και μένοντας στα πρόσωπα και τα γεγονότα, ο Ποντεκόρβο δημιούργησε ένα διαχρονικό φιλμικό σεμινάριο για επαναστάτες, ενώ από την απέναντι πλευρά, πρόσφατα, και με αφορμή τον πόλεμο στο Ιράκ, το αμερικανικό Πεντάγωνο οργάνωσε μια κλειστή προβολή για τα στελέχη του υπό την προμετωπίδα «Πώς να κερδίσετε την μάχη κατά της τρομοκρατίας και να χάσετε τον πόλεμο των ιδεών».

Σε μια σκηνή της ταινίας, όταν οι Γάλλοι παρουσιάζουν στους δημοσιογράφους έναν από τους ηγέτες της επανάστασης που συνέλαβαν, εκείνος δέχεται τις επιθετικές τους ερωτήσεις: “Δεν είναι άνανδρο να στέλνετε τις γυναίκες σας με βόμβες στα καλάθια τους, για να δολοφονήσουν αθώους;” -για να απαντήσει ο Αλγερίνος με τη νηφαλιότητα εκείνων που κοιτάζουν κατάματα την Ιστορία: “Δεν είναι άνανδρο να στέλνετε τα αεροπλάνα σας να αφανίζουν τα χωριά μας με τις ναπάλμ; Δώστε μας τα αεροπλάνα σας και θα σας δώσουμε για αντάλλαγμα τα καλάθια μας” -ο διάλογος αυτός σχολιάζει μια από τις πιο κρίσιμες και “αναλυτικές” σκηνές της ταινίας, όταν τρεις νεαρές Αλγερίνες προετοιμάζονται και ντύνονται σαν Ευρωπαίες για να περάσουν τα μπλόκα και να αφήσουν τις τσάντες τους με τα εκρηκτικά σε καφέ και γραφεία της ευρωπαϊκής συνοικίας, σκορπώντας τον θάνατο… Η κάμερα του Ποντεκόρβο εστιάζει ιδιαίτερα στα πρόσωπα των ανυποψίαστων θυμάτων, των παιδιών που τρώνε το παγωτό τους, των νέων που χαριεντίζονται, αλλά μέσα από το βλέμμα του θύτη: Ο “Άλλος” είναι εδώ, δίπλα μας, και μας κοιτάζει, λίγο προτού μας εξοντώσει… Για τους συνειδητούς μαρξιστές Ποντεκόρβο και Σολίνας ο δρόμος της κατανόησης έχει ανοίξει…

Η δικτατορία της αλήθειας ενός Ιταλοεβραίου κομμουνιστή: Θα μπορούσε να γραφτεί ολόκληρη διατριβή για το μοντάζ στη “Μάχη του Αλγερίου”, για το πώς ο Ποντεκόρβο συμπιέζει τον φιλμικό χρόνο, κλιμακώνει τη συγκρουσιακή δράση, δίνοντας στην κινηματογράφησή του την αίσθηση του επείγοντος, την αίσθηση ότι ο χρόνος εξαντλείται μπροστά στα μάτια του θεατή κι εκείνος πρέπει να πάρει θέση… “Οι μεγαλύτερες δυσκολίες που είχα”, λέει ο Ποντεκόρβο, “ήταν στη φάση του μοντάζ. Είχα επιλέξει τον Σεραντρέι, που ήταν ο καλύτερος μοντέρ στην Ιταλία. Του είχα δώσει οδηγίες, πως όταν έκανε μια απότομη εναλλαγή πλάνων, να σκέφτεται πως η αληθινή αίσθηση ήταν σημαντικότερη από όλα τα εφέ. Μου έστειλε να ρίξω μια ματιά στις δύο πρώτες μπομπίνες αλλά δυστυχώς είχε ακολουθήσει την τεχνική του “τέλειου μοντάζ”, όπως στο Χόλιγουντ. Αυτό το στυλ δεν είχε καμία σχέση με αυτό που ήθελα εγώ: τη “δικτατορία της αλήθειας”. Τελικά το έδωσα στον Μάριο Μόρα, που κατάλαβε αμέσως πόσο σημαντικό ήταν το μοντάζ για μας».

Εάν κάθε επανάσταση έχει τον φιλόσοφό της, για την αλγερινή εξέγερση αυτός ήταν ο Φρανς Φανόν, ο μαύρος ψυχίατρος με τη γαλλική υπηκοότητα που μίλησε από τη μεριά του αλλοτριωμένου «δούλου» της αποικιοκρατίας και πέθανε στα 36 του χρόνια, προτού να δει την Αλγερία ανεξάρτητη. Τα έργα του έμειναν, και το πνεύμα του στοιχειώνει το σενάριο των Ποντεκόρβο-Σολίνας. Απόγονος αφρικανών σκλάβων, γεννημένος στη Μαρτινίκα, φτάνει στην Αλγερία το 1953 ως “Γάλλος γιατρός”, ένα χρόνο μετά την έκδοση του βιβλίου του “Μαύρο δέρμα -λευκές μάσκες”: αυτομάτως ανήκει σε μια κοινωνική θέση ανώτερη από εκείνη των Αλγερίνων, οι οποίοι όμως ταυτόχρονα τον βλέπουν σαν κατώτερο, σαν ένα ακόμη “Αφρικανό”. Ενα χρόνο μετά την εγκατάστασή του στο Αλγέρι ξεσπά η εξέγερση του FLN και ο ίδιος, ως προϊστάμενος του ψυχιατρικού τμήματος του νοσοκομείου Μπλίντα-Ζουανβίλ για δύο χρόνια ζει διπλή ζωή: από τη μια νοσηλεύει τους Γάλλους-θύματα της επαναστατικής τρομοκρατίας και από την άλλη εκπαιδεύει σαμποτέρ του FLN. To 1956 ωστόσο κάνει την επιλογή του: με επιστολή του προς τον γενικό διοικητή της Αλγερίας υποβάλλει την παραίτησή του και προσχωρεί ολοκληρωτικά στις γραμμές της αντίστασης.
Η ταινία του Ποντεκόρβο κλείνει με τον “θρίαμβο του λαού” και την επίτευξη της ανεξαρτησίας: Ωστόσο, ο Ποντεκόρβο δεν αναφέρει ότι ο βασικός λόγος για την αλλαγή στάσης των Γάλλων ήταν η ισχυρή ακροδεξιά, που όχι μόνο σκόπευε να δολοφονήσει τον Ντε Γκολ αλλά ήταν έτοιμη να προχωρήσει σε πραξικόπημα… Με άλλα λόγια, όχι μόνο ο Ντε Γκολ αλλά συνολικά οι κεντρώοι πολιτικοί της Γαλλίας αντιλήφθηκαν πως η διατήρηση της Αλγερίας θα είχε βαρύτατο τίμημα. Οσο για την Αλγερινή Επανάσταση, μετά τις εσωτερικές συγκρούσεις Μπεν Μπελά-Μπουμεντιέν, τη σχετική ευημερία της δεκαετίας του ’70 λόγω πετρελαίου, διαδέχτηκε η παγίωση ενός μονοκομματικού καθεστώτος, η διαφθορά, η επιρροή των ισλαμιστών, η εξέγερση μιας απογοητευμένης νεολαίας (το μισό του πληθυσμού αυτής της χώρας) που έφτασε μέχρι το σημείο να ξεθάψει από το νεκροταφείο του Αλγερίου τους “τιμημένους νεκρούς” της Επανάστασης και να πετάξει τα κουφάρια τους στο δρόμο… Αλλά για όλα αυτά θα χρειαζόταν ένας νέος Ποντεκόρβο…

(Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», 13.12.2009. «Η Μάχη του Αλγερίου», ιταλο-αλγερινή παραγωγή του 1966 προβάλλεται στον κινηματογράφο «Τριανόν»)

“Η Μάχη του Αλγερίου”, αυτό το φαινομενικό «ρεπορτάζ» είναι αποτέλεσμα οργανωμένης δραματουργίας, πυκνότητας πληροφοριών και νοημάτων, θαυμαστής εναλλαγής ατομικής και συλλογικής δράσης, όπως και μιας σχεδόν διαλλεκτικής σχέσης των πλάνων του πλήθους με τα πλάνα των μεμονωμένων προσώπων που το απαρτίζουν. Η σύνθεση του οπτικού πεδίου με το ηχητικό παράγει ένα συνεχή μουσικό ρυθμό που δίνει την εντύπωση ενός ζωντανού παλλόμενου σφυγμού. Κάποτε αυτή η σύνθεση υποβάλλει πολιτικές σημασίες και ηθικά διλήμματα. Το ζήτημα του τρόπου της παρουσίασης των βασανιστηρίων στην οθόνη «επιλύεται» από τον σκηνοθέτη με την κατάργηση των φυσικών ήχων και την επικράτηση της μουσικής του Μπαχ. Είναι σαν την σχεδόν θλιμμένη στωικότητα του Μπεν-Μιτ: «Πρέπει να περάσουμε από την τρομοκρατία στη συμμετοχή του λαού […] Είναι δύσκολο να ξεκινήσεις μια επανάσταση και πιο δύσκολο να τη συνεχίσεις. Ακόμα πιο δύσκολο είναι να νικήσεις. Αλλά ακόμα κι αν νικήσεις, τότε αρχίζουν τα δύσκολα».

Γιώργος Καρυπίδης, σκηνοθέτης, (“Εντός Εποχής”, 12.10.2008)

Εχω κλέψει πολλά από τη “Μάχη του Αλγερίου”, και τα έχω κάνει κτήμα μου. Στηρίζεσαι σε ανθρώπους που δημιούργησαν πριν από σένα. Δεν ντρέπομαι γι` αυτό, ούτε το έκρυψα ποτέ […]. Στην αρχή της “Μάχης του Αλγερίου” υπάρχει η υπόμνηση πως καμία σκηνή της ταινίας δεν είναι από αρχειακό υλικό ή από ντοκουμέντα. Οτι όλα είναι κατασκευασμένα. Είναι πολύ προκλητικό να δηλώνεις κάτι τέτοιο στην αρχή μιας ταινίας. Αλλά, όπως αποδείχθηκε, έπρεπε να υπάρχει. Και αυτό το καταλαβαίνεις όσο κυλάει η ταινία. Δεν ξέρω αν είναι δυνατόν τέτοιες σκηνές να γυριστούν σήμερα, στην εποχή μας. Αν έχεις μια ταινία που ξεκινάει με κάποιον που έχει βασανιστεί, είσαι σίγουρος πως έχεις δύσκολο δρόμο μπροστά σου. Ως σκηνοθέτης προτιμώ αυτή την τακτική: Εμείς θα κάνουμε αυτό. Εσύ μπορείς να δεις την ταινία ή μπορείς να φύγεις. Αλλά δεν θα το διαπραγματευτούμε.

Στήβεν Σόντερμπεργκ, σκηνοθέτης

Σχολιάστε

Filed under film reviews