Tag Archives: Κρόνενμπεργκ

65ο Φεστιβάλ των Καννών: Υπαρξιακή αμφιβολία στη θέση της αντίστασης, αμήχανο «τέλος του καπιταλισμού» στη Νέα Υόρκη

In-the-Fog-gall2
«Στην ομίχλη» του Σεργκέι Λοζνίτσα.

ΚΑΝΝΕΣ, ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΤΕΡΖΗΣ
Πολύ δύσκολα μπορεί να προβλέψει κανείς τον φετινό Χρυσό Φοίνικα που θα απονείμει η κριτική επιτροπή του Φεστιβάλ υπό την προεδρία του Νάνι Μορέτι, ωστόσο κάποιες ενδείξεις οδηγούν στην εκτίμηση ότι ο Φοίνικας θα είναι μάλλον ευρωπαϊκός… Στα φαβορί ο φιλόσοφος-σκηνοθέτης Μίκαελ Χάνεκε, με την «Αγάπη», που απαντάει στην καταλυτική εισβολή της ανημπόριας και του θανάτου στη ζωή ενός ηλικιωμένου ζευγαριού με το φάρμακο της αγάπης, ο Ρουμάνος Κριστιάν Μουντζίου με το «Πέρα από τους λόφους», όπου εισδύει στην εσωτερική ζωή και στις ταραγμένες ψυχές ενός γυναικείου μοναστηριού στη Ρουμανία (και οι δύο σκηνοθέτες έχουν ήδη κερδίσει Χρυσό Φοίνικα, ο Μουντζίου το 2007 για το «4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 μέρες» και ο Χάνεκε το 2009 για τη «Λευκή κορδέλα»). Υπολογίσιμοι για βραβείο είναι ακόμη ο Δανός Τόμας Βίντερμπεργκ με το «Κυνήγι», όπου αποτυπώνει τη μαζική υστερία, τα δολοφονικά ένστικτα της «κοινότητας» εναντίον ενός νεαρού παιδαγωγού που κατηγορείται άδικα για κακοποίηση παιδιών, ο Κεν Λόουτς με την ευχάριστη «σκωτσέζικη» κωμωδία του «The Angel’s Share», όπου ένα βαρέλι σπάνιο ουίσκι βοηθά μερικούς νέους να ξεφύγουν από το περιθώριο, ο Γάλλος Ζακ Οντιάρ με το συγκινητικό «Σκουριά και οστά», το «Δεν έχετε δει τίποτε ακόμη», ίσως η τελευταία ταινία του 90άχρονου αλλά πάντα δημιουργικού Αλέν Ρεναί. Δεν αποκλείεται τελικά να δοθεί και κάποιο βραβείο στο αμφιλεγόμενο «Holy Motors» του Λεός Καράξ, ο οποίος εξακολουθεί να είναι δημοφιλής εδώ στη Γαλλία, παρότι για χρόνια εξαφανισμένος από το κινηματογραφικό προσκήνιο.
Μια από τις τελευταίες ταινίες που είδαμε στη φετινή διοργάνωση ήταν το «Στην ομίχλη» του Ουκρανού Σεργκέι Λοζνίτσα (διαγωνιστικό τμήμα), του οποίου το «My Joy» πριν δύο χρόνια είχε εντυπωσιάσει τους πάντες εδώ στις Κάννες κερδίζοντας το βραβείο σκηνοθεσίας. Πολύ πιο συμβατική η νέα του ταινία, μας μεταφέρει στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Λευκορωσία κατά τον Β` Παγκόσμιο Πόλεμο (η ταινία έχει γυριστεί με σημαντική γερμανική χρηματοδότηση). Ουσιαστικά βλέπουμε έναν «εμφύλιο» ανάμεσα σε ντόπιους συνεργάτες των Γερμανών και σε αντάρτες, ενώ οι κατακτητές εμφανίζονται μάλλον σε δεύτερο πλάνο. Στο ξεκίνημα της ταινίας τρεις άντρες οδηγούνται στην αγχόνη ενώ μια φωνή προειδοποιεί τους ντόπιους πως κάθε απόπειρα αντίδρασης στους Γερμανούς, οι οποίοι θέλουν να βοηθήσουν τον λαό να χτίσει μια καινούρια Λευκορωσία, θα τους φέρει στην ίδια θέση. Η εκτέλεσή τους δεν εμφανίζεται μέσα στο πλάνο αλλά «μεταφορικά» η κάμερα δείχνει τα απομεινάρια σφαγμένων ζώων έξω από ένα χασάπικο. Στη συνέχεια, η σκηνοθεσία παρακολουθεί δύο αντάρτες που φτάνουν σε ένα απομονωμένο σπίτι στη διάρκεια της νύχτας και παίρνουν μαζί τους τον άντρα της οικογένειας για να τον σκοτώσουν ως προδότη, καθώς τον θεωρούν υπεύθυνο για την εκτέλεση των τριών ανδρών. Ωστόσο, στο σινεμά του Λοζνίτσα τίποτα δεν εκφράζεται «γραμμικά», αυτό που δηλώνεται ως προφανές αποδεικνύεται απατηλό… Οι δύο αντάρτες με τον μελλοθάνατο θα «χαθούν» σε ένα υπαρξιακό ταξίδι μέσα στο δάσος, με τον Λοζνίτσα να αμφισβητεί ευθέως τον «κλασικό» ηρωισμό της αντίστασης κατά των Γερμανών, δίνοντας προτεραιότητα στην αμφιβολία της ύπαρξης…

«Μαύρη κωμωδία για το τέλος του κόσμου» χαρακτηρίζει την ταινία του «Cosmopolis» ο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ (διαγωνιστικό τμήμα) έργο που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ντον ΝτεΛίλο, μια αλληγορία για την κατάρρευση του καπιταλισμού μέσα από το ερμητικά κλειστό σύμπαν της ζωής ενός νεαρού δισεκατομμυριούχου. «Τα πράγματα είναι πολύ συντηρητικά στις μέρες μας», μας είπε ο Κρόνενμπεργκ. «Οι παραγωγοί, τα στούντιο δεν εγκρίνουν εύκολα μια ταινία που είναι «στα όρια», προκλητική… Θέλουν σιγουριά, εμπορικότητα, box office. Οπότε το γεγονός ότι καταφέραμε να φτιάξουμε μια τέτοια ταινία και να την υποστηρίξουμε με αγάπη, με γεμίζει ελπίδα για το μέλλον. Γιατί η ελπίδα κρύβεται στην τέχνη, μέσα από αυτή εγώ καταφέρνω να επιβιώνω».
Ο δισεκατομμυριούχος ήρωας του Κρόνενμπεργκ, κλεισμένος μέσα στην υπερπολυτελή λιμουζίνα του, προσπαθεί να διασχίσει τη Νέα Υόρκη τη μέρα που την πόλη επισκέπτεται ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, και μέσα εκεί δουλεύει, κάνει σεξ, συζητά με τους συνεργάτες του, εμπόρους τέχνης… Πρωταγωνιστεί ο Ρόμπερτ Πάτινσον του «Twilight» και σε μικρότερους ρόλους οι Ζιλιέτ Μπινός, Ματιέ Αμαλρίκ, Πωλ Τζιαμάτι, Σαμάνθα Μόρτον…
Επιλογή του σκηνοθέτη ήταν να μείνει εξαιρετικά πιστός στο μυθιστόρημα του Ντον ΝτεΛίλο, κάτι που δεν λειτουργεί τελικά υπέρ της ταινίας: «Διάβασα το βιβλίο μέσα σε δύο μέρες. Μου πήρε έξι μόνο μέρες να γράψω το σενάριο. Κι αυτό γιατί το βιβλίο είναι καταπληκτικό, οι διάλογοι ήταν έτοιμοι, υπάρχουν στο μυθιστόρημα βιβλίο και είναι εξαιρετικοί. Χρειάστηκε μόνο να κάνω μερικές αλλαγές δομής, καθώς η λογοτεχνία και το σινεμά είναι πολύ διαφορετικά μέσα. Δεν μπορείς να κάνεις ακριβή μεταφορά, πρέπει να αποδεχτείς τη διαφορετικότητά τους. Ομως, αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο είχε υπέροχο σκελετό, καταπληκτικούς διαλόγους επαναλαμβάνω. Εκανε τη δουλειά μου πολύ εύκολη».
Δίπλα στον Κρόνενμπεργκ στη συνέντευξη τύπου εδώ στις Κάννες ήταν και ο συγγραφέας Ντον ΝτεΛίλο: «Όχι, δεν είχα καμία σχέση με το σενάριο. Μπορεί βιβλίο και ταινία να αφηγούνται μία κοινή ιστορία, αλλά είναι ξεχωριστά όντα. Οταν πρωτοείδα την ταινία δεν ήταν σαν να έβλεπα κινηματογραφημένο το βιβλίο μου. Μου φαίνονταν όλα καινούργια… Η ταινία έχει δική της ένταση, ξεχωριστό ρυθμό. Αρχικά πίστεψα ότι ο Ντέιβιντ θα βγάλει μερικές σκηνές μέσα από την λιμουζίνα και θα τις εντάξει στον εξωτερικό κόσμο – γιατί αυτό που έκανα στο βιβλίο δεν ήταν καθόλου κινηματογραφικό. Εκείνος έκανε ακριβώς το αντίθετο, πήρε και μία ακόμα σκηνή που την είχα εξωτερική και την έβαλε στην λιμουζίνα! Μόνο ένας Κρόνεμπεργκ θα το τολμούσε αυτό!».
Το κάποτε «τρομερό παιδί» του γαλλικού σινεμά, ο 52χρονος σήμερα Λεός Καράξ, εγωπαθής και ναρκισσευόμενος, μεγαλομανής, ρομαντικός με το δικό του ιδιαίτερο ύφος, υποδόρεια τραγικός, μετά την αποτυχία του «Pola X» δεκατρία χρόνια πριν, έρχεται στο Φεστιβάλ με το παράδοξο «Holy Motors», (διαγωνιστικό τμήμα) όπου ο κεντρικός ήρωας (τον υποδύεται ο σπουδαίος Ντενί Λαβάντ) υποδύεται έντεκα «ρόλους ζωής» για να μυστηριώδες «πρακτορείο», κατά τη διάρκεια ενός 24ώρου. Ας μην αναζητήσει κανείς ρεαλιστικό υπόβαθρο σε αυτή την απίστευτα ακραία ως προς τη σύλληψη εναλλαγή ρόλων (ξεχωρίζει ο απίστευτος ρόλος ενός… τέρατος των υπονόμων που θα αρπάξει την πανέμορφη Εύα Μέντες από μια φωτογράφιση μόδας σε ένα νεκροταφείο του Παρισιού). Ποιος είναι ο «σκηνοθέτης» που μοιράζει αυτούς τους ρόλους, ποιο είναι το «κοινό» που παρακολουθεί; Μην περιμένετε απάντηση στα ερωτήματα… Όλα γίνονται, όπως λέει κάποια στιγμή ένας από τους χαρακτήρες της ταινίας, για την Beauté du geste… Ουσιαστικά ο Καράξ συμπυκνώνει στην ταινία του όλα τα κινηματογραφικά είδη, με αναφορές από τον βωβό κινηματογράφου, το μιούζικαλ, το ρομάντζο, τις ταινίες εγκλήματος, την επιστημονική φαντασία…

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under festivals