Tag Archives: κινηματογράφος

Ποδόσφαιρο, πολιτική και κινηματογράφος: Τρίγωνο μέσα στη μεγάλη περιοχή

amnesty_soccer

Από τη Νότια Αφρική του Μουντιάλ, του Μαντέλα και της πολιτικής που κρύβεται πίσω από τη βιτρίνα του ποδοσφαιρικού θεάματος, ας πάμε τριάντα χρόνια πριν, στη Βραζιλία, σε ένα ποδοσφαιρικό «πείραμα» που αρκετοί προσπαθούν από τότε να διαγράψουν από την παγκόσμια πολιτικο-αθλητική μνήμη: Το 1982 οι ποδοσφαιριστές της Κορίνθιανς, μιας από τις μεγαλύτερες και πιο ιστορικές ομάδες της Βραζιλίας, καταφέρνουν να πάρουν στα χέρια τους τη διοίκηση της ομάδας, για δύο χρόνια. Αποφάσιζαν οι ίδιοι για τα πάντα, με πλειοψηφία μεταξύ τους. Συζητούσαν και ψήφιζαν δημοκρατικά για τη μέθοδο της προπόνησης, το σύστημα του παιχνιδιού, τη διαχείριση των χρημάτων και οτιδήποτε σχετικό. Στις φανέλες τους είχαν γράψει «Democracia Corinthiana». Ωστόσο, οι παράγοντες που είχαν παραμεριστεί κατάφεραν τελικά να ξαναπάρουν τον έλεγχο της ομάδας. Όσο καιρό όμως κράτησε το «πείραμα», η Κορίνθιανς πρόσφερε το πιο τολμηρό και φαντασμαγορικό ποδόσφαιρο όλης της χώρας, έφερε το μεγαλύτερο πλήθος στα γήπεδα και κέρδισε δύο φορές το πρωτάθλημα…

Αναζητώντας τα σημεία όπου τέμνονται το ποδόσφαιρο, η πολιτική και ο κινηματογράφος, επιστρέφουμε σε αυτό που είχε πει ο Κεν Λόουτς, όταν σκηνοθέτησε τον Ερίκ Καντονά πριν ένα χρόνο, στο «Aναζητώντας τον Ερικ»: «Ο κινηματογράφος είναι σαν το ποδόσφαιρο, χρειάζεται ρίσκο. Αν παίξεις χωρίς να ρισκάρεις είναι πιθανό να κερδίσεις το παιχνίδι, όμως τελικά κανένας δεν θα θυμάται τον συγκεκριμένο αγώνα». Αντικαταστήστε τη λέξη «κινηματογράφος» με την «πολιτική», και η εξίσωση ισχύει και πάλι…

Στη γερμανική ταινία «Το θαύμα της Βέρνης» του Σένκε Βόρτμαν, έχουμε σε πρώτο επίπεδο μια οικογενειακή ιστορία με φόντο τη μεταπολεμική, κατεστραμμένη Γερμανία και τα όσα συνέβησαν στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1954, στην Ελβετία. Ο εντεκάχρονος Ματίας λατρεύει το ποδόσφαιρο και καθώς ο πατέρας του είναι ακόμη αιχμάλωτος πολέμου στη Ρωσία, βρίσκει στο πρόσωπο ενός παίκτη της εθνικής ομάδας το πατρικό υποκατάστατο. Όταν ο πατέρας επιστρέφει, οι ισορροπίες στην οικογένεια διαταράσσονται, η «προπολεμική» νοοτροπία του βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με τον κυοφορούμενο ευδαιμονισμό της αμερικανοκρατούμενης πλέον γερμανικής κοινωνίας. Ο μεγαλύτερος γιος, σε άλλη κατεύθυνση, έχει γίνει κομμουνιστής και μετά την αναπόφευκτη σύγκρουση με τον πατέρα θα φύγει για το Ανατολικό Βερολίνο για να οικοδομήσει εκεί το σοσιαλιστικό μέλλον της χώρας… Γερμανική πειθαρχία και αφοσίωση στον σκοπό σου μοιάζουν να είναι τα διδάγματα που προσφέρει η ταινία. Ο αυταρχισμός του πατέρα «δένει» με εκείνον του προπονητή της Εθνικής…

Τελικά, το «θαύμα» του τίτλου πραγματοποιείται στη Βέρνη, όπου διεξάγεται ο τελικός του Παγκοσμίου Κυπέλλου (ήταν το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο στο οποίο επετράπη στη Γερμανία να συμμετάσχει μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο). Σε αυτό τον τελικό η Εθνική Γερμανίας αντιμετωπίζει την πανίσχυρη Ουγγαρία, την ταξιαρχία του Πούσκας, κορυφαία ομάδα όλων των εποχών. Οι Γερμανοί νίκησαν, αν και η νίκη τους αμφισβητήθηκε, καθώς θεωρήθηκαν ντοπαρισμένοι, ενώ είχαν και την εύνοια του Άγγλου διαιτητή. Όπως και να ‘χει, ολόκληρη η Γερμανία έπειτα από εκείνη τη νίκη αισθάνθηκε ότι είχε και πάλι δικαίωμα ύπαρξης. Η κραυγή του Γερμανού σχολιαστή του ραδιοφώνου Τσίμερμαν στο τελικό γκολ που έκρινε το παιχνίδι έξι λεπτά πριν από τη λήξη και ενώ το σκορ ήταν 2-2, ήταν εντελώς λατινοαμερικάνικη. Εκείνη η κραυγή έγινε για πάρα πολλά χρόνια σύμβολο της γερμανικής αναγέννησης. Χρόνια μετά, ο Φασμπίντερ χρησιμοποίησε το ηχητικό αυτό ντοκουμέντο σαν «σχόλιο» σε μια σκηνή της ταινίας του «Ο γάμος της Μαρίας Μπράουν», μια ταινία που αφηγείται τις προσπάθειες μιας γυναίκας (Χάνα Σιγκούλα) να ορθοποδήσει μέσα από τα ερείπια…
Σε αντίθεση με τη Γερμανία του 1954, ο θρίαμβος της Εθνικής Ελλάδας στην Πορτογαλία μισό αιώνα αργότερα, ήρθε σαν επίπλαστο επιστέγασμα μιας πορείας «εκσυγχρονισμού» και κοινωνικού ευδαιμονισμού, πορείας με πήλινα πόδια, με ένα πλαστό, αλαζονικό είδωλο αυταρέσκειας στον εθνικό καθρέφτη, που ταυτίστηκε στα πανηγύρια με το «Δε θα γίνεις Έλληνας ποτέ…» και τους τραμπουκισμούς εναντίον μεταναστών… Μια «ψευδής συνείδηση» που βρέθηκε τελικά κάτω από την μπότα του ΔΝΤ και απέναντι στα χολερικά σχόλια για τους «τεμπέληδες και ψεύτες Έλληνες».

Το ποδόσφαιρο μπορεί να λειτουργήσει όχι μόνο σαν αντίστροφος καθρέφτης αλλά και σαν χώρος απελευθέρωσης απίστευτων δυνάμεων: Αναρωτιέται κανείς ακόμη και σήμερα τι ώθησε εκείνη τη φοβερή ομάδα της Δυναμό Κιέβου το 1942 να νικήσει τους Γερμανούς, υπογράφοντας τη θανατική καταδίκη της… Αυτή η απίστευτη ιστορία, που έχει αποτυπωθεί στο «Ημίχρονο του θανάτου» (Ket felido a pokolban, 1961-62) του Ούγγρου Ζόλταν Φάμπρι, με τους Ουκρανούς να νικούν τη γερμανική ομάδα, παρ’ ότι οι Γερμανοί τους είχαν προειδοποιήσει ότι ρισκάρουν τη ζωή τους… Η Δυναμό κατατρόπωσε τους Γερμανούς μέσα στο γήπεδο και το αποτέλεσμα ήταν οι δυνάμεις κατοχής να εκτελέσουν και τους 11 παίκτες της ουκρανικής ομάδας, έναν προς έναν, ενώ φορούσαν ακόμη τις φανέλες της ομάδας τους.

Γιατί το ποδόσφαιρο, η πολιτική, συναντούν τελικά την εσωτερική ηθική που κινεί τους ανθρώπους να δρουν: Το 1930, ένας μελλοντικός συγγραφέας, ο Αλμπέρ Καμύ, ήταν ο Άγιος Πέτρος που φύλαγε την πύλη της ποδοσφαιρικής ομάδας του πανεπιστημίου του Αλγερίου. Τερματοφύλακας, ήταν η θέση που χάλαγαν λιγότερο τα παπούτσια: παιδί φτωχής οικογένειας, όταν ήταν μικρός ζούσε με τη γιαγιά του και εκείνη κάθε βράδυ που γύριζε στο σπίτι ήλεγχε τις σόλες του. Αν είχαν φθαρεί, τον ξυλοφόρτωνε. Αργότερα ο Καμύ θα έλεγε πως το ποδόσφαιρο του δίδαξε όλα όσα ξέρει για τη σύγχρονη ηθική. «Η μπάλα δεν πηγαίνει ποτέ εκεί που περιμένεις»…

Advertisements

4 Σχόλια

Filed under θέματα