Tag Archives: Αλίντα Δημητρίου

«Πουλιά στο βάλτο» της Ιστορίας


«Είμουν η γυναίκα που φρόντιζε στο περιθώριο πάντα να σας εξυπηρετή και να τρέμη για τη ζωή σας. Σήμερα ξύπνησα…», διαβάζουμε σε μπροσούρα του ΕΑΜ Μαγνησίας, τον Αύγουστο του 1943. Πάνω από 1.740.000 Ελληνίδες οργανώθηκαν στην Εθνική Αλληλεγγύη, στην Ελλάδα των επτά εκατομμυρίων της εποχής εκείνης, και περισσότερες από 1.000.000 εντάχθηκαν στο ΕΑΜ. Πάνω από χίλιες βρέθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα, αμέτρητες είναι όσες βασανίστηκαν, βιάστηκαν, κακοποιήθηκαν…
H συμμετοχή της γυναίκας την περίοδο εκείνη, συμμετοχή εκπληκτική για τα δεδομένα της εποχής αλλά κυρίως ουσιαστική, παραμένει μέχρι σήμερα αφανής, ουσιαστικά αποσιωπημένη από την «επίσημη» Ιστορία, παρά τις μελέτες ιστορικών –γυναικών κυρίως. Η Αλίντα Δημητρίου, με την ταινία της «Πουλιά στο βάλτο» «αποκαθιστά» τη φωνή και το πρόσωπο των γυναικών της Aντίστασης, καθώς «καταθέτει» επώδυνες προφορικές μαρτυρίες… Εστιάζει στις μνήμες, τα βιώματα, τα τραύματα, σημάδια μιας στάσης ζωής των γυναικών, είτε επέζησαν είτε όχι: από την Ιουλία Μπίμπα, που μετέφερε τα εκρηκτικά στην ΕΣΠΟ για την ανατίναξή της, και η οποία πιάστηκε, βασανίστηκε άγρια και εκτελέστηκε από τους χιτλερικούς με τσεκούρι στη Γερμανία, μέχρι την Ελένη Σκαρπέτη που οδηγήθηκε από Έλληνες στο Γουδή και την τελευταία στιγμή διασώθηκε… Μια συγκλονιστική στιγμή στην ταινία είναι όταν η κάμερα ακολουθεί τις ηλικιωμένες αγωνίστριες με τα μπαστούνια τους να «επιστρέφουν», σήμερα, στον τόπο του βασανισμού τους από τους ταγματασφαλίτες στην οδό Ελπίδος, στην πλατεία Βικτωρίας. Είναι ένα στενό, πεζόδρομος σήμερα, που τότε ήταν αποκλεισμένο από την γύρω περιοχή, καθώς σχεδόν όλα τα σπίτια ήταν επιταγμένα ως χώροι ανάκρισης και βασανιστηρίων. Τα κτίρια έχουν μείνει απαράλλαχτα σχεδόν, στο πέρασμα του χρόνου. Οι ηλικιωμένες γυναίκες πλησιάζουν με κάποιο δισταγμό αλλά και περήφανες. Αναζητούν σημάδια της νεότητάς τους που κατατέθηκε εκεί, σαν όλες τις προσωπικές περιπτώσεις που «χωνεύονται» μέσα στη «μεγάλη» Ιστορία… Μια αναμνηστική πινακίδα που είχε τοποθετηθεί σε ένα από τα κτίρια αφαιρέθηκε από τους νέους ιδιοκτήτες του, από αδιαφορία ή γιατί θεωρούσαν ότι μειώνει τη δυνατότητα μεταπώλησης της περιουσίας τους…
Κ.Τ.


* Γιατί ο τίτλος «Πουλιά στο βάλτο»;

Ήταν ένας τρόπος να αποδώσω μεταφορικά την ταπείνωση που υπέστησαν οι γυναίκες αυτές οι οποίες τόλμησαν να νιώσουν τον άνεμο της Αντίστασης. Στάθηκαν πλάι στους άνδρες και αγωνίστηκαν για την ελευθερία της πατρίδας τους. Εκτελέστηκαν, βασανίστηκαν, νοσηλεύτηκαν σε ψυχιατρικές κλινικές, σκοτώθηκαν σε μάχες, ενώ άλλες πέρασαν τα καλύτερα χρόνια της ζωής τους σε φυλακές και εξορίες. Τα ψυχικά τους τραύματά είναι ακόμα φανερά. Μια γυναίκα μού είπε πως κάθε χρόνο, όταν κάνουν αναμνηστικές εκδρομές στους χώρους της εξορίας, βγάζει έρπη. Μια άλλη ότι έχει ακόμα θραύσματα στο πόδι της.
Άλλη είναι κουφή, άλλη με σπασμένη σιαγώνα. Εκείνο όμως που διαπιστώθηκε, και η πιο νέα του συνεργείου δεν μπορούσε να το κατανοήσει, είναι ότι η απειλή δεν έχει ξεπεραστεί… Μια από τις γυναίκες, όταν τελειώσαμε τη συζήτηση και το γύρισμα, με πλησιάζει και μου λέει σχεδόν συνωμοτικά: «Μη βάλεις τίποτα φοβερά πράγματα στην ταινία και βρούμε κάνα μπελά πάλι…». Παρ’ όλο που είναι έτοιμες ακόμα και σ’ αυτή την ηλικία να επαναλάβουν, αν χρειασθεί, τα ίδια…
Όταν τέλειωσε η ταινία πήρα μια δημοσιογράφο (την κόρη του μουσικοσυνθέτη Ξένου) να την ευχαριστήσω για το ενδιαφέρον που είχε επιδείξει για την ταινία, και η οποία μου είπε: «η τάδε (94 χρόνων) τώρα τελευταία δε μου φαίνεται και πολύ καλά. Δεν της κάνεις ένα τηλεφώνημα;» Κάνω το τηλεφώνημα και ακούω μια ξεψυχισμένη φωνή «τι, ποιος, α». Τελικά καταλαβαίνει. Της θυμίζω πόσα γέλια είχαμε κάνει στο γύρισμα, τι ωραία είχαμε περάσει και τότε, πιστέψτε με, αρχίζει να μου διηγείται ξανά, με φωνή που ήταν σάλπιγγα, γεγονότα εκείνης της εποχής από το δεύτερο αντάρτικο. Την άφησα γεμάτη ελπίδες και πίστη να συνεχίσει. Είναι δασκάλα από την εποχή του Μεταξά και έχει εκδώσει μέχρι σήμερα 5-6 βιβλία με μνήμες, φωτογραφίες και πληροφορίες και έχει τώρα άλλο ένα βιβλίο στο τυπογραφείο. Όπως μια άλλη που νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρική κλινική, μου είπε με ύφος ναζιάρικο: «γίνεται διαδήλωση χωρίς να πάω;» Είναι ακόμα όλες τους μάχιμες με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Καμιά, μα καμιά δεν κάθεται στα αβγά της. Και όταν μου έδιναν τις μνήμες τους ήταν σαν να μιλάγαμε και να σχολιάζαμε τη γιορτή, το πάρτυ, στο οποίο είχαμε βρεθεί την προηγούμενη μέρα. Και οι 40 μάρτυρες-γυναίκες, ηλικίας 80 χρόνων, τουλάχιστον σήμερα, ζωντάνεψαν τη μνήμη των στιγμών που σφράγισαν όλη τη ζωή τους, ξεχνώντας εντελώς ότι στο ενδιάμεσο υπήρχε μια κάμερα που τις κατέγραφε…

* Τι ακριβώς σημαίνουν για σας οι «ανώνυμες μαρτυρίες», μέσα στο κάδρο της «μεγάλης Ιστορίας»;

Το πρόβλημα είναι να αποκαλυφθεί ο ρόλος των κοινωνικών ομάδων «χωρίς φωνή», ο οποίος αγνοείται από την επίσημη γραπτή ιστορία. Ο νεότερος κλάδος της «προφορικής ιστορίας» ερευνά τις ζωντανές μαρτυρίες των μη επωνύμων, μαζί και τις βιωματικές εμπειρίες τους για να φωτίσει πληρέστερα το παρελθόν, και τις δυναμικές της ιστορίας οι οποίες δεν μπόρεσαν να πραγματοποιηθούν τελικά.

* Από το 1977 που γυρίσατε τους «Καρβουνιάρηδες», μέχρι σήμερα, τι σημαίνει για σας το ντοκιμαντέρ κυρία Δημητρίου? Δεν σας δελέασε ποτέ ο «κινηματογράφος με υπόθεση»;

Ντοκιμαντέρ για μένα σημαίνει η αναζήτηση του «Άλλου» πίσω από τη βιτρίνα της πραγματικότητας. Σημαίνει πολλά πράγματα, σημαίνει και στάση ζωής αν θέλετε. Τιμάω τους ανθρώπους, αγαπάω τους ανθρώπους, και όταν τους συναντάω, δένομαι μαζί τους. Σε κάθε ντοκιμαντέρ το μέλημά μου είναι οι σχέσεις που θα δημιουργήσω. Η ταινία θα περάσει, θα ξεχαστεί, αυτές οι ανθρώπινες επαφές θα μείνουν και είναι αυτές που με δικαιώνουν απέναντι στον εαυτό μου. Δεν χρησιμοποίησα ποτέ τους ανθρώπους σαν εργαλεία της δουλειάς μου. Κάτι τέτοιο μου είναι αποκρουστικό. Τι πάει να πει «τώρα κάνουμε δουλειά», όχι: «Τώρα έχουμε, πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα, ανθρώπους».
Ο κινηματογράφος με υπόθεση δεν με δελέασε ποτέ για πολλούς λόγους, και δεν νομίζω ότι είναι η κατάλληλη στιγμή για να τους απαριθμήσω… Φυσικά, λέγοντας κάτι τέτοιο το λέω γιατί συνδυάζω τις αντικειμενικές συνθήκες μιας παραγωγής με μια στάση ζωής. Νομίζουμε ότι έτσι δεν εκχωρούμε… Όλα όμως έχουν ένα τίμημα, τόσο για την προσωπική σου ζωή όσο και για τις σχέσεις σου με τους άλλους.

* Πόσα χρόνια δουλεύατε γι’ αυτή την ταινία με τη γυναικεία πλευρά της Αντίστασης και πώς την «τοποθετείτε» σε συνάρτηση με τις προηγούμενες δουλειές σας; Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάποιος κοινός παρονομαστής στη δουλειά σας τόσων χρόνων στο ντοκιμαντέρ…

Το υλικό που έχω στα χέρια μου είναι μεγάλης διάρκειας, διότι κάθε γυναίκα μιλάει και για το πριν και για το μετά την απελευθέρωση. Έπρεπε πρώτα αυτό το υλικό να ξεσκαρταριστεί και μετά να δομηθεί. Το αποτέλεσμα είναι δύο ταινίες, δύο μέρη: το πρώτο αφορά Κατοχή-Φυλακές (είναι το «Πουλιά στο βάλτο») ενώ το δεύτερο (θα γίνει μια άλλη ταινία, και είναι μονάχα δομημένο αυτή τη στιγμή) αναφέρεται στο δεύτερο Αντάρτικο και τις Εξορίες.
Χρειάστηκα τρία χρόνια. Εκείνο που μου φέρνει λύπη και αποφεύγω να το σκέπτομαι είναι ότι μέσα στα τρία αυτά χρόνια, όπου πραγματοποιήθηκε το γύρισμα και το μοντάζ της ταινίας, τέσσερις από τις σαράντα μάρτυρες που ξανάζησαν τη ζωή τους διηγώντας την στην κάμερα, δεν θα μπορέσουν να την ξαναζήσουν στην προβολή της ταινίας, γιατί έχουν πεθάνει.
Πώς την τοποθετώ σε συνάρτηση με προηγούμενες δουλειές μου; Ξέρω και εγώ; Αυτό είναι δουλειά άλλων.
Η δουλειά μου έχει πάντα άξονα, κοινό παρονομαστή, τον άνθρωπο και τη κοινωνικοπολιτική του διάσταση. Διαφορετικά δεν θα είχε και νόημα να κάνω κάτι, έστω και μια σταλιά. Άλλωστε αυτή η σταλιά δεν είναι που μας λείπει;

* Γεννημένη στα 1933, ανήκετε και εσείς στην ευρύτερη «γενιά της Αντίστασης», στην οποία και δίνετε φωνή με την ταινία σας. Τι σημαίνει για σας αυτό το ιδιαίτερο στοιχείο της «οικειότητας», το ότι είσαστε αντικειμενικά τόσο «κοντά» στις γυναίκες που βρίσκονται απέναντι από το φακό σας;

Αφενός το στοιχείο του σεβασμού και αφετέρου το στοιχείο του πάθους, που δεν έχει φθαρεί από τον χρόνο που μεσολάβησε. Λυπάμαι που δεν ήμουν επτά-οκτώ χρόνια μεγαλύτερη. Ζω σήμερα και μετράω μέσα από εκείνη την εποχή. Και μη με πείτε παλαιολιθική γιατί οι φίλοι μου, οι κολλητοί μου όπως λέγεται, είναι πάρα πολύ νέοι και σας διαβεβαιώ ότι τα καταφέρνω μια χαρά. Και για να επανέλθουμε στο ερώτημα, εκείνη η εποχή με έχει σημαδέψει με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνομαι απόλυτη.
Και εννοώ, βέβαια, μονάχα τους χιλιάδες ανώνυμους που έδωσαν τα πάντα και δεν ζήτησαν ποτέ τίποτα. Περνάνε πλάι μας, τους συναντάμε παντού, πορεύονται απλά, όπως απλά πορεύτηκαν άλλοι για το εκτελεστικό απόσπασμα.

* Τι κρατάτε εσείς προσωπικά από εκείνα τα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης;

Παρ’ όλο ότι ο πατέρας μου είχε συλληφθεί και τρεις φορές τον είχαν για εκτέλεση, θα απαντήσω με τα λόγια μιας γυναίκας: «γλέντι», και με μιας άλλης: «πανηγύρι». Παράλογο. Αλλά έτσι ήταν και έτσι θα είναι αν ξαναχρειασθεί (ελπίζω ποτέ πια).
Και μια μνήμη: έπειτα από μια μεγάλη περιπέτεια ο πατέρας μου κατέληξε στο Γουδή και από κει δραπέτευσε και πήγε στο σπίτι της γιαγιάς μου να κρυφτεί. Μας πήγε η μάνα να τον δούμε. Με έβαλε στα γόνατά του και μου τραγούδησε το «Βροντάει ο Όλυμπος». Ήμουνα δέκα χρονώ και έτσι απλά εγώ σφραγίστηκα για πάντα. Και κάτι άλλο: είχε μουστάκι, μη γελάτε, παραμένει πάντα σημαντικό για μένα το μουστάκι.

* Η ιστορική διαπίστωση είναι πως εκείνα τα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης έχουμε μια «έκρηξη» της γυναικείας παρουσίας στο προσκήνιο της νεοελληνικής κοινωνίας. Τι μένει να κρατήσουμε από τότε για τη σημερινή εποχή;

Την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, το πάθος και την πίστη στα ιδανικά του.
Άλλα στοιχεία που έχουν αναφερθεί τα θεωρώ επουσιώδη και για μένα τουλάχιστον προσβλητικά για το πνεύμα εκείνης της εποχής. Επίσης πρέπει να αναφερθεί ότι εκείνα τα χρόνια δόθηκε στη γυναίκα το δικαίωμα ψήφου, το οποίο μετά την απελευθέρωση της αφαιρέθηκε.

* Αντιλαμβάνομαι ότι δεν σας ενδιέφερε η «ανάλυση» (κοινωνικο-πολιτική, ιστορική ή οτιδήποτε άλλο) της εποχής εκείνης μέσα από την ταινία σας…

Αυτό είναι θέμα μιας άλλης ταινίας, ενός άλλου ντοκιμαντέρ. Εξάλλου υπάρχουν και θα υπάρξουν πολλές «αναλύσεις» ιστορικο-κοινωνικές-πολιτικές εκείνης της εποοχής από ιστορικούς και άλλους. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο που έχει επίσης μεγάλη αξία, η άμεση προσέγγιση. Ο Πασκάλ λέει: «εκτός από το μυαλό, υπάρχει και η καρδιά». Και είναι η καρδιά η κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Αυτοί που στήθηκαν στον τοίχο, εκείνη την τελευταία στιγμή, σας διαβεβαιώ, το ‘λεγε η καρδιά τους και όχι η λογική. Λογική υπάρχει στην καθημερινότητά μας. Πιστεύω πως η άμεση προσέγγιση αποδίδει τον συμπυκνωμένο ιστορικό χρόνο και την ιδιαίτερη ποιότητα των γεγονότων, η οποία οφείλεται στην ξεχωριστή στάση ζωής όσων συμμετείχαν…

* Περιγράψτε μας σας παρακαλώ με λίγα λόγια την περιπέτεια ενός Έλληνα ντοκιμαντερίστα που δεν δουλεύει για την τηλεόραση και δεν χρηματοδοτήθηκε από το Κέντρο Κινηματογράφου…

Δεν ξέρω τι τραβάνε οι άλλοι, εγώ είμαι σχεδόν, τι σχεδόν, απομονωμένη. Μπορώ πάντως να σας πω για το άτομό μου Υπήρξα σκανδαλωδώς τυχερή γιατί στήθηκε ένα γλέντι μέσα από την ταινία. Δούλεψαν όλοι με κέφι σαν «ερασιτέχνες» και όχι σαν «επαγγελματίες». Και βέβαια χωρίς να πάρει χρήματα κανείς. Λες και είχαμε περάσει από την Αντίσταση: «με μια ψυχή, με μια πίστη σ’ αυτό που φτιάχναμε». Μέχρι αυτή την ώρα που η ταινία πάει στο Φεστιβάλ δεν μας έχει δοθεί ούτε ένα ευρώ.
Τα δύσκολα αρχίζουν τώρα που πρέπει να γίνει μεταφορά σε φιλμ 35 χιλιοστών για να συμμετάσχει η ταινία στα κρατικά βραβεία, και δεν ξέρω πού να βρω δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ. Μπορεί να ληστέψω καμιά τράπεζα. Γιατί όχι;
(Το ντοκιμαντέρ «Πουλιά στο βάλτο» της Αλίντας Δημητρίου προβάλλεται στο 10ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης την Τετάρτη 12 Μαρτίου στην αίθουσα «Παύλος Ζάννας» στις 6 μ.μ. και στις 14 Μαρτίου στην αίθουσα «Φρίντα Λιάππα» στο λιμάνι στις 2.30 μ.μ.).

1 σχόλιο

Filed under συνεντεύξεις