Category Archives: συνεντεύξεις

Βασίλης Λουλές: «Να ξαναφτιάξουμε μια Ελλάδα της αλληλεγγύης, της ανοχής στο διαφορετικό»

filia%20eis%20ta%20paidia_high

Τα πέντε παιδιά που σώθηκαν στην Κατοχή, στην αφίσα της ταινίας (από αριστερά): Σήφης Βεντούρας, Ροζίνα Πάρδο (νυν Ασσέρ), Μάριος Σούσης,Ευτυχία Ναχμία (νυν Νάχμαν), Σέλλυ Κοέν (νυν Κούνιο).

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΤΕΡΖΗ

Συνεχίζεται στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος στην Αθήνα αλλά και στην αίθουσα «Παύλος Ζάννας» στη Θεσσαλονίκη η προβολή του βραβευμένου ντοκιμαντέρ του Βασίλη Λουλέ «Φιλιά εις τα παιδιά», που παρουσιάζει τη μυθιστορηματική διάσωση κατά τη διάρκεια της Κατοχής πέντε παιδιών Εβραίων της Ελλάδας. Ο Λουλές με υλικό τα «μικρά», καθημερινά στοιχεία της επιβίωσης φέρνει στο επίκεντρο τη σημασία της ανθρώπινης επαφής και ταυτόχρονα νοηματοδοτεί εκ νέου την πρόσφατη ελληνική Ιστορία.

* Ποιο ήταν το αρχικό ερέθισμα, το έναυσμα για να γυρίσεις μια ταινία για τα Εβραιόπουλα της Κατοχής στην Ελλάδα, μια ταινία στην οποία αφιέρωσες πέντε χρόνια δουλειάς;

Το 2005 διάβασα μια μικρή είδηση σε εφημερίδα για μια έκθεση του Εβραϊκού Μουσείου Ελλάδος, με μαρτυρίες και ντοκουμέντα “κρυμμένων παιδιών”, μια συλλογή με ιστορίες Ελλήνων Εβραίων που ήταν παιδιά ηλικίας 5-10 ετών στα χρόνια της Κατοχής. Ήταν ωστόσο μια εντελώς προσωπική ανάγκη εκείνη την εποχή που μʼ έκανε να σταθώ σε αυτήν την πληροφορία: Μόλις είχα γίνει πατέρας κι αναρωτήθηκα πώς βιώνει τον χρόνο ένα παιδί που αναγκάζεται να κρύβεται για να σωθεί. Πώς είναι η καθημερινότητά του, τα παιχνίδια του, με ποιον τρόπο ξεχνιέται, πώς πείθεται να σιωπά, πώς βλέπει τον έξω κόσμο -στον οποίο «παραμονεύει ο θάνατος»… Συνάντησα αρκετά πρόσωπα και μίλησα πολύ μαζί τους πριν επιλέξω τους πέντε ανθρώπους, με ενδιέφερε μια ταινία «για την παιδική ηλικία στη σκιά του Ολοκαυτώματος”. Αυτοί οι πέντε υπέροχοι άνθρωποι που με εμπιστεύτηκαν βυθίστηκαν σʼ ένα μεγάλο ταξίδι στη μνήμη, που έκρυβε πόνο, στιγμές αγωνίας, ανάσες χαράς και ξεγνοιασιάς στην αγκαλιά των ξένων που τα έσωσαν… Αυτοί οι ηλικιωμένοι, σήμερα, άνθρωποι μπορεί να μιλούν στον κινηματογραφικό φακό, αλλά στην πραγματικότητα συνδιαλέγονται με τον παιδικό τους εαυτό…

* Και πού «ακουμπά», πώς συνδέεται η ταινία σου με τη σημερινή Ελλάδα της κρίσης;

Αν υπάρχει κάτι που συνδέει την ταινία με την τωρινή κρίση, είναι νομίζω η ανάγκη να ξαναβρούμε ή να ξαναφτιάξουμε μια Ελλάδα της περηφάνιας, της αλληλεγγύης, της αυταπάρνησης και της ανοχής στο διαφορετικό. Όλες αυτές τις αξίες που οι γενναίοι εκείνοι άνθρωποι (χριστιανοί, άθρησκοι, αντιστασιακοί ή απλοί άνθρωποι) κατάφεραν να διασώσουν σώζοντας ζωές Εβραίων ή άλλων κυνηγημένων.

* Αυτοί οι άνθρωποι, πέρα από τον αφανισμό της κοινότητάς τους, τη φυσική εξόντωση, υπέστησαν και τον αφανισμό της μνήμης, εκτοπίστηκαν πλήρως από την παράδοση, τη μνήμη της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, σαν να μην υπήρξαν ποτέ… Τι μπορεί να κάνει ο κινηματογράφος και η τέχνη γενικότερα γι’ αυτό; Πέντε προσωπικές περιπτώσεις «μετράνε» στη ζυγαριά του θεατή για λογαριασμό των 13.000 παιδιών Ελλήνων Εβραίων που χάθηκαν στην Κατοχή;

Νομίζω ότι τα πέντε «παιδιά» που γλίτωσαν από τα στρατόπεδα του θανάτου μιλάνε και για λογαριασμό και των χιλιάδων άλλων παιδιών που χάθηκαν. Το νιώθουν και οι ίδιοι αυτό έτσι ακριβώς. Ξαναζωντανεύουν όχι μόνο οι προσωπικές τους ιστορίες των παιδικών χρόνων, αλλά «ξανακούγονται» οι φωνούλες και των άλλων παιδιών, αποκαλύπτεται και -το σκεπασμένο από τον χρόνο- ίχνος της σύντομης ζωής τους πάνω στη γη. Από τις αγαπημένες μου στιγμές στην ταινία είναι όταν ξαναβλέπω τα ερασιτεχνικά φιλμάκια των εβραϊκών οικογενειών της Ευρώπης πριν τον πόλεμο. Φιλμάκια που ανακαλύψαμε μετά από πολύ μεγάλη έρευνα και παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Βρέθηκαν στο United States Holocaust Memorial Museum, που μας τα παραχώρησε δωρεάν. Βλέποντας ξανά και ξανά τις εικόνες των παιδιών που παίζουν ανέμελα μπρος στον φακό, ανυποψίαστα για την τραγική μοίρα που τα περιμένει, αισθάνομαι απέραντη θλίψη και πικρία, αλλά την ίδια στιγμή και μια παρήγορη περηφάνια, διότι συνειδητοποιώ ότι -χάρη στην εφεύρεση του κινηματογράφου κατʼ αρχήν, και χάρη στη συγκεκριμένη ταινία κατά δεύτερο λόγο- οι μορφές τους, τα παιχνίδια, οι γκριμάτσες και οι υπέροχες σαχλαμάρες τους δεν χάθηκαν για πάντα. Γιατί, δυστυχώς, όπως λέει και μια αφηγήτρια στην ταινία, αναφερόμενη στις μορφές των φίλων, συγγενών και γειτόνων της που χάθηκαν: «όσοι δεν έχω φωτογραφία τους, σβήνονται…».

* Ένα από τα τότε παιδιά-επιζώντες, η Ροζίνα Πάρδο, λέει κάποια στιγμή στην ταινία: «Έχω απαλλαγεί πια από το μίσος. Μισώ μόνον αυτούς που πάνε να μιμηθούν εκείνους…». Όταν ξεκινούσες, πριν πέντε χρόνια, δεν είχαμε στην Ελλάδα την εκλογική εκτόξευση της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής. Τι «απαντάς» εσύ ως δημιουργός σε αυτούς τους ανθρώπους αλλά και όσους τους ψηφίζουν;

Απέναντι στους απλούς ψηφοφόρους τους χρειάζεται δουλειά για να αποκαλυφθούν μπροστά στα μάτια τους οι θηριωδίες του παρελθόντος και οι προσωπικές τραγωδίες που έζησαν εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο, ακόμα κι αυτοί που ήταν με την πλευρά των Γερμανών. Αντίθετα, απέναντι στους συνειδητούς αρνητές του Ολοκαυτώματος χρειάζεται σκληρή στάση και μόνον, καμιά υποχώρηση ή ανοχή.

* Η Ευτυχία Νάχμαν, λέει σε κάποια στιγμή στην ταινία: «Μετά την απελευθέρωση εμφανίστηκαν διάφοροι που δεν είχαν καμιά σχέση με τη σωτηρία μας, να διεκδικήσουν κάτι… Όσοι πραγματικά μάς βοήθησαν ούτε ζήτησαν κάτι ούτε μίλησαν για την περίοδο εκείνη…». Ωστόσο, υπάρχει και η «υλικότητα» αυτών των ιστοριών…

Μέσα από τις αφηγήσεις των χαρακτήρων μου συνάντησα τους υπέροχους και γενναίους σωτήρες τους, χριστιανούς και μη, στρατευμένους στην Αντίσταση, με την Αριστερά ή με τη Δεξιά… Ήταν άνθρωποι που ρίσκαραν τη ζωή τη δική τους και των οικογενειών τους, προκειμένου να σώσουν τους «άλλους», τους αλλόθρησκους Εβραίους. Άνθρωποι που στο όνομα της προστασίας ενός Εβραίου ένιωσαν ότι έκαναν προσωπική αντίσταση στους Γερμανούς. Άνθρωποι σπάνιου ήθους και αξιοπρέπειας. Φυσικά υπήρξαν και προδότες, άνθρωποι που κατέδιδαν κυνηγημένους. Δεν αποκλείεται καθόλου να υπήρξαν και πολλές περιπτώσεις που κάποιοι έκρυψαν Εβραίους με χρηματικό αντίτιμο. Σε εποχές πείνας τα πάντα μπορούν να συμβούν, είναι αναμενόμενο. Ωστόσο, εγώ προτιμώ να θυμάμαι την Ελλάδα της αλληλεγγύης και της αυτοθυσίας.

Σχολιάστε

Filed under συνεντεύξεις

Γιώργος Ζώης: «Είναι πολύ εύκολο να κερδοσκοπήσεις πάνω στη φωτογένεια της κρίσης»

yorgos zois close up

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΤΕΡΖΗ

Ο Γιώργος Ζώης είναι χειμαρρώδης καθώς μιλά απέναντί μου, λίγες ώρες προτού πετάξει για το Φεστιβάλ Βενετίας (όπου το Σάββατο το βράδυ απέσπασε το βραβείο European Film Awards 2012 για τη μικρού μήκους ταινία του «Τίτλοι τέλους»), όμως ταυτόχρονα είναι σαφής και ουσιώδης. Δύο χρόνια πριν, συμμετείχε και πάλι στη βενετσιάνικη Μόστρα με το «Casus Belli», την πρώτη του κινηματογραφική δουλειά, μια ευθύβολη κινηματογραφική ματιά που αποτυπώνει με οικονομία μέσων και πολιτική οξυδέρκεια την εικόνα της κρίσης, εστιάζοντας σε μια παράδοξη αλλά συνάμα ρεαλιστική ουρά αναμονής ανθρώπων στο “πουθενά”… Η ταινία απέσπασε εγκωμιαστικά σχόλια τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, προβλήθηκε στις αίθουσες της Γαλλίας και της Ελβετίας και σε περισσότερα από πενήντα φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο, αποσπώντας πλήθος βραβείων. Φέτος, ο Γιώργος Ζώης επιστρέφει στη Βενετία με τους «Τίτλους τέλους”.

Με σπουδές Μαθηματικών και Αστροφυσικής, πώς βρέθηκες στο σινεμά;

Είχα έναν καθηγητή στο φροντιστήριο, όταν ήμουν στο Λύκειο, που μας έδινε να δούμε ταινίες, θυμάμαι μας είχε δώσει το «Μίσος» του Κασοβίτς, ταινίες του Αγγελόπουλου… Οταν πέρασα στο Πολυτεχνείο, είπα δεν πάω και στου Σταυράκου να δω τι γίνεται; Θυμάμαι είχα δώσει στον εαυτό μου διορία μέχρι τα Χριστούγεννα για να αποφασίσω τι θα κάνω. Τελειώνοντας το Πολυτεχνείο είχα την επιλογή είτε να πάω στο «Δημόκριτο» είτε στο Βερολίνο για σπουδές κινηματογράφου, με υποτροφία του ιδρύματος Γουλανδρή. Προτίμησα το Βερολίνο.

Τι σχέση έχουν τα μαθηματικά με τον κινηματογράφο;

Ε, πώς δεν έχουν σχέση. Τα μαθηματικά είναι μια γλώσσα, όπως και ο κινηματογράφος… Εχω την άποψη ότι οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες δουλεύουν με επιστημονικό τρόπο, γιατί έχουν δημιουργήσει τη δική τους θεωρία και ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν, όπως αντίστοιχα οι μεγάλοι επιστήμονες έχουν μια καλλιτεχνική ματιά, γιατί ξέρουν ότι πρέπει να δημιουργήσουν κάτι… Τα μαθηματικά είναι ρυθμός, όπως και το σινεμά. Οι σπουδές μου με έχουν βοηθήσει πολύ, έχω μια επίμονη σχέση με τη συμμετρία, τη σύνθεση του κάδρου, μια μαθηματική ψύχωση…

Τι είναι οι «Τίτλοι τέλους», η ταινία που παρουσιάζεις στη Βενετία;

Είναι μια ταινία για την κατάρρευση, την απώλεια, γι`αυτό που ζούμε έξω και βιώνουμε μέσα μας. Η κεντρική ιδέα της ταινίας είναι η εικόνα των άδειων διαφημιστικών πινακίδων και ξεκίνησε από τις συζητήσεις με την Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου. Για μένα είναι το τέλος μιας ολόκληρης εποχής, σε όλα τα επίπεδα. Η ταινία ξεκινάει με μια διαφημιστική πινακίδα που από πάνω της έχει το όνομα της εταιρείας των πινακίδων: REMEDY (θεραπεία). Η δημιουργία αυτής της ταινίας για μένα λειτούργησε ακριβώς με αυτό τον τρόπο: θεραπευτικά. Και θεωρώ ότι η εικόνα του άδειου κάδρου είναι τρομαχτικά ισχυρή, εμένα με στοίχειωσε… Νομίζω ότι αυτά τα άδεια κάδρα σηματοδοτούν την ύπαρξή μας, έχουμε κενό προτάσεων, κενό ψυχισμού, μαζική αδράνεια. Οι άδειες διαφημιστικές πινακίδες είναι τα σύγχρονα μνημεία μας…

Αυτή τη στιγμή ετοιμάζεις ταυτόχρονα και την πρώτη σου μεγάλου μήκους ταινία…

Η ταινία έχει προγραμματιστεί να γυριστεί το επόμενο καλοκαίρι. Το σενάριο είχε πάρει το βραβείο ανάπτυξης από το Γαλλικό Κέντρο Κινηματογράφου και τώρα ετοιμαζόμαστε να πάμε στο Τορίνο για την πλατφόρμα χρημοδότησης Torino Film Lab, όπου τα καλύτερα σενάρια μοιράζονται συνολικά 500.000 ευρώ. Ο τίτλος είναι «Stage Fright», που σημαίνει το άγχος του ηθοποιού πάνω στην σκηνή, αλλά ο όρος προέρχεται από την ψυχιατρική και δηλώνει τον φόβο της έκθεσης του αληθινού μας εαυτού μπροστά στους άλλους. Αυτό είναι που με ενδιαφέρει, το να πράττεις σύμφωνα με αυτό που είσαι… Η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα σε ένα θέατρο, όπου μιάμιση ώρα πριν την πρεμιέρα εισβάλλει μια ομάδα ανθρώπων με ακάλυπτα τα πρόσωπά τους. Οι εισβολείς δηλώνουν ότι η παράσταση θα γίνει, αλλά όλα πρέπει να είναι αληθινά, από τις σφαίρες μέχρι τις ερμηνείες…

Τι είναι αυτοί οι εισβολείς;

Είναι φοβερά δημοκρατικοί αλλά και τρομακτικοί… Αυτό είναι το ζήτημα που με απασχολεί, ότι η δημοκρατία είναι το άλλο πρόσωπο του φασισμού, μεταλλάσσεται από το ένα στο άλλο με τρομερή ταχύτητα. Προσπαθώ, ενώ δεν το θέλω, να γίνω σκληρός και κυνικός για να αντιμετωπίσω το φασισμό που έρχεται, πρώτα για τους άλλους και μετά για εμάς.

Δηλαδή πιστεύεις ότι η δημοκρατία μας δεν είναι πραγματική δημοκρατία…

Εγώ θεωρώ ότι δημοκρατία και καπιταλισμός είναι πράγματα ασύμβατα μεταξύ τους. Πιστεύω ότι είναι ένα πέπλο, ένα άλλοθι… Τις προάλλες είδα ένα απίστευτο ρεπορτάζ στην τηλεόραση, τον πρωθυπουργό που πήγε και ήπιε καφέ στην Ομόνοια και από δίπλα αμέτρητοι αστυνομικοί και κάποιοι συνταξιούχοι να τον χειροκροτούν… Η εικόνα μού θύμισε φωτογραφίες και «επίκαιρα» της χούντας, η προπαγάνδα τους είναι εντελώς κιτς. Και είναι απίστευτο, έπειτα από τόσα χρόνια «επικοινωνίας», διαφήμισης και με τόσους image makers να καταλήγουν σε προπαγάνδα τόσο κραυγαλέα…

Ποια είναι η γνώμη σου για τον ελληνικό κινηματογράφο αυτή τη στιγμή;

Υπάρχει ένας μεγάλος αναβρασμός, πλέον είναι εύκολο να γυρίσεις ταινία γιατί δεν υπάρχουν αυταπάτες, δεν υπάρχουν ούτε επιχορηγήσεις ούτε «επετηρίδα», δεν έχεις να περιμένεις τίποτα. Είναι παράδοξο που υπάρχει αυτή η μεγάλη παραγωγή, αλλά νομίζω ότι έτσι κι αλλιώς στην τέχνη η αποτυχία είναι ο κανόνας. Το θέμα είναι, οι ταινίες που θα κάνουμε να μην είναι ανώδυνες, γιατί τόσα χρόνια στην Ελλάδα γυρίστηκαν πάρα πολλές ανώδυνες ταινίες. Αλλά πιστεύω ότι υπάρχει μια γενιά κινηματογραφιστών γύρω στα τριάντα που θα μας δώσει εξαιρετικές δουλειές.

Ισχύει στον κινηματογράφο το κοινότοπο «η κρίση είναι ευκαιρία»;

Εδώ υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα, είναι πολύ εύκολο να κερδοσκοπήσεις πάνω στη φωτογένεια της κρίσης, τη φωτογένεια της φρίκης. Απαιτείται εντιμότητα για να δείξεις την καθημερινή φρίκη, την εξαθλίωση. Σε μια τρώγλη μπορεί να βρεις ένα εντυπωσιακό ντεκόρ, ένα καταπληκτικό κινηματογραφικό κάδρο, αλλά έτσι γίνεσαι ανταποκριτής του BBC… Υπάρχει πάντα ο φόβος ότι βολεμένοι κινηματογραφιστές, οι «τουρίστες του βλέμματος», θα αντιμετωπίσουν τους απελπισμένους ανθρώπους ως εξωτικούς ήρωες.

Είναι θέμα ουσιαστικής ωριμότητας του κινηματογραφιστή…

…Αλλά και βιωμάτων. Ποιος από εμάς έχει φίλο έναν Πακιστανό, έναν άστεγο; `Η έχει προσωπική σχέση με έναν Χρυσαυγίτη, ή με έναν πιτσιρικά που τα σπάει; Αν την πραγματικότητα τη βιώνεις μέσα από τις εικόνες της τηλεόρασης, πώς να κάνεις κινηματογράφο; Δεν πιστεύω βέβαια ότι ο κινηματογράφος μπορεί να αλλάξει την κοινωνία, αλλιώς αλλάζει η κοινωνία. Αλλά αν οι κινηματογραφιστές είναι ευαίσθητοι μπορούν να προβλέψουν τις εξελίξεις, ή έστω να καταφέρουμε να επικοινωνήσουμε…

Και ο ελληνικός κινηματογράφος, πώς «στάθηκε» απέναντι στις τελευταίες δεκαετίες;

Ο ήρωας της δεκαετίας του `90 ήταν ο αλλοτριωμένος άνθρωπος, που ήταν μόνος, είχε όμως τη δουλειά του. Ο σημερινός ήρωας είναι ένας άνθρωπος σε απόγνωση, και αυτό που έχει τρομακτικό ενδιαφέρον είναι το πόσο απρόβλεπτη είναι η συμπεριφορά του. Εκείνος ο άνθρωπος στη Βόρεια Ελλάδα που πήγε στη δουλειά του με το όπλο και είπε στο αφεντικό του «Μου χρωστάς δεκαπέντε μισθούς», και πυροβόλησε αυτόν και το τσιράκι του… Αυτό φοβούνται όσοι είναι στην εξουσία, το απρόβλεπτο, το τι μπορεί να κάνει ο κάθε απελπισμένος μόνος του ή εμείς όλοι μαζί. Ο άλλος πάει στο Σύνταγμα και πυροβολεί τον εαυτό του, με μια αξιοπρέπεια και σεβασμό. Αύριο όμως, το όπλο πού θα στραφεί; Οσο για τον ελληνικό κινηματογράφο, πέρασε μια περίοδο τρελής ομφαλοσκόπησης. Ποια είναι η γνώμη μου για τους κινηματογραφιστές αυτής της περιόδου; Θα απαντούσα με μια φράση του Μπιτσάκη που μου έρχεται στο μυαλό, από το βιβλίο του «Τα γονίδια του μέλλοντος»: «Δεν τους αρνούμαστε αλλά τους απορρίπτουμε διαλεκτικά».

Γράφτηκε ότι έκανες τους «Τίτλους τέλους» χωρίς να εισπράξεις την επιχορήγηση που είχες από την ΕΡΤ, προτιμώντας τα χρήματα αυτά να δοθούν σε κάποιον νεότερο σκηνοθέτη…

Δεν είναι ακριβώς έτσι, δεν υπήρχαν χρήματα που «περίμεναν» να τα πάρω από την ΕΡΤ γιατί δεν είχα καταθέσει καν αίτηση. Απλά είπαμε ότι αφού η ταινία μπορούσε να χρηματοδοτηθεί με τις εισπράξεις του «Casus belli» στο εξωτερικό, δεν χρειαζόταν να ζητήσουμε 30.000 ευρώ από την ΕΡΤ. Και θέλω να πω εδώ να μη διανοηθούν να κόψουν το «Μικροφίλμ» της ΕΡΤ, γιατί είναι το μοναδικό πρόγραμμα που βοηθάει πραγματικά τους νέους κινηματογραφιστές.

1 σχόλιο

Filed under συνεντεύξεις

Δημήτρης Αθανίτης: Να πάψουμε επιτέλους να είμαστε θεατές από τον αναπαυτικό, αλλά τρύπιο καναπέ

Treis%20MERES1_high
Η Νικολίτσα Ντρίζη στις «Τρεις μέρες ευτυχίας».

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΤΕΡΖΗ

Ο Δημήτρης Αθανίτης που έχω απέναντί μου είναι ένας άνθρωπος φύσει αισιόδοξος και εξακολουθεί να πιστεύει στα θαύματα. Με την οργανωμένη, «θεσμική» κινηματογραφική παραγωγή στην Ελλάδα των απανωτών Μνημονίων να έχει καταρρεύσει εντελώς, εκείνος επιμένει να κάνει κινηματογράφο και να αναζητεί τη συνάντηση με το κοινό. Με σπουδές Αρχιτεκτονικής στο βιογραφικό του, δεν είναι καθόλου παράξενο που οι πολλαπλές όψεις της Αθήνας επανέρχονται σταθερά στο έργο του: η Αθήνα του Μιλένιουμ και των «μικρών» ιστοριών στις «2000+1 Στιγμές», η Αθήνα της παραζάλης των Ολυμπιακών Αγώνων στην «Πόλη των θαυμάτων», όπου οι ήρωές του κινούνται στο περιθώριο της «μεγάλης γιορτής», δίνοντας προτεραιότητα στις προσωπικές τους ιστορίες και η εικόνα των Αγώνων υπάρχει μέσα στην ταινία μονάχα «διαμεσολαβημένη» από τηλεοπτικές οθόνες -διόλου παράξενο, ο μοναδικός χαρακτήρας που είναι ταυτόχρονα και αθλητής, δεν κατεβαίνει στο στάδιο να αγωνιστεί αλλά φεύγει σαν κλέφτης…

Σήμερα, στο τρίτο μέρος μιας άτυπης τριλογίας για τα πάθη της αθηναϊκής μητρόπολης και τις προσωπικές μυθολογίες που εμφιλοχωρούν στο περιβάλλον της, ο Δημήτρης Αθανίτης σκηνοθετεί μια γοητευτική ταινία υπαρξιακής βυθομέτρησης στην Αθήνα της κρίσης. Ταινία βουτηγμένη σε μια απόκοσμη, απειλητική μπλε ατμόσφαιρα, που «βουλιάζει» τους χαρακτήρες σε μια καταθλιπτική περιδίνηση -για να συναντήσουν άλλωστε μια ολόκληρη κοινωνία. Εικόνες-θραύσματα αστικού τοπίου και εσωτερικού ψυχισμού, φιλμικά «μοτίβα» βγαλμένα από ταινίες του Αντονιόνι και του πρώιμου Βέντερς. Τρεις νέες γυναίκες στη σημερινή Αθήνα ψάχνουν διέξοδο στην «κλειστή» ζωή τους: Η Ιρίνα ετοιμάζεται να φύγει στον Καναδά για να ξεφύγει από την «οικογένειά» της που την εκδίδει. Η Άννα παντρεύεται για να διώξει το φάντασμα της διαλυμένης της οικογένειας, ενώ η Βέρα, στο ξεκίνημα της καινούργιας της ζωής, έρχεται αντιμέτωπη με την κρυμμένη πραγματικότητα της δικής της οικογένειας. Μέσα σε τρεις μέρες οι πορείες τους διασταυρώνονται και οδηγούνται σε μια βίαιη ενηλικίωση…

* Πώς μπήκες στον χώρο του κινηματογράφου; Πώς ήταν τα πρώτα σου βήματα, οι πρώτες σου απόπειρες;

Στον κινηματογράφο έπεσα με αλεξίπτωτο… Κανένας από τους γνωστούς τρόπους έκφρασης δεν με ικανοποιούσε. Γύρισα ανεξάρτητα την πρώτη μου μικρού μήκους, «Φιλοσοφία» (1993), και αμέσως μετά, την επόμενη χρονιά, το «Αντίο Βερολίνο». Η επιτυχία του, μου έδωσε τη δυνατότητα να συνεχίσω. Γύρισα έξι ταινίες με ένα μοντέλο ανεξάρτητης παραγωγής, που σήμερα τείνει να γίνει ο κανόνας.

* Θυμάσαι ποια ήταν η στιγμή που είπες στον εαυτό σου «θα κάνω σινεμά»;

Σε εκείνο το μαγικό σινεμά, το «Αλκαζάρ», είχα δει ένα καλοκαίρι τον «Κομφορμίστα» του Μπερτολούτσι και εκεί, για πρώτη φορά, είδα λίγο διαφορετικά τα πράγματα…

* Πώς ξεκίνησε η ιδέα για την τελευταία σου ταινία;

Η ιδέα για τις «Τρεις μέρες ευτυχίας» ξεκίνησε από την ανάγκη μου να πλησιάσω τις γυναίκες με μια ταινία, όχι εξωτερικά, αλλά «από μέσα». Ακούγεται αντιφατικό, ίσως, μια γυναικεία ταινία από μια αντρική ματιά; Για μένα, οι γυναίκες σήμερα ζουν πολλαπλά τις αντιφάσεις της κοινωνίας μας, ο ρόλος τους είναι πιο περίπλοκος. Και ταυτόχρονα παραιτούνται πιο δύσκολα από το όνειρο της ευτυχίας.

* Κατά κάποιο τρόπο είσαι σκηνοθέτης γυναικών…

Στην εποχή μας η γυναίκα πρέπει να είναι τα πάντα, όμορφη, έξυπνη, πετυχημένη… Είναι σχεδόν παρανοϊκό, δεν μπορεί να αντεπεξέλθει σε όλους αυτούς τους ρόλους…

* Οι ηρωίδες σου είναι τυλιγμένες σε ένα απόκοσμο μπλε…

Το μπλε είναι το πιο ψυχρό χρώμα. Γιʼ αυτό είναι τόσο δυνατές οι συγκινήσεις που μεταφέρει. Αν θα ‘πρεπε να περιγράψω με μία μόνο λέξη το συναίσθημα που δίνει, θα έλεγα «ανάταση». Στα αγγλικά, το blue, δηλώνει μια κατάσταση μελαγχολική. Ωστόσο η ταινία δεν έχει κάτι μελαγχολικό, ίσως κάτι κλινικό, απόκοσμο. Τις ιστορίες τις είχα γράψει πριν κάνω την «Πόλη των θαυμάτων» και τις δούλεψα αργότερα. Πού συναντιέμαι με αυτές τις γυναίκες; Θα μπορούσα σε ένα βαθμό να φανταστώ τον εαυτό μου στη θέση τους…

* Η πόλη, η Αθήνα συγκεκριμένα, επανέρχεται ως άξονας αναφοράς στις ταινίες σου. Ποια είναι η σχέση σου με την πόλη και πώς τη φιλμάρεις;

Η πόλη είναι από τα πράγματα που με ενδιαφέρουν στο σινεμά, για μένα είναι το ίδιο σημαντική όσο και τα πρόσωπα, ή, για την ακρίβεια, αντιλαμβάνομαι την πόλη ως μια γεωγραφία προσώπων. Οι τρεις τελευταίες ταινίες μου, «2000+1 Στιγμές», «Η πόλη των θαυμάτων», «Τρεις μέρες ευτυχίας», καλύπτουν τρία χρονικά σημεία-κλειδιά της δεκαετίας μέσα από την ιστορία της Αθήνας. Το Μιλένιουμ, η Ολυμπιάδα, η Κρίση. Αν και στις τρεις ταινίες τα πρόσωπα είναι σε πρώτο πλάνο, ταυτόχρονα σκιαγραφείται η πόλη, και μέσα απ’ αυτήν μια κοινωνία. Από αυτή την άποψη, οι ταινίες μου είναι πολιτικές…

* Ποια είναι η μέθοδος δουλειάς σου; Με ποιον τρόπο πλησιάζεις τα πρόσωπα, αλλά και τους χώρους στους οποίους κινούνται και τελικά φαίνεται να τα καθορίζουν;

Οι χώροι, πάντα φυσικοί, κινηματογραφούνται στις ταινίες μου σαν πρόσωπα. Προσπαθώ να πιάσω την υπόκωφη αναπνοή τους, τα υπόγεια σημάδια ζωής. Νιώθω την ανάγκη να καταγράψω, αλλά και να αγγίξω το τι υπάρχει κάτω από την επιφάνεια. Στις «Τρεις μέρες ευτυχίας» υπάρχει μια γεωγραφία χώρων που αντιστοιχεί στην ταξική γεωγραφία των προσώπων. Επιλέγω χώρους κομβικούς, χώρους – περάσματα και τους κινηματογραφώ προσπαθώντας να βγάλω τη συμπυκνωμένη ενέργειά τους, πέρα από έναν επιδερμικό ρεαλισμό.

* Πώς βιώνεις την Ελλάδα του Μνημονίου ως καλλιτέχνης-σκηνοθέτης, αλλά και ως πολίτης; Τι πιστεύεις ότι έρχεται ως επόμενη μέρα;

Η οικονομική κρίση που ζούμε είναι η κορυφή ενός παγόβουνου. Υπάρχει μια βαθιά κρίση αξιών, που έρχεται αργά-αργά στην επιφάνεια. Αυτό είναι για μένα το πιο ουσιαστικό. Ζούσαμε και ζούμε μέσα σε ψέματα. Κι αυτός ο πλαστός κόσμος γύρω μας έχει χτιστεί μέσα σε δεκαετίες, δεν δημιουργήθηκε μέσα σ’ ένα βράδυ. Πλαστές αξίες προβλήθηκαν, αποθεώθηκαν, κυριάρχησαν. Και βέβαια δεν είναι τυχαία η σιωπή των περισσότερων καλλιτεχνών τώρα. Οι «Τρεις μέρες ευτυχίας» δίνουν τη δική μου απάντηση, στάση ζωής. Είναι μια σκληρή ταινία, γιατί είναι πολύ σκληρά αυτά που αισθάνομαι να συμβαίνουν γύρω μου. Η επόμενη μέρα; Νομίζω είναι κάτι το άγνωστο. Σίγουρα είναι δύσκολο να προσδιοριστεί πόσο βίαιη θα είναι… Ωστόσο είμαι φύσει αισιόδοξος γιατί θέλω να εξακολουθήσω να δουλεύω και να δημιουργώ.

* Ποια είναι ή θα έπρεπε να είναι η σχέση των δημιουργών του κινηματογράφου με την κρατική χρηματοδότηση; Εννοώ, μήπως πρέπει σήμερα να αναζητηθεί ένα νέο μοντέλο παραγωγής αλλά και σχέσεων με το κράτος; Και ξέρω ότι απευθύνομαι σ’ έναν σκηνοθέτη που προέρχεται από την ανεξάρτητη παραγωγή…

Η κρατική επιχορήγηση χρειάζεται, αλλά βοηθητικά… Η απόλυτη εξάρτηση από την κρατική υποστήριξη τις προηγούμενες δεκαετίες οδήγησε σε έναν ευνουχισμένο και τελικά νεκρό κινηματογράφο. Το ζητούμενο σήμερα είναι ένα υγιές πολυσυλλεκτικό μοντέλο παραγωγής ως προς τις πηγές χρηματοδότησης…

* Ήσουν από τους πρωτεργάτες της «Ομίχλης» λίγα χρόνια πριν, συμμετείχες στην ίδρυση της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου… Σήμερα, από τη συλλογικότητα της «Ομίχλης» φαίνεται να μην έχει μείνει τίποτε, ο νόμος Γερουλάνου που υποστήριξε, μένει ανενεργός. Τι πήγε στραβά;

Η «Ομίχλη» ήταν η αντίδραση των κινηματογραφιστών στο σαθρό σύστημα που κυριαρχούσε στον χώρο του κινηματογράφου με τα στημένα βραβεία και την κατευθυνόμενη κρατική εξάρτηση, που είχε οδηγήσει το ελληνικό σινεμά στο τέλμα. Στην ουσία, οι ομιχλιστές ήταν οι πρώτοι Αγανακτισμένοι, προτού ακόμη αντιδράσει όλη η Ελλάδα. Μόνο που δεν ήταν απλώς μια διαμαρτυρία, αλλά και μια πρόταση. Η «Ομίχλη» ζήτησε εξυγίανση και εκσυχρονισμό όλων των κινηματογραφικών θεσμών, αμφισβητώντας την κρατική αυθεντία. Κυρίως, όμως, πήρε πρωτοβουλίες. Γι’ αυτό κι έγινε σημείο αναφοράς. Τι έμεινε σήμερα; Αυτό που έμεινε από την «Ομίχλη» είναι η δημιουργία της Ακαδημίας, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Ο νόμος έμεινε ανενεργός λόγω έλλειψης χρηματοδότησης, αλλά και διότι ο πολιτισμός εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται στη χώρα μας σαν κάτι σχεδόν περιττό…

* Ποια πιστεύεις ότι θα μπορούσε να είναι μια σύγχρονη πρόταση για το μέλλον του ελληνικού κινηματογράφου; Βλέπουμε ότι οι νέοι δημιουργοί τα τελευταία χρόνια αποσπούν συνεχώς διεθνείς διακρίσεις, ωστόσο δεν έχουν καταφέρει να συγκινήσουν εξίσου το ελληνικό κοινό.

Για μένα η απάντηση είναι απλή, περισσότερο σινεμά! Σινεμά χωρίς μαγεία, χωρίς ταξίδι, δεν υπάρχει. Το αξιοπερίεργο, η πρόκληση, ο απλός ρεαλισμός γρήγορα εξαντλούνται…

* Να γίνω πιο συγκεκριμένος: Σε αντίθεση με ό,τι θα περίμενε κανείς σε περιόδους κρίσης, στην Ελλάδα δεν έχουμε μέχρι στιγμής παρά ελάχιστα έργα ενός «κοινωνικού» κινηματογράφου, που θα αφουγκράζεται τι συμβαίνει γύρω του, αλλά, αντίθετα, βλέπουμε να ξεχωρίζει και να επιβραβεύεται, ιδιαίτερα στα φεστιβάλ του εξωτερικού, ένα φορμαλιστικό σινεμά (π.χ. «Άλπεις» του Λάνθιμου, «L» του Μακρίδη) που θα μπορούσε να προέρχεται σχεδόν από οποιαδήποτε χώρα. Πώς το σχολιάζεις;

Η ερώτησή σου αυτή μάλλον πρέπει να τεθεί στα ξένα φεστιβάλ που πριμοδοτούν ένα φορμαλιστικό, όπως λες, ελληνικό σινεμά. Ωστόσο υπάρχει και ένα σινεμά κοινωνικής καταγραφής. Το θέμα είναι πώς αντιμετωπίζεται όταν δεν κινείται στα αποδεκτά κλισέ. Η πρώτη μικρού μήκους μου, η «Φιλοσοφία», μιλούσε στα 1993 για την κρίση της ελληνικής οικονομίας, με αφορμή τον πόλεμο στο Σαράγεβο, και κατέληγε με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να κηρύσσει πτώχευση. Τότε η ταινία πήρε το Βραβείο Φανταστικού, σήμερα είναι πραγματικότητα… Σήμερα, οι «Τρεις μέρες ευτυχίας» πιστεύω ότι επιχειρούν μια βαθιά, επώδυνη τομή στο κεφάλαιο που λέγεται οικογένεια. Είναι κοινός τόπος ο καταστροφικός ρόλος των πολιτικών οικογενειών, που «κληροδοτούν» την εξουσία, όμως ποιος είναι και ο ρόλος της μέσης ελληνικής οικογένειας; Πόσο αντέχουμε να βάλουμε τον καθρέφτη μπροστά μας;

* Πριν από λίγες μέρες ένας άνθρωπος αυτοκτόνησε στην πλατεία Συντάγματος, έχει τεράστια σημασία ότι επέλεξε να στείλει το εκκωφαντικά τραγικό του μήνυμα ακριβώς στο κέντρο της πόλης, όχι στο σπίτι του, μόνος του…

Αν έκανα ένα σχόλιο γι’ αυτό το φοβερό γεγονός, την αυτοκτονία του συνταξιούχου στο
Σύνταγμα, ως σύμπτωμα της κρίσης, θά ‘λεγα ότι το συναίσθημα δεν πρέπει να καλύψει πάλι τη σκέψη. Είναι καιρός να σκεφτούμε. Και να πάψουμε να είμαστε θεατές από τον αναπαυτικό, αλλά τρύπιο πια, καναπέ μας. Τολμώ να πω ότι αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε να είναι χαρακτήρας στις «Τρεις μέρες ευτυχίας», γιατί, κάτω από αυτό τον τελικά καυστικό τίτλο, παρακολουθώ τρεις γυναίκες που δεν διστάζουν να χτυπήσουν το κεφάλι τους στον τοίχο, αρνούμενες αυτό που τους έχει επιβληθεί από το περιβάλλον…

(Η ταινία «Τρεις μέρες ευτυχίας» του Δημήτρη Αθανίτη προβάλλεται στον κινηματογράφο «Μικρόκοσμος»).

Σχολιάστε

Filed under συνεντεύξεις

Γιάννης Οικονομίδης:»Ερχεται μια βία πρωτόγνωρη για την ελληνική κοινωνία»

maxairovgaltis

Συνέντευξη στον Κώστα Τερζή

«Μαχαιροβγάλτης»: Η τελευταία ταινία του Γιάννη Οικονομίδη διαγράφει σε άσπρο/μαύρο μια έκκεντρη διαδρομή από την Πτολεμαΐδα μέχρι τα Άνω Λιόσια, ιχνηλατώντας τις διαβαθμίσεις του μαύρου… Ο ήρωάς του, ένα ρεμάλι της επαρχίας, θα δεχτεί την προσφορά του θείου του να δουλέψει γι’ αυτόν στο σπίτι του σε μια no man’s land στα προάστια της Αθήνας, όπου αναλαμβάνει φύλακας των σκυλιών, που φρουρούν το σπίτι-κάστρο… Μαζί με τον θείο και τη θεία σχηματίζεται ένα τρίγωνο που «γεμίζει» με βία, σεξ και άνευ όρων μισανθρωπία… Η κόλαση δεν είναι μόνο «ο άλλος» αλλά κρύβεται βαθιά μέσα στον καθένα, και φως δεν διαφαίνεται πουθενά… Σε αντίθεση με τις προηγούμενες ταινίες του Οικονομίδη, εδώ η λεκτική βία συγκριτικά υποχωρεί, υπάρχουν παύσεις και «ανάσες», το σκοτάδι, τόσο εσωτερικό όσο και εξωτερικό, δηλώνεται μέσα από την επεξεργασμένη εικόνα, την προσεκτική κατάτμηση και φιλμική ανασύσταση του χώρου…

* Έχεις περιγράψει τους ήρωες των ταινιών σου σαν «μια τάξη απαίδευτων που φτάνουν στα όρια του λούμπεν, άνθρωποι σχεδόν βάρβαροι, νευρωσικοί, με όλες τις χαρακιές που μπορεί να κουβαλάει ένας κόσμος που έχει στριμωχτεί ανάμεσα σε τόνους από μπετόν στο άστυ (…) μια κοινωνική τάξη στον πάτο του καζανιού, η οποία μιλάει με πενήντα λέξεις και αναπαράγει τη βία, μέσα από τα σπασμένα νεύρα της και τις νευρώσεις της, μέσα από τη σπαταλημένη ενέργεια, μέσα από τα χαμένα όνειρα και τα αδιέξοδα». Αυτόν τον χαρακτήρα τον φαντάζεσαι κάποια στιγμή στη θέση του θεατή της ταινίας σου;

Μακάρι. Ναι, μου θυμίζεις μια κουβέντα που είχα πρόσφατα με ένα φίλο, εάν θα μπορούσε η ταινία να φτάσει σε ένα ευρύτερο κοινό, σε έναν κόσμο που δεν έχει παρτίδες με την κουλτούρα. Αλλά πώς μπορεί να γίνει αυτό; Είναι ένα μεγάλο ερώτημα…

* Κάποιος ωστόσο θα μπορούσε να σου πει ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Δηλαδή όσοι βλέπουν, όσοι θα δουν την ταινία σου, είναι ακριβώς εκείνοι που έχουν μια κάποια σχέση με την κουλτούρα, με την καλλιέργεια, με κάποιες ευαισθησίες, λιγότερο ή περισσότερο… Μήπως δηλαδή απευθύνεσαι σε ανθρώπους που είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που δείχνεις στις ταινίες σου;

Όχι, κοίταξε, όταν κάνεις μια ταινία δεν σκέφτεσαι αυτομάτως ένα τάργκετ γκρουπ, κάνεις αυτό που πρέπει να κάνεις. Και σήμερα ειδικά με το Ίντερνετ, ή με όποιον άλλον τρόπο, η ταινία θα φτάσει εκεί που πρέπει να φτάσει. Αλλά η ουσία είναι πως όταν κάνεις μια ταινία π.χ. για γκάνγκστερ, δεν απευθύνεσαι σε γκάνγκστερ. Κάνεις ένα έργο τέχνης και όσον αφορά το πολιτικό του μέρος απευθύνεσαι σε ανθρώπους που είναι σκεπτόμενοι, οι οποίοι ακριβώς επειδή είναι σκεπτόμενοι μπορούν να κοιτάξουν το πρόσωπό τους στον καθρέφτη. Δηλαδή ναι μεν ο κόσμος που περιγράφω είναι αυτός που είναι, αλλά την ευθύνη την έχει η αστική τάξη, η οποία όλα αυτά τα χρόνια δεν κάνει τίποτε, να εκπαιδεύσει, να μορφώσει… Η ίδια αστική τάξη που όταν ξυπνήσει ο φασισμός θα σκούζει, θα αναρωτιέται ξαφνικά τι έγινε… Μέσα στην αφασία το πάρτι συνεχίζεται, αλλά μπορεί ξαφνικά να βγει κι ένας Χίτλερ… Και από την άλλη πλευρά, ανάμεσα στους θεατές υπάρχουν και νέοι που είναι ανήσυχοι, που μπορεί να μην πηγαίνουν στην Επίδαυρο αλλά πηγαίνουν σε ροκ συναυλίες, που για μένα είναι εξίσου σημαντικό…

* Το θέμα είναι πώς αντιμετωπίζεται η αφασία που επισημαίνεις κι εσύ…

Θα σου πω κάτι που το εξομολογούμαι για πρώτη φορά… Η ΕΡΤ ήταν συμπαραγωγός στην «Ψυχή στο στόμα». Και την πρόβαλε, όπως είχε συμβατική υποχρέωση, μια μεταμεσονύκτια ώρα, επί Νέας Δημοκρατίας. Εγώ κάθησα εκείνο το βράδυ να τη δω, και ήμουν σίγουρος ότι κάποια στιγμή θα κατεβάσουν τους διακόπτες και θα σταματήσει η μετάδοση, όπως είχε γίνει καλή ώρα με την ταινία του Αλευρά «Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι…». Ε, λοιπόν δεν έγινε τίποτε… Αυτό ξέρεις τι σημαίνει; Μου θύμισε τον στίχο του Γκανά, που λέει ότι μας έχουν βγάλει το κεντρί… Εχει βρει τρόπο το σύστημα να ενσωματώνει τα πάντα, ακόμα και τις πιο ακραίες εκφάνσεις της τέχνης… Πραγματικά σηκώνω τα χέρια ψηλά, Κώστα… Εκείνο το βράδυ συνειδητοποίησα ότι δεν ιδρώνει το αυτί κανενός. Το σύστημα απορροφά κάθε κραδασμό. Και αυτό βέβαια είναι ένα ζήτημα που αφορά άμεσα όλους τους καλλιτέχνες αλλά και εσάς τους σκεπτόμενους ανθρώπους, τον καθένα που ενδιαφέρεται για αντίσταση… Όλα γίνονται θέαμα…

* Σε θυμάμαι από τις μικρού μήκους ταινίες σου που είχα δει πριν από πολλά χρόνια στο Φεστιβάλ Δράμας, στη δεκαετία του ’90…

Ήταν μια περίοδος μίμησης… Στο «Μόνο μυρίζοντας γιασεμί» ήθελα να μιμηθώ τα ντοκιμαντέρ του Αλέν Ρεναί, το «Νύχτα και καταχνιά», με τα τράβελινγκ, τα πανοραμίκ, ενώ στη «Σταδιακή βελτίωση του καιρού» ήθελα να μιμηθώ τον Αντονιόνι, ήταν μια κακή μίμηση, ξύλινη. Μια αντιγραφή που σου βάζει όρια, σε περιχαρακώνει.

* Και μετά;

Μετά, κάποια πράγματα ήρθαν ανάποδα, έφτασα στα όρια μου, στο χείλος του γκρεμού… Πήρα ανάποδες. Γύρισε το μάτι μου. Και αποφάσισα να τα πετάξω όλα, και να συνεχίσω με άλλους όρους, με άλλους ανθρώπους, με άλλη ελευθερία. Κι εκεί ήταν που έφυγε όλος ο φόβος, από το «Σπιρτόκουτο» και μετά. Θυμάμαι ότι πριν υπήρχε φόβος, ξέρεις, αυτό το πράγμα ότι στο πίσω μέρος του μυαλού σου θέλεις να είσαι αρεστός σε αυτή τη μικρή κοινωνία που είναι η Ελλάδα, να έχεις ένα σενάριο χωρίς αιχμές, να πας την ταινία σου σε ένα φεστιβαλάκι… Τα πέταξα όλα αυτά, γιατί ήταν και μια προσωπική ανάγκη… Και όταν τα ξεπέρασα όλα αυτά προέκυψε το «Σπιρτόκουτο». Και μαζί κάποια πράγματα που προφανώς με ενδιέφεραν, άρχισα να προσέχω για παράδειγμα πώς μιλάνε οι απλοί άνθρωποι, η φυσικότητα, ο ρεαλισμός… Και τι θα γινόταν αν ο άλλος του έλεγε του άλλου αυτό, πού θα πήγαινε το πράγμα μετά… Ξέρεις, ανοίγει ο ασκός του Αιόλου μετά…

* Θα `θελα να σταθούμε στο ζήτημα του ρεαλισμού και της αληθοφάνειας, ότι «έτσι μιλούν οι άνθρωποι»…

Σε σχέση με τις σκηνές που εγώ ιδρύω, δεν λέω ότι έτσι μιλούν όλοι οι άνθρωποι… Αλλά οι χαρακτήρες που εγώ πετάω μέσα στη σκακιέρα, όπως τους αφετηριάζω, μέσα σε συγκεκριμένες καταστάσεις…

* Το ζήτημα του ρεαλισμού, για να το θέσω απλά, έχει δύο διαστάσεις, υπάρχει πρώτα αυτό που εννοούμε ρεαλισμό της κινηματογραφικής αφήγησης, αυτό που έχουμε μάθει να εκλαμβάνουμε ως ρεαλισμό μέσα από την κινηματογραφική παράδοση, του παλιού ελληνικού κινηματογράφου ας πούμε, που συνήθως απέχει από την πραγματικότητα και δεύτερον αυτό που απλά αντιλαμβανόμαστε ως αληθοφάνεια αντικρίζοντας γύρω μας την πραγματικότητα… Τον δικό σου τον ρεαλισμό με ποιες συντεταγμένες τον ορίζεις, από πού κατάγεται; Από ένα σινεμά όπως του Δαμιανού ας πούμε, του Μάικ Λι;

…Ή της Μαρκετάκη, ή από κάποιους Αμερικάνους, γιατί όχι; Ο ρεαλισμός δεν είναι αυτοσκοπός, είναι αφετηρία για μένα. Τώρα αν αυτό το πράγμα ξεφεύγει και γίνεται κάτι «δικό μου» όπως λένε κάποιοι, είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Εχω χύσει ιδρώτα για ένα «ρε», αν θα το ‘λεγε ή δεν θα το λέγε ο χαρακτήρας, έχω πετάξει τριάντα λήψεις για να πάρω την τριακοστή πρώτη…

* Και αυτό αισθάνεσαι ότι σε φέρνει «απέναντι» από το ελληνικό σινεμά, όπως το έχουμε συνηθίσει;

Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι σχεδόν όλο το ελληνικό σινεμά είναι μεταφορικό, είτε είναι οι διάλογοι, είτε είναι τα κοστούμια, είτε είναι τα πρόσωπα, είτε είναι οι συμπεριφορές, όλα θυμίζουνε αυτό που «πραγματικά» είναι, αλλά ποτέ δεν είναι αυτό… Δηλαδή ποτέ δεν κυριολεκτεί το ελληνικό σινεμά, πάντα δουλεύει στη βάση μιας μεταφοράς. Στο κούτελό τους είναι γραμμένο «είμαι ηθοποιός Έλληνας και τώρα υποδύομαι ρόλο», κι εσύ συμπλήρωσε με τη φαντασία σου τα υπόλοιπα…

* Κι αυτό το βλέπεις και στο παλιό και στο νέο ελληνικό σινεμά;

Στο παλιό εντάξει, υπάρχει αυτό το κινηματογραφημένο θέατρο, με το οποίο όλοι εκστασιάζονται, υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις που εμένα με ενδιαφέρουν, όπως ο Κώστας ο Μανουσάκης… Κοίταξε, η Δύση την αναπαράσταση την ξέρει εδώ και αιώνες, την τεχνική, εμείς εδώ, και χωρίς την παράδοση του βερισμού στο μυθιστόρημα, το ψάχνουμε, δεν έχουμε την παράδοση, υπάρχουν μόνο άνθρωποι που το ψάχνουν… Εγώ για παράδειγμα θάθελα τώρα να γυρίσω μια ταινία για τα υψηλά κλιμάκια, τους εφοπλιστές ας πούμε, πρέπει να δω πώς μιλάνε πίσω από τις κλειστές πόρτες, πώς συμπεριφέρονται. Με τι υλικό θα δουλέψω; Υπάρχει για παράδειγμα το ανάλογο μυθιστόρημα; Δεν το βλέπω…

* Δεν μου αρέσουν οι εύκολες αναγωγές αλλά νομίζω ότι το πρόβλημα που βιώνει σήμερα η ελληνική κοινωνία, που συνειδητοποιεί έξαφνα πως η ευμάρεια σαν επίσημη αφήγηση, και χωρίς φυσικά να ζουν όλοι έτσι, η ιδεολογία του ευδαιμονισμού της κατανάλωσης, ήταν μια ψευδής καταγραφή του τι ζούσε, αυτό το «πέσαμε από τα σύννεφα» ξανά, δηλώνει ακριβώς μια προφανή ανικανότητα να περιγράψει τη ζωή της….

Αυτό είναι αλήθεια…

* Εφόσον είναι ανίκανη να περιγράψει ικανοποιητικά τη ζωή της, πώς είναι δυνατόν να την αναπαραστήσει κιόλας, στον κινηματογράφο; Πώς είναι δυνατόν να δει, να «δεχτεί» κάποιες εικόνες του εαυτού της στην οθόνη;

Αλλά αυτό είναι η ευθύνη του καλλιτέχνη… Σήμερα όλη η κατάσταση είναι ένα ψέμα, θέλει και προσωπική δουλειά για να κατακτήσεις αυτό το πράγμα, τη δική σου ματιά…

* Και πού θα μας βγάλει το σημερινό αδιέξοδο;

Δεν ξέρω, εμείς τα είχαμε πει από το «Σπιρτόκουτο», και λέγανε τότε διάφοροι, μας κατηγορούσαν ότι υπερβάλλουμε… Δεν ξέρω πού θα μας βγάλει μακροπρόθεσμα αυτή η ιστορία, το μόνο που ξέρω σίγουρα είναι ότι θα ξεσπάσει βία. Θα είναι μια βία πρωτόγνωρη για την ελληνική κοινωνία, θα εμπεριέχει κι ένα στοιχείο αφασίας και παραλογισμού, κι από εκεί και πέρα…

* Η σκηνή με την Γκόλφω στον «Μαχαιροβγάλτη» που σηματοδοτεί το «χρώμα», μια ρωγμή κουλτούρας στον αφασικό κόσμο των ηρώων, είναι μάλλον η πιο κρίσιμη στιγμή της ταινίας…

Για μένα σημασία έχει και η έξοδος από αυτή τη σκηνή… Ενώ βλέποντας την παράσταση ο ήρωας εξανθρωπίζεται, γυρίζει στην παιδική του ηλικία, μετά πηγαίνει και σκοτώνει… Εκεί σηκώνω τα χέρια ψηλά… Δηλαδή ούτε η κουλτούρα είναι λύση… Πρέπει να ξέρεις βέβαια πως δεν έχω και την καλύτερη γνώμη για το ανθρώπινο είδος…

* Το «παράδοξο» με τον ήρωά σου στον «Μαχαιροβγάλτη» είναι ότι ενώ βρίσκεται σε ένα κλουβί, συνεχώς κερδίζει, βήμα με βήμα, «ανταμείβεται», δεν υπάρχει καμιά τιμωρία, ούτε τυπική, από το νόμο, αλλά ούτε καν ηθική… Ποιο πιστεύεις ότι είναι το μέλλον για τον ήρωά σου; Πώς θα είναι μετά από είκοσι χρόνια ας πούμε;

Θα μπορούσε να είναι ακόμη και βουλευτής, ή έστω δημοτικός σύμβουλος… Γιατί, και οι βουλευτές μας σε μια άλλη εκδοχή, κάπως έτσι δεν ζουν; Απομονωμένοι στο «κάστρο» τους, μακριά από την πραγματικότητα…

* Πώς επιλέγεις τους ηθοποιούς σου; Με κάποιους η συνεργασία είναι σταθερή στις ταινίες σου…

Γυρίζω, βλέπω θέατρο αρκετά, τον Στάθη (Σταμουλακάτο) τον είχα εντοπίσει στο «Πέναλτυ» του Γ. Παλούμπη, τη Μαρία την Καλλιμάνη μου την πρότεινε ο Ερρίκος Λίτσης κάποια στιγμή που είχα απελπιστεί για τον ρόλο, και είπα «ναι, βέβαια, η Μαρία», την ήξερα ήδη. Αλλά σε αυτές τις τρεις ταινίες δεν έχω κάνει καθόλου κάστινγκ, ούτε οντισιόν, στην επόμενη μάλλον δεν θα το αποφύγω, αλλά είναι κάτι που με στενοχωρεί πάρα πολύ, όλα αυτά τα παιδιά που ψάχνουν για δουλειά, στρατιές ολόκληρες… Εμένα με καταθλίβει…

* Αλλά και τόσοι σκηνοθέτες θάλεγε κάποιος άλλος… Βλέπεις άλλες ταινίες; Τι γνώμη έχεις για το «νέο ρεύμα» του ελληνικού κινηματογράφου, για τις διακρίσεις στο εξωτερικό;

Βλέπω ταινίες, βέβαια, είμαι πάντα σινεφίλ… Κοίταξε, το βραβείο του Λάνθιμου ήταν κάτι πάρα πολύ σημαντικό. Μία πολύ καλή ταινία πήρε ένα πολύ σημαντικό βραβείο. Αλλά δεν νομίζω ότι μπορούμε να μιλήσουμε για «γενιά», ότι «ξυπνάει το ελληνικό σινεμά», ότι το κοινό ανταποκρίνεται, αυτά είναι σαχλαμάρες… Δεν έχουμε κάτι αντίστοιχο με αυτό που συνέβη στις αρχές του ’70, που βγήκανε είκοσι ταινίες που σπάγανε κόκαλα…

* Αναρωτιέμαι και για το ενδεχόμενο οι εκλέκτορες των ξένων φεστιβάλ να πριμοδοτούν ένα συγκεκριμένο είδος ταινιών που εάν «επιστρέψει» πίσω στην Ελλάδα φορτωμένο με βραβεία ίσως να περιπλέξει τα πράγματα εδώ…

Δεν θα διαφωνήσω με αυτό που λες, όντως έτσι είναι. Αλλά είναι στο ένστικτο του κάθε δημιουργού να καταλάβει τι τον αφορά… Να δρα μέσα στην κοινότητα στην οποία είναι, εγώ θέλω να είμαι παρεμβατικός στο χώρο μου, αυτό που θεωρώ κοινότητα. Αυτή η ιδέα με πήγε στο «Σπιρτόκουτο», και τα έκανα πέρα όλα, παίρνοντας παράδειγμα το έργο δημιουργών όπως ο Κασσαβέτης. Το «Σπιρτόκουτο» ξεκίνησε από μια μικρή ομάδα ανθρώπων και τελικά την ταινία την είδε όλη η Ελλάδα. Κι εγώ έχω εισπράξει αποδοχή, αυτό είναι που μετράει για μένα. Το αξίωμα για μένα είναι η αλήθεια, η ευθύτητα, όχι η μπαγαποντιά…

* Μήπως όμως η κοινότητα είναι μια «νησίδα» σε μια κατακερματισμένη κοινωνία; Αυτή τη στιγμή τρεις σκηνοθέτες, ο Κόρρας, ο Γιάνναρης, ο Βούπουρας, κάνουν έναν αγώνα συμπαράστασης στους μετανάστες στην πλατεία Αττικής, εδώ στα Εξάρχεια που είμαστε υπάρχει μια άλλη κατάσταση, απομονωμένη από την πλατεία Αττικής, παραπάνω στη Σκουφά ενδεχομένως κάτι άλλο, κι αυτό απομονωμένο…

    Ε, αυτό ακριβώς εννοώ, εσύ που έχεις ματιά στον χώρο σου δούλεψε εκεί, όπως ο Λουί Μαλ στη Γαλλία που ήξερε τους αστούς και τους έκανε ρόμπα με τις ταινίες του, ή ο Σαμπρόλ τους μικροαστούς της επαρχίας. Εδώ στην Ελλάδα υπάρχουν πολλά ζητήματα που «περιμένουν», η επαρχία, η κατάσταση στη Βόρεια Ελλάδα, ή στην Κρήτη, τα προάστια της Αθήνας, οι μετανάστες… Αυτά όλα είναι ζητήματα που βράζουν… Για παράδειγμα έχω ακούσει ατάκες από Αλβανούς, ότι «αν είχα ψήφο θα ψήφιζα Καρατζαφέρη» γιατί αισθάνονται «τακτοποιημένοι» και ότι απειλούνται από τους καινούργιους… Είναι θέματα τεράστια. Ε, λοιπόν, αυτό το κύμα δημιουργών και μυθιστοριογράφων που θα έπιανε όλα αυτά, δυστυχώς δεν υπάρχει.

Σχολιάστε

Filed under συνεντεύξεις

«Ζούσαμε σε μια ψευδαίσθηση και τώρα βρεθήκαμε μπροστά στα στοιχειώδη της ύπαρξης»

Kantina3
Ο Ερρίκος Λίτσης και ο Αλέξανδρος Λογοθέτης στην «Καντίνα».

Από παλιά ο Σταύρος Καπλανίδης επενδύει στην «κουλτούρα του συναισθήματος»: Από τότε που μετά τον θάνατο του Σταύρου Τορνέ πάλεψε να περισώσει τις ταινίες του ή όταν εγκατέλειψε μια καριέρα επαγγελματία συνεργάτη διεθνών συμπαραγωγών στην Ελλάδα, αλλά και σκηνοθέτη στη Γαλλία, απ` όπου ξεκίνησε, το 1984, συν-σκηνοθετώντας με την Ντανιέλ Ντιμπρού τους «Φοβερούς εραστές». Γεννημένος το 1945, το δικό του «Σινεμά Παράδεισος» ήταν το «Πανελλήνιον» στο Κουκάκι, όπου μεγάλωσε. «Για μένα ο κινηματογράφος ήταν πάντα υπόθεση ζωής», λέει σήμερα, παρουσιάζοντας στο κοινό την τελευταία του ταινία, την «Καντίνα», «μια ταινία για την κρίση», με σενάριο του Σταύρου Τσιώλη: Μια παράνομη καντίνα στημένη στην άκρη ενός παραλιακού δρόμου, κάπου στην Πελοπόννησο, με «αφεντικό» τον Φίλιππο (Αλέξανδρος Λογοθέτης) και βοηθό τον μυστηριώδη Οδυσσέα (Ερρίκος Λίτσης). Επίκεντρο στο πουθενά, η καντίνα χρησιμεύει σαν δραματουργικός μηχανισμός εκμαίευσης συναισθημάτων και ταυτόχρονα είναι το «χαμένο κέντρο» μιας κοινωνίας που αποσυντίθεται και η πλάγια, κωμική ή σουρεαλιστική ματιά είναι ο μόνος τρόπος να την αντικρίσεις…

Συνέντευξη στον Κώστα Τερζή

* Έζησες τη «διαφορά φάσης» στην κουλτούρα της Ελλάδας μέσα στα τελευταία 30 χρόνια, από τη δεκαετία του ’80 μέχρι την οικονομική κατάρρευση των ημερών μας. Πώς βίωσες εσύ αυτές τις ιλιγγιώδεις μεταπτώσεις στην ελληνική κοινωνία; Πώς φτάσαμε ώς εδώ;

Το ’80 υπήρχε μια κινητικότητα σε όλους τους τομείς, αμφισβήτηση αξιών, ερωτήματα και ερωτηματικά. Όμως ιδιαίτερα αυτό το δεύτερο ήταν κάτι που δεν το άντεχε η ελληνική κοινωνία. Ήθελε γρήγορες απαντήσεις, αυτές επικράτησαν. Εάν κάποιος έβαζε ερωτηματικά, κανείς δεν τα άντεχε. Τελικά ζούσαμε μέσα σε μια ψευδαίσθηση, αυτό κυριαρχούσε. Και τώρα βρεθήκαμε ξαφνικά μπροστά στα βασικά: Υπάρχουμε; Δεν υπάρχουμε;

* Τι βλέπει σήμερα γύρω του ο κινηματογραφιστής Καπλανίδης στον καιρό της κρίσης;

Ελπίζω στην πολιτική, χωρίς όμως να πιστεύω σ’ αυτήν… Κοιτάζω τι συμβαίνει γύρω μου, κοιτάζω τον κόσμο… Αυτή είναι η δουλειά μου, αυτό ξέρω να κάνω, και θα συνεχίσω να το κάνω.

* Έχεις δουλέψει για χρόνια για την κρατική τηλεόραση, έχεις χρηματοδοτηθεί και από το Κέντρο Κινηματογράφου, χωρίς να εμπίπτεις στην κατηγορία του «κρατικοδίαιτου» σκηνοθέτη. Πού εντοπίζεις σήμερα τα προβλήματα στο μοντέλο παραγωγής που ισχύει, αλλά και τις αγκυλώσεις στον χώρο της διανομής;

Το Κέντρο διέπεται από δημοσιοϋπαλληλικό σύνδρομο. Δεν παίρνει δηλαδή αρκετά σοβαρά τη δουλειά του. Το μόνο που το ενδιαφέρει είναι οι συμμετοχές σε διεθνή φεστιβάλ. Όσο για τους διανομείς, το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι τα εισιτήρια. Η δημόσια τηλεόραση κάποτε προσέφερε δυνατότητες δουλειάς στους κινηματογραφιστές, δουλειάς που ήταν αξιοπρόσεχτη και αποσπούσε τον σεβασμό. Τα ντοκιμαντέρ που γυρίζονταν τότε σε αυτό το πλαίσιο ήταν πραγματικό σχολείο, διαμόρφωσαν μια ολόκληρη γενιά σκηνοθετών. Από τη στιγμή όμως που η κρατική τηλεόραση αποφάσισε να γίνει «ανταγωνιστική» προς την ιδιωτική, έγινε απλά ροζ…

* Το «φτωχό σινεμά» του Σταύρου Τορνέ μπορεί να είναι απάντηση, μοντέλο για τους κινηματογραφιστές σε αυτή την εποχή της οικονομικής κρίσης;

Οι ταινίες του Τορνέ, οικονομικά, με όρους αγοράς, ήταν πολύ πιο συμφέρουσες από αρκετές άλλες που γυρίζονταν εκείνη την εποχή. Δηλαδή κόστιζαν πολύ λιγότερα χρήματα και κάλυπταν το κόστος τους.

Όμως το σπουδαιότερο είναι ότι είχαν ένα πολιτιστικό αντίκρισμα για τον τόπο, ήταν πλούτος για τον κινηματογράφο μας. Δεν είναι συμπτωματικό το ότι έχουν γίνει τόσα αφιερώματα στο εξωτερικό για το έργο του. Στην Ιταλία τρία, στη Γαλλία τρία, ακόμη και στην Ελβετία. Κι αυτά όχι μέσω Κέντρου αλλά από προσωπική μου πρωτοβουλία.

* Είναι όμως «απάντηση» αυτό το μοντέλο για σήμερα;

Κοίταξε, αν αυτός ο «φτωχός» κινηματογράφος είναι απάντηση στην οικονομική κρίση, δεν μπορώ να σου το απαντήσω με σιγουριά. Ο κινηματογράφος ούτως ή άλλως είναι ακριβό σπορ. Αν δεν έχεις εξασφαλισμένη τη διαβίωσή σου, νομίζω είναι καλύτερα να μην εμπλακείς. Ο Τορνές γύρισε το «Εξωπραγματικό» τη δεκαετία του ’70 με μια μικρή 8άρα κάμερα. Ένα οδοιπορικό στο ηφαίστειο Αίτνα. Χωρίς τις ευκολίες, την ευχέρεια που προσφέρει σήμερα μια κάμερα μίνι DV ή μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή. Συγκριτικά, από τεχνική άποψη η μίνι DV ή και η ψηφιακή φωτογραφική προσφέρουν δυνατότητες υπερπαραγωγής. Και λοιπόν; Μέχρι σήμερα δεν έχω δει κάτι ανάλογο.

* Ο κόσμος σε ξέρει κυρίως σαν ντοκιμαντερίστα, μέσα από τις δουλειές σου για τον Σταύρο Τορνέ και τον Χρήστο Βακαλόπουλο…

Προτιμώ τον όρο κινηματογραφιστής. Η σειρά που έκανα στην ΕΡΤ1 το 1989, «Ο Λούσιας», από το ομώνυμο βιβλίο του Νίκου Χουλιαρά (πέντε ωριαία επεισόδια), είναι μια πεντάωρη ταινία. Η κριτική τότε τη θεώρησε σαν μια από τις καλύτερες πέντε παραγωγές της ΕΡΤ από καταβολής της. Όμως έγινα «γνωστός» σαν ντοκιμαντερίστας λόγω των ταινιών για τον Τορνέ και τον Βακαλόπουλο. Βραβευμένες και οι δύο. Τι σημαίνει αυτό; Τίποτε.

* Η «Καντίνα» είναι μια ταινία που αναδεικνύει τους ηθοποιούς, είναι συνεχώς στο επίκεντρο, σχεδόν σε κάθε πλάνο… Πώς είναι η σχέση σου μαζί τους;

Αγαπώ και θαυμάζω τους ηθοποιούς. Ταυτόχρονα με τρομάζουν. Ένας ναρκισσισμός τους ίσως. Όμως, θέλω να τους ερωτευτώ και να με αγαπήσουν και αυτοί. Να μου δώσουν κάτι, έστω λίγο, από τον εαυτό τους, όχι ένα «θέατρο σκιών»… Δεν είναι επιβολή, είναι συνενοχή. Από ψυχής.

* Τι έχει αλλάξει στη «ματιά» σου από την εποχή που ξεκίνησες την κινηματογραφική σου διαδρομή στη Γαλλία, τη δεκαετία του ’80, μέχρι σήμερα, και πώς «συναντήθηκες» με τον Σταύρο Τσιώλη για το σενάριο της «Καντίνας»;

Έχω την αίσθηση πως δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα. Πολλές φορές δεν αποφασίζεις εσύ, η ζωή αποφασίζει για σένα κι εσύ τρέχεις από πίσω. Με τον Τσιώλη σκουντουφλήσαμε. Εγώ επάνω του κι αυτός επάνω σ’ εμένα.

* Η Πελοπόννησος του Τσιώλη, που «γράφει» στην ταινία, έστω σε δεύτερο πλάνο, πώς προσεγγίζεται από έναν Μικρασιάτη, όπως εσύ;

Είμαι βαθιά ευγνώμων στον Σταύρο Τσιώλη, που μου εμπιστεύτηκε εν λευκώ το σενάριό του. Το αγάπησα από την πρώτη στιγμή που το διάβασα. Η Πελοπόννησος; Θα απαντήσω με μια ρήση του φίλου μου Χρήστου Βακαλόπουλου: Το τοπικό είναι παγκόσμιο.

* Και η επόμενη ταινία; Ντοκιμαντέρ ή μυθοπλασία ξανά;

Θέλω να γυρίσω ένα ντοκιμαντέρ για την Άννα Βηχ (σ.σ.: την πρόωρα χαμένη φωτογράφο και τεχνικό του κινηματογράφου), το έχω ξεκινήσει ήδη. Σαν τον επίλογο μιας τριλογίας, Τορνές, Βακαλόπουλος, Άννα… Τι κοινό έχουν αυτοί οι τρεις, θα μου πεις… Πολύ απλά, ήταν άνθρωποι που αγαπούσα. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό, θάθελα να αφήσω πίσω μου κάτι, ότι υπάρχει κι ένα άλλο παράδειγμα, ένας άλλος τρόπος ζωής, ένας άλλος τρόπος να κάνεις κινηματογράφο. Ξέρεις, ένας από τους λόγους που έκανα το ντοκιμαντέρ για τον Τορνέ ήταν γιατί πίστευα ότι θα μπορούσε να προβάλλεται στις κινηματογραφικές σχολές, ώστε να μάθουν κάποιοι νέοι ότι υπάρχει κι αυτός ο κινηματογράφος, δεν είναι μόνο το κυρίαρχο μοντέλο… Οφείλω να σου πω πάντως ότι όλα αυτά τα χρόνια οι συνάδελφοί μου και συνομήλικοί μου σκηνοθέτες που διδάσκουν σε κινηματογραφικές σχολές δεν έδειξαν ούτε μία φορά αυτή την ταινία στους νέους. Χωρίς να ισχυρίζομαι βέβαια ότι οι ταινίες του Τορνέ είναι πρότυπο, σε καμία περίπτωση, δεν μπορείς να τις κάνεις αν δεν τό ‘χεις μέσα σου.

Σχολιάστε

Filed under συνεντεύξεις

«Οργισμένος Δεκέμβρης»: «Η πραγματικότητα που ζήσαμε, κόντρα στην εικονική πραγματικότητα»

«Οργισμένος Δεκέμβρης», ένα πολιτικό ντοκιμαντέρ καταγραφής αλλά και βαθύτερης ανάλυσης για τον Δεκέμβρη του 2008, αποτέλεσμα συλλογικής δουλειάς μιας ομάδας Θεσσαλονικιών -στην Αθήνα προβλήθηκε τον Απρίλιο, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, στο πλαίσιο του φεστιβάλ Fog Doc. Οι κινηματογραφιστές δίνουν τον λόγο σε πολλούς εργαζόμενους, μαθητές και φοιτητές, στον Μανώλη Γλέζο αλλά και στους πανεπιστημιακούς Σπύρο Μαρκέτο, Νικόλα Σεβαστάκη, Μάκη Σεφεριάδη, Άρη Στυλιανού. Για την ταινία μιλήσαμε με τη Χρύσα Τζελέπη, τον Άκη Κερσανίδη (υπογράφουν τη σκηνοθεσία και την παραγωγή), τη Σταυρούλα Πουλημένη και τον Ερρίκο Καρανικόλα που δούλεψαν στη δημοσιογραφική ομάδα.

* Πώς ξεκινήσατε τον «Οργισμένο Δεκέμβρη»; Η δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου ήταν ο αποφασιστικός «μοχλός» που σας κινητοποίησε; Προϋπήρχαν και άλλα ερεθίσματα, συγκεντρωμένη «εύφλεκτη ύλη»;

Πράγματι, ο θάνατος του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου υπήρξε το γεγονός εκείνο που πυροδότησε μια κατάσταση η οποία είχε διαμορφωθεί από καιρό και σχετίζεται με τη συσσωρευμένη πίεση που ασκείται σε μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας.

Αυτό όμως που κυρίως μας κινητοποίησε εκείνη τη στιγμή στο να κατέβουμε με τις κάμερες στον δρόμο, πέρα από τη συναισθηματική έκρηξη που δημιούργησε η δολοφονία του νεαρού μαθητή, ήταν η πεποίθηση πως ό,τι θα ακολουθούσε δεν θα εντασσόταν στο πλαίσιο μια κοινής διαμαρτυρίας και ότι έπρεπε με κάποιο τρόπο να καταγραφεί. Υπήρχε μεγάλη ένταση, από τη μία πλευρά ο υπουργός Εσωτερικών έλεγε ότι οι αστυνομικές δυνάμεις έκαναν τα πάντα για την αποκλιμάκωση της κατάστασης, ενώ εμείς στον δρόμο βλέπαμε αστυνομικούς που πίεζαν και προκαλούσαν τους διαδηλωτές. Και οι ειδήσεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης μιλούσαν για πλιάτσικο καταστημάτων στη Θεσσαλονίκη, ενώ οι εικόνες δείχνανε κοντινά πλάνα από σπασμένες τράπεζες. Αυτό που συνέβαινε στην πραγματικότητα ήταν σπασίματα τραπεζών, πολυεθνικών (βλέπε σκάνδαλο παρακολουθήσεων Vodafone) και καταστημάτων του Αγίου Ορους (Βατοπέδι).

* Σχετικά με τη μέθοδο δουλειάς που ακολουθήσατε: Απ’ όσο ξέρω, σχεδόν αμέσως μετά τη δολοφονία δημιουργήσατε μια κινηματογραφική ομάδα και μια ομάδα τεκμηρίωσης. Πώς δούλεψαν αυτές οι ομάδες;

Η ομάδα τεκμηρίωσης των κινητοποιήσεων προέκυψε από την ανάγκη καταγραφής όλων αυτών που συνέβαιναν γύρω μας σε μια προσπάθεια να παρουσιαστούν τα γεγονότα όπως τα βίωναν αυτοί που συμμετείχαν, και παράλληλα να αντιπαραβάλουμε την πραγματικότητα που ζούσαμε με την «εικονική πραγματικότητα» των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης.

Τη μέθοδο δουλειάς έπρεπε να την ανακαλύψουμε, δεν υπήρχε εκ των προτέρων. Μοιράσαμε τη δουλειά ανάλογα με το τι μπορούσε ο καθένας (εικονοληψία, δημοσιογραφική έρευνα, μοντάζ, καταγραφή σε video των δελτίων ειδήσεων, χρήση των social media) για να δημιουργήσουμε ένα δίκτυο το οποίο βοήθησε στη συλλογή υλικού. Αυτή η μορφή συλλογικής δουλειάς ήταν κάτι το πρωτόγνωρο… Όλα βγήκαν μέσα από πολλές συζητήσεις, διαφορετικές απόψεις και… τέσσερα στάδια στο μοντάζ της ταινίας.

* Πόσο δύσκολο ήταν να γυρίσετε μια ταινία μακριά από το επίκεντρο των (κύριων) γεγονότων, την Αθήνα; Μήπως αυτή η απόσταση πέρα από τις όποιες δυσκολίες λειτούργησε και θετικά, σας εφοδίασε ίσως με μια νηφαλιότητα στην προσέγγιση;

Πρώτα απ’ όλα, μας ενδιέφερε να δούμε τις εκφάνσεις της εξέγερσης στην πόλη μας. Ενώ τυπικά ήμασταν μακριά από το κέντρο των γεγονότων, οι αιτίες που έβγαλαν τους ανθρώπους στον δρόμο σε κάθε πόλη, και στη δική μας, ήταν κοινές. Θελήσαμε να αποφύγουμε τη συναισθηματική φόρτιση των πρώτων ημερών ώστε να κατανοήσουμε τις βαθύτερες αιτίες και να παρουσιάσουμε τις νέες μορφές πολιτικής έκφρασης που αναδείκνυε η εξέγερση. Από ΄κει προκύπτει και η όποια «νηφαλιότητα».

* Το 1963, αμέσως μετά τη δολοφονία του Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη μια ομάδα νεαρών κινηματογραφιστών φεύγει από την Αθήνα για να καταγράψει τα όσα συμβαίνουν, και αυτή η συλλογική δουλειά που ξεκίνησε από μια ευρύτερη ομάδα κατέληξε στο περίφημο ντοκιμαντέρ «100 ώρες του Μάη» των Θέου – Λαμπρινού. Εδώ, η δική σας κίνηση είναι κατά κάποιο τρόπο αντίστροφη γεωγραφικά… Σημασία πάντως έχει πως «πίσω σας» υπάρχει μια παράδοση πολιτικού ντοκιμαντέρ… Τι σημαίνει για σας αυτή η παράδοση, ιδιαίτερα όταν ένας από εσάς υπήρξε μαθητής και συνεργάτης του Δήμου Θέου;

«Οι εκατό ώρες του Μάη» αποτελούν οπωσδήποτε ένα αρχέτυπο για το ελληνικό πολιτικό ντοκιμαντέρ. Παρ’ όλο που έχει γίνει πριν από 46 χρόνια διατηρεί μια δυναμική που περνάει ακόμη και στους σημερινούς θεατές αυτούσια… Η αίσθηση που έχουμε γενικά είναι ότι βρισκόμαστε σε μια χρονική στιγμή όπου τα πολιτικά ντοκιμαντέρ είναι και πάλι απαραίτητα, όπως τότε στις αρχές του `60. Τώρα που υπάρχει η παντοδυναμία της τηλεόρασης, που κατευθύνει και «δημιουργεί» σε μεγάλο βαθμό τη συλλογική συνείδηση σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο (υπερπληροφόρηση, ατομισμός, υποβάθμιση της πολιτικής σκέψης), το πολιτικό ντοκιμαντέρ επανέρχεται και αναλαμβάνει ρόλο αντίλογου απέναντι στον κυρίαρχο λόγο που εκφράζεται μέσω της τηλεόρασης.

* Ναι, είδα στην ταινία σας να έχετε συμπεριλάβει αποσπάσματα, «θραύσματα» από αυτόν τον κυρίαρχο τηλεοπτικό λόγο… Βέβαια ο ρόλος της τηλεόρασης στα γεγονότα του Δεκέμβρη θα μπορούσε να δώσει υλικό ακόμη και για μια εντελώς ξεχωριστή ταινία… Δεν «φοβηθήκατε» καθόλου να δανειστείτε τεμαχισμένα μέρη από τον λόγο που εκφέρει -σαν το κομμένα κεφάλια της Λερναίας Υδρας που εξακολουθούν να πολλαπλασιάζονται;

Εκείνες τις μέρες η ζωή μας μοιράστηκε κατά κάποιο τρόπο ανάμεσα σ`αυτά που βλέπαμε οι ίδιοι να διαδραματίζονται στους δρόμους και στα πλάνα των ειδήσεων που αντιστοιχούσαν σε έναν λόγο καταστροφολογίας και τρομοκράτησης της κοινωνίας. Έτσι επιλέξαμε συνειδητά να εντάξουμε ως δομικό στοιχείο στην ταινία τα πιο χαρακτηριστικά κομμάτια του κυρίαρχου λόγου των ΜΜΕ με στόχο να αναδειχθούν οι αντιφάσεις του και ο ρόλος που παίζει σε συνθήκες που το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να ελέγξει και να χειραγωγήσει πλήρως.

* Αν και ο κινηματογράφος είναι βασικά εικόνα, εσείς δώσατε προτεραιότητα στον λόγο, έναν λόγο «πολυφωνικό», εντελώς δημοκρατικό, όπου συμπεριλάβατε ισότιμα μαθητές, φοιτητές, εργαζόμενους, πανεπιστημιακούς, «μοιράσατε» σχεδόν ισομερώς τον λόγο του βιώματος αλλά και της κοινωνικής ανάλυσης… Και ενώ το «θέμα» είναι καθαρά συγκρουσιακό και βίαιο, ξεκινά μάλιστα από ένα φόνο, καταφέρατε να κυριαρχεί μια νηφαλιότητα σκέψης και προβληματισμού: ο λόγος του καθενός στην ταινία μοιάζει σαν να συμπληρώνει ένα ευρύτερο παζλ…

Η δομή του παζλ που χαρακτηρίζει όντως την ταινία προέκυψε από την ίδια τη μορφή της εξέγερσης… Διαφορετικές κοινωνικές και ηλικιακές κατηγορίες ανθρώπων μαζί με συλλογικότητες… Δεν υπάρχει μόνο η κραυγή του «φτάνει πια» αλλά και μια προσδοκία για ένα διαφορετικό μέλλον. Στόχος μας ήταν να δείξουμε πως εκτός από τη νεολαία που πρωτοστάτησε στις κινητοποιήσεις ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού αγκάλιασαν και κατά κάποιο τρόπο αποτέλεσαν κομμάτι του λόγου και των πολιτικών διεκδικήσεων του Δεκέμβρη.

* Μήπως πέρα από τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου υπάρχει κάτι ευρύτερο σε εξέλιξη στα σπλάχνα της ελληνικής κοινωνίας, και αυτό είναι το θέμα σας; Είχα την αίσθηση σε κάποιες στιγμές ότι η ταινία σας είναι «ανοιχτή», διευρύνει συνεχώς τα όρια της έρευνάς της, σαν να επιδιώκει να μην κλείσει με τα τελευταία πλάνα…

Από την αρχή προσπαθήσαμε να εστιάσουμε στα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν στην εξέγερση αλλά και στην παρακαταθήκη που άφησε. Έτσι η ταινία είναι λογικό να μην μπορεί να «κλείσει» εφόσον οι αιτίες που δημιούργησαν τον Δεκέμβρη παραμένουν και εντείνονται λόγω της οικονομικής κρίσης και των εξελίξεων… Κάτω από τα νέα δεδομένα η ομάδα συνεχίζει η δράση της. Η συνέχεια για μας είναι να προωθήσουμε την αυτοοργάνωση ενός δικτύου για την τεκμηρίωση των όσων συμβαίνουν και αυτό συνιστά και ένα ανοιχτό κάλεσμα για μια συνεργασία ατόμων και συλλογικοτήτων και σε άλλες πόλεις.

(Το ντοκιμαντέρ «Οργισμένος Δεκέμβρης» θα προβληθεί το Σάββατο 29 Μαΐου στις 8 μ.μ. στον κοινωνικό χώρο «Μικρόπολις» στη Θεσσαλονίκη, Βενιζέλου και Βασ. Ηρακλείου 18. Όποιες ομάδες ή συλλογικότητες θα ήθελαν να διοργανώσουν προβολή της ταινίας, μπορούν να έρθουν σε επαφή με τους δημιουργούς της μέσω του μπλογκ).

Σχολιάστε

Filed under συνεντεύξεις

«Πουλιά στο βάλτο» της Ιστορίας


«Είμουν η γυναίκα που φρόντιζε στο περιθώριο πάντα να σας εξυπηρετή και να τρέμη για τη ζωή σας. Σήμερα ξύπνησα…», διαβάζουμε σε μπροσούρα του ΕΑΜ Μαγνησίας, τον Αύγουστο του 1943. Πάνω από 1.740.000 Ελληνίδες οργανώθηκαν στην Εθνική Αλληλεγγύη, στην Ελλάδα των επτά εκατομμυρίων της εποχής εκείνης, και περισσότερες από 1.000.000 εντάχθηκαν στο ΕΑΜ. Πάνω από χίλιες βρέθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα, αμέτρητες είναι όσες βασανίστηκαν, βιάστηκαν, κακοποιήθηκαν…
H συμμετοχή της γυναίκας την περίοδο εκείνη, συμμετοχή εκπληκτική για τα δεδομένα της εποχής αλλά κυρίως ουσιαστική, παραμένει μέχρι σήμερα αφανής, ουσιαστικά αποσιωπημένη από την «επίσημη» Ιστορία, παρά τις μελέτες ιστορικών –γυναικών κυρίως. Η Αλίντα Δημητρίου, με την ταινία της «Πουλιά στο βάλτο» «αποκαθιστά» τη φωνή και το πρόσωπο των γυναικών της Aντίστασης, καθώς «καταθέτει» επώδυνες προφορικές μαρτυρίες… Εστιάζει στις μνήμες, τα βιώματα, τα τραύματα, σημάδια μιας στάσης ζωής των γυναικών, είτε επέζησαν είτε όχι: από την Ιουλία Μπίμπα, που μετέφερε τα εκρηκτικά στην ΕΣΠΟ για την ανατίναξή της, και η οποία πιάστηκε, βασανίστηκε άγρια και εκτελέστηκε από τους χιτλερικούς με τσεκούρι στη Γερμανία, μέχρι την Ελένη Σκαρπέτη που οδηγήθηκε από Έλληνες στο Γουδή και την τελευταία στιγμή διασώθηκε… Μια συγκλονιστική στιγμή στην ταινία είναι όταν η κάμερα ακολουθεί τις ηλικιωμένες αγωνίστριες με τα μπαστούνια τους να «επιστρέφουν», σήμερα, στον τόπο του βασανισμού τους από τους ταγματασφαλίτες στην οδό Ελπίδος, στην πλατεία Βικτωρίας. Είναι ένα στενό, πεζόδρομος σήμερα, που τότε ήταν αποκλεισμένο από την γύρω περιοχή, καθώς σχεδόν όλα τα σπίτια ήταν επιταγμένα ως χώροι ανάκρισης και βασανιστηρίων. Τα κτίρια έχουν μείνει απαράλλαχτα σχεδόν, στο πέρασμα του χρόνου. Οι ηλικιωμένες γυναίκες πλησιάζουν με κάποιο δισταγμό αλλά και περήφανες. Αναζητούν σημάδια της νεότητάς τους που κατατέθηκε εκεί, σαν όλες τις προσωπικές περιπτώσεις που «χωνεύονται» μέσα στη «μεγάλη» Ιστορία… Μια αναμνηστική πινακίδα που είχε τοποθετηθεί σε ένα από τα κτίρια αφαιρέθηκε από τους νέους ιδιοκτήτες του, από αδιαφορία ή γιατί θεωρούσαν ότι μειώνει τη δυνατότητα μεταπώλησης της περιουσίας τους…
Κ.Τ.


* Γιατί ο τίτλος «Πουλιά στο βάλτο»;

Ήταν ένας τρόπος να αποδώσω μεταφορικά την ταπείνωση που υπέστησαν οι γυναίκες αυτές οι οποίες τόλμησαν να νιώσουν τον άνεμο της Αντίστασης. Στάθηκαν πλάι στους άνδρες και αγωνίστηκαν για την ελευθερία της πατρίδας τους. Εκτελέστηκαν, βασανίστηκαν, νοσηλεύτηκαν σε ψυχιατρικές κλινικές, σκοτώθηκαν σε μάχες, ενώ άλλες πέρασαν τα καλύτερα χρόνια της ζωής τους σε φυλακές και εξορίες. Τα ψυχικά τους τραύματά είναι ακόμα φανερά. Μια γυναίκα μού είπε πως κάθε χρόνο, όταν κάνουν αναμνηστικές εκδρομές στους χώρους της εξορίας, βγάζει έρπη. Μια άλλη ότι έχει ακόμα θραύσματα στο πόδι της.
Άλλη είναι κουφή, άλλη με σπασμένη σιαγώνα. Εκείνο όμως που διαπιστώθηκε, και η πιο νέα του συνεργείου δεν μπορούσε να το κατανοήσει, είναι ότι η απειλή δεν έχει ξεπεραστεί… Μια από τις γυναίκες, όταν τελειώσαμε τη συζήτηση και το γύρισμα, με πλησιάζει και μου λέει σχεδόν συνωμοτικά: «Μη βάλεις τίποτα φοβερά πράγματα στην ταινία και βρούμε κάνα μπελά πάλι…». Παρ’ όλο που είναι έτοιμες ακόμα και σ’ αυτή την ηλικία να επαναλάβουν, αν χρειασθεί, τα ίδια…
Όταν τέλειωσε η ταινία πήρα μια δημοσιογράφο (την κόρη του μουσικοσυνθέτη Ξένου) να την ευχαριστήσω για το ενδιαφέρον που είχε επιδείξει για την ταινία, και η οποία μου είπε: «η τάδε (94 χρόνων) τώρα τελευταία δε μου φαίνεται και πολύ καλά. Δεν της κάνεις ένα τηλεφώνημα;» Κάνω το τηλεφώνημα και ακούω μια ξεψυχισμένη φωνή «τι, ποιος, α». Τελικά καταλαβαίνει. Της θυμίζω πόσα γέλια είχαμε κάνει στο γύρισμα, τι ωραία είχαμε περάσει και τότε, πιστέψτε με, αρχίζει να μου διηγείται ξανά, με φωνή που ήταν σάλπιγγα, γεγονότα εκείνης της εποχής από το δεύτερο αντάρτικο. Την άφησα γεμάτη ελπίδες και πίστη να συνεχίσει. Είναι δασκάλα από την εποχή του Μεταξά και έχει εκδώσει μέχρι σήμερα 5-6 βιβλία με μνήμες, φωτογραφίες και πληροφορίες και έχει τώρα άλλο ένα βιβλίο στο τυπογραφείο. Όπως μια άλλη που νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρική κλινική, μου είπε με ύφος ναζιάρικο: «γίνεται διαδήλωση χωρίς να πάω;» Είναι ακόμα όλες τους μάχιμες με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Καμιά, μα καμιά δεν κάθεται στα αβγά της. Και όταν μου έδιναν τις μνήμες τους ήταν σαν να μιλάγαμε και να σχολιάζαμε τη γιορτή, το πάρτυ, στο οποίο είχαμε βρεθεί την προηγούμενη μέρα. Και οι 40 μάρτυρες-γυναίκες, ηλικίας 80 χρόνων, τουλάχιστον σήμερα, ζωντάνεψαν τη μνήμη των στιγμών που σφράγισαν όλη τη ζωή τους, ξεχνώντας εντελώς ότι στο ενδιάμεσο υπήρχε μια κάμερα που τις κατέγραφε…

* Τι ακριβώς σημαίνουν για σας οι «ανώνυμες μαρτυρίες», μέσα στο κάδρο της «μεγάλης Ιστορίας»;

Το πρόβλημα είναι να αποκαλυφθεί ο ρόλος των κοινωνικών ομάδων «χωρίς φωνή», ο οποίος αγνοείται από την επίσημη γραπτή ιστορία. Ο νεότερος κλάδος της «προφορικής ιστορίας» ερευνά τις ζωντανές μαρτυρίες των μη επωνύμων, μαζί και τις βιωματικές εμπειρίες τους για να φωτίσει πληρέστερα το παρελθόν, και τις δυναμικές της ιστορίας οι οποίες δεν μπόρεσαν να πραγματοποιηθούν τελικά.

* Από το 1977 που γυρίσατε τους «Καρβουνιάρηδες», μέχρι σήμερα, τι σημαίνει για σας το ντοκιμαντέρ κυρία Δημητρίου? Δεν σας δελέασε ποτέ ο «κινηματογράφος με υπόθεση»;

Ντοκιμαντέρ για μένα σημαίνει η αναζήτηση του «Άλλου» πίσω από τη βιτρίνα της πραγματικότητας. Σημαίνει πολλά πράγματα, σημαίνει και στάση ζωής αν θέλετε. Τιμάω τους ανθρώπους, αγαπάω τους ανθρώπους, και όταν τους συναντάω, δένομαι μαζί τους. Σε κάθε ντοκιμαντέρ το μέλημά μου είναι οι σχέσεις που θα δημιουργήσω. Η ταινία θα περάσει, θα ξεχαστεί, αυτές οι ανθρώπινες επαφές θα μείνουν και είναι αυτές που με δικαιώνουν απέναντι στον εαυτό μου. Δεν χρησιμοποίησα ποτέ τους ανθρώπους σαν εργαλεία της δουλειάς μου. Κάτι τέτοιο μου είναι αποκρουστικό. Τι πάει να πει «τώρα κάνουμε δουλειά», όχι: «Τώρα έχουμε, πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα, ανθρώπους».
Ο κινηματογράφος με υπόθεση δεν με δελέασε ποτέ για πολλούς λόγους, και δεν νομίζω ότι είναι η κατάλληλη στιγμή για να τους απαριθμήσω… Φυσικά, λέγοντας κάτι τέτοιο το λέω γιατί συνδυάζω τις αντικειμενικές συνθήκες μιας παραγωγής με μια στάση ζωής. Νομίζουμε ότι έτσι δεν εκχωρούμε… Όλα όμως έχουν ένα τίμημα, τόσο για την προσωπική σου ζωή όσο και για τις σχέσεις σου με τους άλλους.

* Πόσα χρόνια δουλεύατε γι’ αυτή την ταινία με τη γυναικεία πλευρά της Αντίστασης και πώς την «τοποθετείτε» σε συνάρτηση με τις προηγούμενες δουλειές σας; Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάποιος κοινός παρονομαστής στη δουλειά σας τόσων χρόνων στο ντοκιμαντέρ…

Το υλικό που έχω στα χέρια μου είναι μεγάλης διάρκειας, διότι κάθε γυναίκα μιλάει και για το πριν και για το μετά την απελευθέρωση. Έπρεπε πρώτα αυτό το υλικό να ξεσκαρταριστεί και μετά να δομηθεί. Το αποτέλεσμα είναι δύο ταινίες, δύο μέρη: το πρώτο αφορά Κατοχή-Φυλακές (είναι το «Πουλιά στο βάλτο») ενώ το δεύτερο (θα γίνει μια άλλη ταινία, και είναι μονάχα δομημένο αυτή τη στιγμή) αναφέρεται στο δεύτερο Αντάρτικο και τις Εξορίες.
Χρειάστηκα τρία χρόνια. Εκείνο που μου φέρνει λύπη και αποφεύγω να το σκέπτομαι είναι ότι μέσα στα τρία αυτά χρόνια, όπου πραγματοποιήθηκε το γύρισμα και το μοντάζ της ταινίας, τέσσερις από τις σαράντα μάρτυρες που ξανάζησαν τη ζωή τους διηγώντας την στην κάμερα, δεν θα μπορέσουν να την ξαναζήσουν στην προβολή της ταινίας, γιατί έχουν πεθάνει.
Πώς την τοποθετώ σε συνάρτηση με προηγούμενες δουλειές μου; Ξέρω και εγώ; Αυτό είναι δουλειά άλλων.
Η δουλειά μου έχει πάντα άξονα, κοινό παρονομαστή, τον άνθρωπο και τη κοινωνικοπολιτική του διάσταση. Διαφορετικά δεν θα είχε και νόημα να κάνω κάτι, έστω και μια σταλιά. Άλλωστε αυτή η σταλιά δεν είναι που μας λείπει;

* Γεννημένη στα 1933, ανήκετε και εσείς στην ευρύτερη «γενιά της Αντίστασης», στην οποία και δίνετε φωνή με την ταινία σας. Τι σημαίνει για σας αυτό το ιδιαίτερο στοιχείο της «οικειότητας», το ότι είσαστε αντικειμενικά τόσο «κοντά» στις γυναίκες που βρίσκονται απέναντι από το φακό σας;

Αφενός το στοιχείο του σεβασμού και αφετέρου το στοιχείο του πάθους, που δεν έχει φθαρεί από τον χρόνο που μεσολάβησε. Λυπάμαι που δεν ήμουν επτά-οκτώ χρόνια μεγαλύτερη. Ζω σήμερα και μετράω μέσα από εκείνη την εποχή. Και μη με πείτε παλαιολιθική γιατί οι φίλοι μου, οι κολλητοί μου όπως λέγεται, είναι πάρα πολύ νέοι και σας διαβεβαιώ ότι τα καταφέρνω μια χαρά. Και για να επανέλθουμε στο ερώτημα, εκείνη η εποχή με έχει σημαδέψει με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνομαι απόλυτη.
Και εννοώ, βέβαια, μονάχα τους χιλιάδες ανώνυμους που έδωσαν τα πάντα και δεν ζήτησαν ποτέ τίποτα. Περνάνε πλάι μας, τους συναντάμε παντού, πορεύονται απλά, όπως απλά πορεύτηκαν άλλοι για το εκτελεστικό απόσπασμα.

* Τι κρατάτε εσείς προσωπικά από εκείνα τα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης;

Παρ’ όλο ότι ο πατέρας μου είχε συλληφθεί και τρεις φορές τον είχαν για εκτέλεση, θα απαντήσω με τα λόγια μιας γυναίκας: «γλέντι», και με μιας άλλης: «πανηγύρι». Παράλογο. Αλλά έτσι ήταν και έτσι θα είναι αν ξαναχρειασθεί (ελπίζω ποτέ πια).
Και μια μνήμη: έπειτα από μια μεγάλη περιπέτεια ο πατέρας μου κατέληξε στο Γουδή και από κει δραπέτευσε και πήγε στο σπίτι της γιαγιάς μου να κρυφτεί. Μας πήγε η μάνα να τον δούμε. Με έβαλε στα γόνατά του και μου τραγούδησε το «Βροντάει ο Όλυμπος». Ήμουνα δέκα χρονώ και έτσι απλά εγώ σφραγίστηκα για πάντα. Και κάτι άλλο: είχε μουστάκι, μη γελάτε, παραμένει πάντα σημαντικό για μένα το μουστάκι.

* Η ιστορική διαπίστωση είναι πως εκείνα τα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης έχουμε μια «έκρηξη» της γυναικείας παρουσίας στο προσκήνιο της νεοελληνικής κοινωνίας. Τι μένει να κρατήσουμε από τότε για τη σημερινή εποχή;

Την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, το πάθος και την πίστη στα ιδανικά του.
Άλλα στοιχεία που έχουν αναφερθεί τα θεωρώ επουσιώδη και για μένα τουλάχιστον προσβλητικά για το πνεύμα εκείνης της εποχής. Επίσης πρέπει να αναφερθεί ότι εκείνα τα χρόνια δόθηκε στη γυναίκα το δικαίωμα ψήφου, το οποίο μετά την απελευθέρωση της αφαιρέθηκε.

* Αντιλαμβάνομαι ότι δεν σας ενδιέφερε η «ανάλυση» (κοινωνικο-πολιτική, ιστορική ή οτιδήποτε άλλο) της εποχής εκείνης μέσα από την ταινία σας…

Αυτό είναι θέμα μιας άλλης ταινίας, ενός άλλου ντοκιμαντέρ. Εξάλλου υπάρχουν και θα υπάρξουν πολλές «αναλύσεις» ιστορικο-κοινωνικές-πολιτικές εκείνης της εποοχής από ιστορικούς και άλλους. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο που έχει επίσης μεγάλη αξία, η άμεση προσέγγιση. Ο Πασκάλ λέει: «εκτός από το μυαλό, υπάρχει και η καρδιά». Και είναι η καρδιά η κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Αυτοί που στήθηκαν στον τοίχο, εκείνη την τελευταία στιγμή, σας διαβεβαιώ, το ‘λεγε η καρδιά τους και όχι η λογική. Λογική υπάρχει στην καθημερινότητά μας. Πιστεύω πως η άμεση προσέγγιση αποδίδει τον συμπυκνωμένο ιστορικό χρόνο και την ιδιαίτερη ποιότητα των γεγονότων, η οποία οφείλεται στην ξεχωριστή στάση ζωής όσων συμμετείχαν…

* Περιγράψτε μας σας παρακαλώ με λίγα λόγια την περιπέτεια ενός Έλληνα ντοκιμαντερίστα που δεν δουλεύει για την τηλεόραση και δεν χρηματοδοτήθηκε από το Κέντρο Κινηματογράφου…

Δεν ξέρω τι τραβάνε οι άλλοι, εγώ είμαι σχεδόν, τι σχεδόν, απομονωμένη. Μπορώ πάντως να σας πω για το άτομό μου Υπήρξα σκανδαλωδώς τυχερή γιατί στήθηκε ένα γλέντι μέσα από την ταινία. Δούλεψαν όλοι με κέφι σαν «ερασιτέχνες» και όχι σαν «επαγγελματίες». Και βέβαια χωρίς να πάρει χρήματα κανείς. Λες και είχαμε περάσει από την Αντίσταση: «με μια ψυχή, με μια πίστη σ’ αυτό που φτιάχναμε». Μέχρι αυτή την ώρα που η ταινία πάει στο Φεστιβάλ δεν μας έχει δοθεί ούτε ένα ευρώ.
Τα δύσκολα αρχίζουν τώρα που πρέπει να γίνει μεταφορά σε φιλμ 35 χιλιοστών για να συμμετάσχει η ταινία στα κρατικά βραβεία, και δεν ξέρω πού να βρω δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ. Μπορεί να ληστέψω καμιά τράπεζα. Γιατί όχι;
(Το ντοκιμαντέρ «Πουλιά στο βάλτο» της Αλίντας Δημητρίου προβάλλεται στο 10ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης την Τετάρτη 12 Μαρτίου στην αίθουσα «Παύλος Ζάννας» στις 6 μ.μ. και στις 14 Μαρτίου στην αίθουσα «Φρίντα Λιάππα» στο λιμάνι στις 2.30 μ.μ.).

1 σχόλιο

Filed under συνεντεύξεις