Όνειρο, σουρεαλισμός και υπέρβαση: το μέγιστο μάθημα του Λουίς Μπουνιουέλ

charme-discret-de-la-bou-ii15-g22_high
«Η διακριτική γοητεία της μπουρζουαζίας»

«Ο Μπουνιουέλ είναι και Ισπανός: βαθύς, απελπισμένος», γράφει κάπου ο Άδωνις Κύρου. Διανοούμενος και ποιητής μοναδικής ευαισθησίας, βασανισμένος από τον ιησουτισμό, και σε διαρκή πόλεμο με την κοινωνική υποκρισία, ο Μπουνιουέλ είδε στη σύγκρουση του σουρεαλισμού με την αστική τάξη ένα ηθικό αίτημα: την απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά της λογικής, του κράτους, της θρησκείας, της οικογένειας και του εθνικισμού. Ο Μπουνιουέλ δεν ξέχασε ποτέ ένα ουσιώδες μάθημα των σουρεαλιστών, την υπονόμευση και τελικά την υπέρβαση της διχοτομίας πραγματικότητα/όνειρο. «Η διακριτική γοητεία της μπουρζουαζίας» είναι ίσως η ταινία όπου αυτή η υπέρβαση πραγματοποιείται κατά τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο.

Τα πρόσωπα του έργου: μια παρέα έξι αστών, ο κύριος και η κυρία Σενεσάλ, ο κύριος και η κυρία Τεβενώ, η αδελφή της, και ο πρεσβευτής μιας φανταστικής λατινοαμερικάνικης μπανανίας, της Δημοκρατίας της Μιράντα, ο Ντον Ραφαέλ. Από κοντά και ένα έβδομο πρόσωπο, ο επίσκοπος που φιλοδοξεί να διαδραματίσει ρόλο υπηρετικού προσωπικού…

“Η διακριτική γοητεία της μπουρζουαζίας” είναι η εξιστόρηση τεσσάρων γευμάτων της παρέας που αναβάλλονται, υπονομεύονται από το τυχαίο, το θάνατο, το παράλογο, ακυρώνονται, βρίσκονται καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας σε μια παρατεταμένη εκκρεμότητα – θα έλεγε κανείς ότι ελλοχεύει ένας πειθαναγκασμός ψυχαναλυτικού τύπου.

H πρώτη συνάντηση για φαγητό αποτυγχάνει καθώς οι προσκεκλημένοι καταφθάνουν μια μέρα νωρίτερα στους Σενεσάλ˙ καμιά ετοιμασία δεν έχει γίνει. Στο εξοχικό εστιατόριο όπου καταλήγουν, τους περιμένει το πτώμα του ιδιοκτήτη: Όπου δεν αρκεί το τυχαίο, παραμονεύει ο θάνατος. Στην προγραμματισμένη “επανάληψη” του γεύματος οι Σενεσάλ καταλαμβάνονται από σεξουαλική μανία, πηδούν από το παράθυρο στον κήπο για να “γλυτώσουν” από τους καλεσμένους τους. Εδώ, το λιβιδινικό ορμέμφυτο θέτει σε κίνηση μια αστυνομικού τύπου υπο-αφήγηση. Οι αστοί το βάζουν στα πόδια, από τον φόβο της αστυνομίας. Τι φοβούνται όμως;

Το ένοχο μυστικό της ομάδας εδράζεται, για να μιλήσουμε με κοινωνιολογικούς όρους, στις υλικές προϋποθέσεις της ύπαρξής της και της διατήρησης του τρόπου ζωής της (1).

Το λαθρεμπόριο ηρωίνης μέσα από τον διπλωματικό σάκο του πρεσβευτή είναι που τροφοδοτεί και κατοχυρώνει τη γοητεία της μπουρζουαζίας. Γοητεία διακριτική, υποβλητική ωστόσο, δεσμευτική, και ενίοτε θανατηφόρα.

Ο Μπουνιουέλ δανείζεται και χρησιμοποιεί με έξοχο τρόπο, ένα από τα πιο ισχυρά όπλα των αστών: την ειρωνεία, διακινδυνεύοντας (και κερδίζοντας) ανά πάσα στιγμή μια ισορροπία ανάμεσα στον νατουραλισμό, το γελοίο και το παράλογο (2).

Το τρίτο γεύμα διακόπτεται όταν ένα στρατιωτικό απόσπασμα εισβάλλει στη βίλα: οι προγραμματισμένες ασκήσεις άρχισαν μια μέρα νωρίτερα…Οι αξιωματικοί που καπνίζουν μαριχουάνα γίνονται αποδεκτοί χωρίς ιδιαίτερη έκπληξη, βρίσκονται στα όρια του comme il faut, όμως η ιστορική αναφορά στους στρατιώτες του Βερντέν, που στέλνονταν στην πρώτη γραμμή υποχρεωτικά μεθυσμένοι και έχοντας πίσω τους τα πολυβόλα της Χωροφυλακής, αποκρούεται με οργή. Όχι, αυτό είναι απαράδεκτο: όντως, η Ιστορία (με κεφαλαίο) είναι κεφαλαιοποιημένο ιδεολογικό αγαθό, ενώ η μικρή μας ιστορία (αυτό-που-ζούμε-τώρα) μπορεί να περιμένει. Φαίνεται πως τίποτε δεν διακυβεύεται αυτή τη στιγμή… Όπως σημειώνει και ο Παύλος Ζάννας «η μπουρζουαζία φλυαρεί… προσπαθεί να μείνει έξω από την Ιστορία…»(3).

Έξω από την Ιστορία, και για τον Μπουνιουέλ ακόμη παραπέρα: στη μέση του πουθενά. Οι πιο αινιγματικές στιγμές της ταινίας είναι εκείνες όπου η παρέα των αστών εμφανίζεται να προχωρά σ’ έναν έρημο δρόμο, “έξω” από την αφήγηση και τις αστικές συμβάσεις… Ο ίδιος ο Μπουνιουέλ αρνείται κατηγορηματικά ότι αυτές οι σκηνές περιέχουν κάποιο “μήνυμα” (4). Ίσως εκφράζουν απλώς μια διάθεση του σκηνοθέτη να υπαινιχθεί ότι οι χαρακτήρες του μπορούν να υπάρξουν και πέρα από το “οχυρωμένο”, αλλά και φθαρμένο περιβάλλον τους.

Το τέταρτο γεύμα καταστρέφεται ως φιλμικό-αφηγηματικό γεγονός καθώς η αστυνομία εισβάλλει και συλλαμβάνει τους πάντες… Ο επίσκοπος-κηπουρός απουσιάζει: έχει προστρέξει να εξομολογήσει έναν ετοιμοθάνατο (ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: καθώς οι υλικές προϋποθέσεις της ζωής του επισκόπου, σύμφωνα με το αφηγηματικό status δεν προσδιορίζονται από το λαθρεμπόριο των ναρκωτικών, έχει διεκδικήσει -και έχει καταλάβει- παράλληλα με τα ιερατικά του καθήκοντα και θέση υπηρετικού προσωπικού των αστών…). Ο ετοιμοθάνατος τού εξομολογείται πως είναι ο δολοφόνος των γονιών του (του επισκόπου) και εκείνος, αφού πρώτα του δώσει τη χριστιανική άφεση αμαρτιών, θα τον εκτελέσει στη συνέχεια με ένα δίκαννο. Κυκλικό σχήμα μέσα στον χρόνο: o “ιστορικός» δολοφόνος ήταν κι εκείνος κηπουρός. Η ιστορία, η αμαρτία, επαναλαμβάνεται. Ο “αίρων τας αμαρτίας” μόνο ως τέχνασμα εντάσσεται στη δραματουργία του Μπουνιουέλ.

Eάν όμως ο αφηγηματικός καμβάς των ακυρωμένων γευμάτων οργανώνει το πρώτο επίπεδο της αφήγησης (μαζί με συνεκδοχικά επεισόδια, όπως π.χ. εκείνο της τσαγερίας, όπου όλα τα προσφερόμενα είδη έχουν εξαντληθεί), ο Μπουνιουέλ φροντίζει περισσότερο το δεύτερο επίπεδο της αφήγησης, που τέμνεται με το πρώτο σε κρίσιμες στιγμές: Πρόκειται φυσικά για τα όνειρα των κάθε λογής «ηρώων», όνειρα που εισάγονται αβίαστα, λειτουργούν όμως εντέλει εξόχως υπονομευτικά.

Μια εύκολη, “πρόχειρη” απορία: η μπουρζουαζία ονειρεύεται, ή βλέπει εφιάλτες; Την απάντηση την είχε δώσει ο Ντον Λοπέζ στην «Τριστάνα»: “Ακόμα κι αν είναι εφιάλτης, είναι καλό να ονειρεύεσαι…”

Υπάρχει αναμφισβήτητα μια κλιμάκωση στον χειρισμό του ονειρικού στοιχείου: Αρχικά έχουμε ονειρικά στοιχεία μέσα σε διήγηση (τη διήγηση του υπολοχαγού για την παιδική του ηλικία, στην τσαγερία), έπειτα την αφήγηση-όνειρο του λοχία για τον κόσμο των νεκρών (το σκηνικό θυμίζει πίνακες του Πωλ Ντελβώ) και στη συνέχεια ένα όνειρο μέσα στο όνειρο! Πράγματι, ο Τεβενώ ονειρεύεται τον Σενεσάλ να ονειρεύεται το δείπνο-θεατρική παράσταση, και κατόπιν για λογαριασμό του μια άλλη εκδοχή, εξίσου καταστροφική για την καθεστηκυία τάξη: ο Ντον Ραφαέλ εκτελεί τον συνταγματάρχη για την “τιμή” της Δημοκρατίας της Μιράντα… Και το αποκορύφωμα έρχεται στην τελική σεκάνς, όπου τα όρια ρεαλιστικής αφήγησης και ονείρου φαίνεται να έχουν πλήρως καταλυθεί: Ενώ παρακολουθούμε τους αστούς να απολαμβάνουν (επιτέλους!) το φαγητό τους, ο Μπουνιουέλ μάς αιφνιδιάζει με το ξύπνημα του Ντον Ραφαέλ: τίποτε δεν μας απαγορεύει να θεωρήσουμε ότι ολόκληρη η ταινία ήταν ένα δικό του όνειρο…Τότε, και μόνον τότε θα κατορθώσει να κορέσει την κατ’ επανάληψη, σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, ανικανοποίητη επιθυμία του για φαγητό: απλώς ανοίγει το ψυγείο του και τρώει, απογυμνωμένος, “απελευθερωμένος” ίσως, από το τελετουργικό της αστικής τάξης.

Όπως εύστοχα έχει παρατηρήσει ο Ρόμπιν Γουντ (5), οι εμβόλιμες αφηγήσεις της ταινίας έχουν να κάνουν με τη σχέση πατέρα-γιου, θέτουν στο κέντρο τους μια μορφή-σύμβολο της πατριαρχικής εξουσίας, η οποία αμφισβητείται, απειλείται θανάσιμα. Ο άντρας-πατέρας είναι φορέας μιας εξουσίας αδυσώπητης, βάρβαρης, ματοβαμμένης, ενώ την ίδια στιγμή η γυναίκα-μητέρα αναζητείται ως πηγή ανακούφισης, παρηγοριάς. Επιπλέον όλα τα όνειρα είναι όνειρα αντρών και η πρώτη ύλη τους προέρχεται από την αποδόμηση του πατριαρχικού μοντέλου. Οι γυναίκες δεν είναι φορείς εξουσίας, δεν κατατρύχονται από το άγχος της απώλειάς της και γι’ αυτό μένουν διακριτικά στο περιθώριο….

“H διακριτική γοητεία της μπουρζουαζίας’’ αναπάντεχα είχε εντυπωσιακή απήχηση στις αμερικανικές αίθουσες τον χειμώνα του 1972-73 και η κατάληξη, στις 28 Μαρτίου 1973, ήταν η απονομή του Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Είχαν προηγηθεί αλλεπάλληλες προσκλήσεις για τον Μπουνιουέλ σε γεύματα που διοργάνωναν σκηνοθέτες και παράγοντες της αμερικανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας. Πολλά από αυτά τα γεύματα είχαν αναβληθεί ή ματαιώθηκαν τελικά, καθώς ο Μπουνιουέλ τα απέφευγε, με πρόσχημα κάποια προβλήματα υγείας του. Και ο βιογράφος του, Francisco Aranda, μπαίνει στον πειρασμό να σημειώσει πως η πραγματικότητα έμοιαζε να αντιγράφει την ταινία… (6).

Σημειώσεις

(1) “Και αν οι ναρκομανείς δεν προκαλούν το ενδιαφέρον, δεν ισχύει το ίδιο και γι’ αυτούς που εμπορεύονται τα ναρκωτικά: το να γίνεις έμπορος ναρκωτικών σημαίνει ότι εκμεταλλεύεσαι σκανδαλωδώς αλλά και κατά ‘ιδεώδη’ τρόπο μια συγκεκριμένη, υπαρκτή αγορά. Κατά κάποιον τρόπο είναι το μέσον που ονειρεύεται κανείς προκειμένου να αποκτήσει τον πλούτο που θα του επιτρέψει να διατηρήσει τον ρόλο του αστού…” Frederic Vitoux, “Le charme discret de la bourgeoisie: Un chef d’œuvre feroce et serein” “Positif” Iανουάριος 1973, σελ. 14. Αντίθετα, ο David Cook βλέπει μόνο έναν «αστεϊσμό» του Μπουνιουέλ, μια και ο Φερνάντο Ρέυ είχε υποδυθεί τον προηγούμενο χρόνο έναν παρόμοιο ρόλο στον «Άνθρωπο από τη Γαλλία» του Ουίλιαμ Φρίντκιν. “A History of Narrative Film”, 1990, σελ. 664.

(2) Jonathan Rosenbaum, “Interruption as Style: Bunuel’s Le Charme discret de la bourgoisie” στο “Sight and Sound”, χειμώνας 1972-73.

(3) Παύλος Ζάννας, “Το μάτι και το δίκαννο” , περ. “Η Συνέχεια” τ. 1, σελ. 33, Μάρτιος 1973

(4) “Conversations avec Luis Bunuel”, Tomás Pérez Turrent, José de la Colina, ed. “Cahiers du Cinéma” 1993, σελ. 215

(5) The International Dictionary of films and filmmakers, vol. 1, St James Press, 1984, σελ. 84.

(6) Francisco Aranda, “Luis Bunuel, A Critical Biography” Da Capo Press, 1976, σελ. 248.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under film reviews

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s