Ελληνικό σινεμά: Ένας κινηματογράφος που φοβάται τις αφηγήσεις για την εποχή μας

Τρεις (!) ελληνικές ταινίες βγήκαν ταυτόχρονα στις αίθουσες αυτή την εβδομάδα, ενώ ακολουθούν την ερχόμενη Πέμπτη οι “Σκλάβοι στα δεσμά τους”, κινηματογραφική διασκευή του γνωστού μυθιστορήματος του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, σε σκηνοθεσία Τώνη Λυκουρέση, ταινία “φορτωμένη” με δέκα κρατικά βραβεία ποιότητας. Στην “τριάδα” των νέων ελληνικών ταινιών αυτής της εβδομάδας ξεχωρίζουν απλώς οι ανορθόδοξες “Μικρές ελευθερίες” του Κώστα Ζάπα, μια σεβαστή αλλά ανολοκλήρωτη απόπειρα που προσθέτει στο «ειδικό βάρος» της ανερχόμενης ελληνικής αβανγκάρντ: Χαρακτήρες στην “κόψη” του ρεαλισμού και της υπέρβασής του, με δάνεια από το ”θέατρο της σκληρότητας”. Δυο αδέρφια-κουρέλια, κορίτσι και αγόρι, κι ένας πατέρας-αφέντης που εμπορεύεται μετανάστες και νεαρές πόρνες από τις Βαλκανικές χώρες και δεν θα διστάσει να εκπορνεύσει και την ανήλικη κόρη του… Ιλιγγιώδης συμπύκνωση για την καταγγελία μιας ολόκληρης κοινωνίας, λόγος παραληρηματικός, σώματα που υποφέρουν, η επιθυμία σαν βαθιά πληγή, “εικαστική” αναζήτηση, κάμερα στο χέρι. Σινεμά σαν καμένο νεγκατίφ, δυσβάσταχτο και απωθητικό για τους περισσότερους. Είχα αναφερθεί πριν από λίγους μήνες στην εντυπωσιακή πολυδιάσπαση που εμφανίζεται πια ξεκάθαρα στις αναζητήσεις των Ελλήνων σκηνοθετών, ως υπέρβαση του “αγγελοπουλισμού” της δεκαετίας του `80… Όμως, εκείνη η άγονη περίοδος στείρου μιμητισμού του μεγάλου σκηνοθέτη παρείχε έστω έναν υποτυπώδη “άξονα”, έναν αμφισβητούμενο αλλά πάντως στοιχειώδη κώδικα, όχι τόσο αισθητικής όσο απλής συνεννόησης, που υπηρετούσε τις αναζητήσεις των Ελλήνων κινηματογραφιστών. Σήμερα πια που πολλοί δεν διστάζουν να εκφράσουν την ανακούφισή τους που αυτή η περίοδος έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, μόνο η λέξη “αλαλούμ” μπορεί πλέον να περιγράψει το ανεμοδαρμένο ταξίδι των ελληνικών κινηματογραφικών εγχειρημάτων, και συνακόλουθα τη μοναξιά που βιώνουν οι Έλληνες σκηνοθέτες προετοιμάζοντας ή ολοκληρώνοντας μια ταινία. Πώς μπορούν να «συνυπάρξουν» έστω στο πλαίσιο ενός προγράμματος κοινής προβολής π.χ. «Ο Αρσιβαρίστας και ο Αγγελος» της Ελένης Αλεξανδράκη με τον ανεκδιήγητο αλλά πάντως cult «Γιο του Τσάρλυ» του Κάρολου Ζωναρά, οι «Τρεις στιγμές» του Πέτρου Σεβαστίκογλου με το ασυνάρτητο «ερωτικό θρίλερ» «Deep end» του Θανάση Αντωνίου; Η σύγχρονη ελληνική κινηματογραφική μυθοπλασία δυσκολεύεται αφάνταστα να συμπορευτεί με τα όσα συμβαίνουν στην εποχή μας, να επαναδιατυπώσει με κινηματογραφικούς όρους σύγχρονες αφηγήσεις που «τρέχουν» δίπλα μας στην ούτως ή άλλως κατακερματισμένη κοινωνία μας. Γι΄ αυτό αναζητεί την «επιστροφή» σε αφηγήσεις του παρελθόντος, σε λογοτεχνικά μοντέλα άλλων εποχών, ή δανείζεται αφηγηματικές φόρμες από άλλες κινηματογραφίες. Αντίθετα από τη μυθοπλασία πάντως, το ελληνικό ντοκιμαντέρ εμφανίζεται πιο ανήσυχο στις αναζητήσεις του και σχετικά πιο ευέλικτο στην υιοθέτηση μιας «διαφορετικής» γλώσσας. Οι ευδιάκριτες αντιφάσεις του “σώματος” της ελληνικής παραγωγής, οι διαφορετικές καταβολές των ταινιών μεταφέρουν αυτή τη σύγχυση στο “σώμα” των θεατών, στο επίσης διασπασμένο σε κινηματογραφικές “φυλές” κοινό… Ταυτόχρονα, αυτή η πολυδιάσπαση φαίνεται να ενθαρρύνει έναν διάχυτο συντηρητισμό, τόσο στα «κέντρα αποφάσεων» -η τελευταία περίπτωση, της «Στρέλλας» του Πάνου Κούτρα είναι χαρακτηριστική, ενώ είχαν προηγηθεί Φάγκρας («Πες στη Μορφίνη»), Οικονομίδης, Αναστόπουλος, Αβρανάς- όσο και στο πολυσυζητημένο «μεγάλο κοινό», που έχει διδαχτεί πια να αναζητεί κατά προτεραιότητα την κωμωδία, κάθε είδους και προέλευσης: Μια ματιά στα εισιτήρια θα μας πείσει… Την “κούρσα” στις ελληνικές ταινίες οδηγεί μέχρι στιγμής με 400.000 εισιτήρια η κωμωδία “Bank bang” του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου με τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο να ξεδιπλώνει το ταλέντο του, και ακολουθεί μια ακόμα κωμωδία, που έρχεται από τη… μετεμφυλιακή Ελλάδα, “Ο Ηλίας του 16ου”, του Νίκου Ζαπατίνα με τον Πέτρο Φιλιππίδη, με 275.000 εισιτήρια. Αγγελόπουλος και Γαβράς, οι εκπρόσωποι του “άλλου” κινηματογράφου κινούνται μέχρι στιγμής στα επίπεδα των 25.000-30.000 εισιτηρίων. Η σύγχρονη ελληνική κωμωδία βασίζεται περισσότερο απ` όσο θα έπρεπε στον ηθοποιό-γητευτή: το σενάριο, η αναζήτηση του κωμικού στοιχείου στην πλοκή φαντάζει ακόμη δευτερεύουσα ανάγκη… Θα μου πείτε, το ίδιο δεν ίσχυε και παλιά, στον πρώτο “Ηλία του 16ου”, που κυριαρχείται από τον δημιουργικό αυτοσχεδιασμό του Χατζηχρήστου; Σε μεγάλο βαθμό ναι, όμως σήμερα η ισορροπία στον «δεύτερο» «Ηλία» είναι προβληματική, έχεις την αίσθηση πως παρακολουθείς μια επώδυνη επέμβαση πλαστικής χειρουργικής… Στο αρχικό έργο υπάρχουν πάμπολλες αναφορές στη δεκαετία του ’50 που σήμερα μένουν μετέωρες, παρά τον μερικό “εκσυγχρονισμό” της υπόθεσης. Ενδεικτικά, η “υπηρέτρια από το χωριό” ήταν απολύτως αναγνωρίσιμη κατάσταση στην Αθήνα του ’50, στα αστικά σπίτια. Σήμερα, μια τολμηρή διασκευή θα έπρεπε να μιλήσει για τη Φιλιππινέζα ή τη Βουλγάρα υπηρέτρια, με τις δεσμευτικές (καταλυτικές θα έλεγα) συνέπειες αυτής της επιλογής. Αλλά και στις δύο σημαντικές ταινίες των Αγγελόπουλου -Γαβρά οι διαφορές μεταξύ τους είναι αξιοσημείωτες, πέρα από το ιδεολογικό-αισθητικό μέρος: Ο Αγγελόπουλος “βγαίνει” από τα ελληνικά σύνορα για μια διεθνή, ουσιαστικά ευρωπαϊκή ταινία, έχει ανάγκη την εξωστρέφεια της παραγωγής του, ενώ ο Γαβράς “έρχεται” στην πατρίδα του από τη Γαλλία, αποτολμά μια προσέγγιση (άτεχνη σε κάποια σημεία) που εμπεριέχει ανομολόγητες προσωπικές ευαισθησίες… Κινείται με “αφαίρεση” από τη μάζα των προσφύγων-μεταναστών που αρχικά φαίνεται να είναι το θέμα του, φτάνοντας γρήγορα στον “έναν” που θα σηκώσει το βάρος ολόκληρης της ταινίας. Από την άλλη, ο Αγγελόπουλος στη “Σκόνη του χρόνου” φαίνεται να εγκαταλείπει πλέον οριστικά τη «δύναμη της Ιστορίας» που κινεί τα πάντα, στοιχείο που απέτρεπε τον θεατή να “αναγνωρίσει” ολοκληρωμένους χαρακτήρες… Του αναγνωρίζουμε το θάρρος να αναμετρηθεί με τα φαντάσματα του σταλινισμού, όμως το “πλέγμα” της μεγάλης Ιστορίας, που κάποτε στον “Θίασο” δεν εμπόδιζε τον σκηνοθέτη να κινεί σε αυτό τα πρόσωπά του με τη σιγουριά ενός μαέστρου που γνωρίζει το “τέλος” της παρτιτούρας, εδώ αυτό το ίδιο πλέγμα μοιάζει περισσότερο μ` ένα δίχτυ που έχει παγιδεύσει αθώες ψυχές -και μάλιστα με άσπρα μαλλιά, κάτω από το συντριπτικό βάρος του ιστορικού χρόνου, μέσα στην τερατώδη ουτοπία της “χαμένης επανάστασης”… Τέλος, πέρα από την καλλιτεχνική-σκηνοθετική αξία των ελληνικών ταινιών υπάρχει μία παράμετρος που αφορά το οικονομικό πλαίσιο και μέχρι στιγμής δεν έχει αξιολογηθεί επαρκώς από τους όποιους «υπεύθυνους»: Εννοούμε τις σαφείς ενδείξεις μιας εντεινόμενης καθετοποίησης της δραστηριότητας στον κινηματογραφικό χώρο. Οι κυρίαρχες εταιρείες του οπτικοακουστικού τομέα προχωρούν, ελλείψει θεσμικού ρυθμιστικού πλαισίου, στην παγίωση του μοντέλου «παράγω – διανέμω – προβάλλω»: την ταινία που έχει προέλθει από έναν ελεγχόμενο «βραχίονα παραγωγής», στις δικές μου αίθουσες, μέσα από το δικό μου δίκτυο… Η πολιτεία, διά του νέου υπουργού Πολιτισμού, έχει κάποια ουσιαστική πρόταση επιτέλους για τον κινηματογράφο μας;

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under film reviews

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s