Νοεμβρίου 18, 2008

Φεστιβάλ χωρίς (ευχάριστες) εκπλήξεις στις αίθουσες

From Festival Thessalonikis

Ψιλόβροχο και καταχνιά στον ουρανό της Θεσσαλονίκης, αλλά το αδιαχώρητο στο masterclass του Ολιβερ Στόουν, όπως και στη χθεσινή συναυλία του Εμίρ Κουστουρίτσα. Ο Ολιβερ Στόουν προσπάθησε (χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία) να δικαιολογήσει τις αντιφάσεις του έργου του και την “σοφτ” προσέγγιση στον Τζορτζ Μπους στο “W.”. “Μη φέρνετε τις ιδεολογικές σας αποσκευές σε αυτή την ταινία, ελάτε να δείτε τον άνθρωπο (…). Ο Μπους ήθελε να γράψει Ιστορία, άλλαξε την Αμερική με καταλυτικό τρόπο, κάνοντας ακραίες επιλογές, σαν τους αρχαίους τυράννους… Στα 40 του ήταν αλήτης, δεν είχε δουλειά, έπινε, ζούσε στη σκιά του πατέρα του”, πρόσθεσε, προκειμένου να αιτιολογήσει την επιλογή του να “ερμηνεύσει” κινηματογραφικά τη ζωή του Μπους.

Εχουν περάσει σχεδόν δέκα χρόνια από την τελευταία κινηματογραφική απόπειρα του Πέτρου Σεβαστίκογλου, τον γυρισμένο στην Οδησσό και με περιπέτειες μέχρι να αποκτήσει “ελληνική ιθαγένεια” “Ανεμο στην πόλη”. Τώρα, με τις “Τρεις στιγμές”, δεύτερη μόλις ταινία του στα 48 του χρόνια, συμμετέχει και στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα της φετινής διοργάνωσης (δεύτερη ελληνική παρουσία μετά το “Without” του Αλέξανδρου Αβρανά). Αξιόλογες προθέσεις, όμως το αποτέλεσμα χάνεται σε μια σεναριακή “ρευστότητα” και στην ανεπαρκή δόμηση του δραματουργικού υλικού. Τρία ζευγάρια, το καθένα σε διαφορετικό στάδιο του χρόνου, συνυπάρχουν σε έναν “αφαιρετικό”, ονειρικό χώρο: τρεις “στιγμές” συναισθηματικής ηλικίας, τρεις εποχές με τη μία να αντικρίζει την άλλη αμήχανα. Είναι το “τώρα” που αντικρίζει το “τότε”, το “ύψος” της συναισθηματικής κορύφωσης που συνδιαλέγεται με το ευφρόσυνο, το ευτελές και το γελοίο; Η Ρούλα Πατεράκη είναι η “ηλικιωμένη” γυναίκα (σε ρεσιτάλ ερμηνείας, ξεχωρίζει σαφέστατα), ζευγάρι με τον Γιώργο Διαλεγμένο, δίπλα σε νεότερους ηθοποιούς. Πιο ισχυρές, πιο επεξεργασμένες σεναριακά και “φωτισμένες” σκηνοθετικά οι γυναικείες παρουσίες, με εμψύχωση από τις Ευγενία Δημητροπούλου, Δήμητρα Λαρεντζάκη. Κρίμα που ένας σκηνοθέτης με φανερή γνώση της γραμματικής του κινηματογράφου αυτοϋπονομεύεται από την ελλιπή στόχευση και χάνεται στην ασάφεια και το φευγαλέο των συναισθημάτων.

Στις “Ημέρες Ανεξαρτησίας” είδαμε την ενδιαφέρουσα σουηδική παραγωγή “Ασε το κακό να μπει”, του Τόμας Αλφρεντσον: Ενα δωδεκάχρονο αγόρι που κακοποιείται από τους συμμαθητές του στο σχολείο θα γνωρίσει ένα κορίτσι-βρικόλακα στη χιονισμένη αυλή του και θα το ερωτευτεί… Ψυχρή, κλινική ματιά μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής κοινωνίας, διανθισμένη με ισοπεδωτικό σκανδιναβικό χιούμορ, όπου η κοινωνική προβληματική ανάγεται (και “επιλύεται” εν μέρει από αυτήν) στη δράση των βρικολάκων και τη συστηματική… αφαίμαξη των υπολοίπων.

Τον “θεσμικό αναμορφωτή” του ελληνικού κινηματογράφου στη δεκαετία του `80, τον χαλκέντερο Μάνο Ζαχαρία, τίμησε προχθές το βράδυ το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. «Ο Μάνος που όλοι ξέρουμε είναι ένας βαθιά ηθικός άνθρωπος και δημιουργός. Θελήσαμε να γνωρίσουμε φέτος στο ευρύτερο κοινό μας το πλήρες έργο του, ένα έργο με ρίζες ελληνικές και ιδέες οικουμενικές”, είπε χαρακτηριστικά η Δέσποινα Μουζάκη.

Ο Γιώργος Μπράμος, επιμελητής της έκδοσης του Φεστιβάλ για το έργο του Μάνου Ζαχαρία, τόνισε στη συνέντευξη τύπου πως “πρέπει να γνωρίσουμε τη δημιουργική πλευρά του σκηνοθέτη, η οποία ξεκινά από την Εθνική Αντίσταση και εκφράζεται με μία σειρά ταινιών που φτιάχτηκαν στη Σοβιετική Ένωση και καθόρισαν τη γενιά του. Στις ταινίες του ο Μάνος Ζαχαρίας δεν αναπαριστά την Ελλάδα, την έχει μέσα του», ανέφερε εμφατικά ο Γιώργος Μπράμος.
Παίρνοντας το λόγο ο Μάνος Ζαχαρίας εξήγησε ότι 4 (από τις συνολικά 11 ταινίες του) προβάλλονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα χάρη στη προσπάθεια της Δέσποινας Μουζάκη που τις ανακάλυψε και τις έφερε από τη Μόσχα. Πρόκειται για τις ταινίες “Πρωινό δρομολόγιο”, “Νυχτερινός επιβάτης”, “Είμαι φαντάρος”, “Μητέρα” και “Η πόλη της πρώτης αγάπης”.
Το βράδυ, για τον Μάνο Ζαχαρία μίλησε ο σκηνοθέτης και στενός φίλος του, Φώτος Λαμπρινός, που εμφανώς συγκινημένος επισήμανε: «Νιώθω ότι με τον Μάνο με συνδέει πλέον συγγένεια εξ αίματος… Γνωριζόμαστε από τον Οκτώβριο του 1964, όταν είχα πάει για σπουδές στη Μόσχα. Κατά την παραμονή μου εκεί, περνούσα τις περισσότερες ώρες της ημέρας στο σπίτι του και το κύριο θέμα συζήτησης είχε να κάνει με τις ανησυχίες μας για την πορεία της Σοβιετικής Ένωσης. Από τότε φαίνονταν τα προβλήματα… Μέσα από τις συζητήσεις αυτές, ο Μάνος μου φανέρωνε άλλες διαστάσεις στο ζήτημα, όχι τόσο πολιτικές, όσο ηθικές. Αυτό το στοιχείο χαρακτηρίζει και το έργο του. Παρότι από τα νιάτα του ήταν στρατευμένος στην Αριστερά, στις ταινίες του επεξεργάζεται και θέτει ως θέμα την ηθική αφετηρία των πράξεων».

Νοεμβρίου 8, 2008

Οι Τούρκοι εισβάλλουν στη Θεσσαλονίκη!

SUT “Γάλα”, του Σεμίχ Καπλάνογλου

Αν κάποτε στην Ελλάδα ο τουρκικός κινηματογράφος ταυτιζόταν με τα λαϊκά δράματα της Χούλια Κότσγιγιτ ή λίγο αργότερα με το κοινωνικό σινεμά του Γιλμάζ Γκιουνέϊ, τις τελευταίες δεκαετίες ανακαλύψαμε, έστω “κατ` εξαίρεση”, το πρόσωπο του σύγχρονου τουρκικού κινηματογράφου, μέσα από τις ταινίες του Μπιλγκέ Τζεϊλαν, του Ντερβίς Ζαϊμ, της Γεσίμ Ουστάογλου. Το τουρκικό σινεμά, που στα 1972 είχε φτάσει στο ρεκόρ της παραγωγής 299 ταινιών, όχι μόνο αναγεννήθηκε τα τελευταία χρόνια έπειτα από μια περίοδο μαρασμού, αλλά έχει κατακτήσει και εντυπωσιακό μερίδιο αγοράς εντός της Τουρκίας, που για κάποιες χρονιές ξεπερνά το 50%.

Το αφιέρωμα στον σύγχρονο τουρκικό κινηματογράφο που διοργανώνει το φετινό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (14 έως 23 Νοεμβρίου) στο πλαίσιο του τμήματος “Ματιές στα Βαλκάνια”, υπό την ευθύνη του Δημήτρη Κερκινού, μάς προσφέρει την εξαιρετική ευκαιρία να δούμε ταινίες του άγνωστου “γείτονα”, του ιστορικού “Αλλου” της ελληνικής κοινωνίας – είναι βέβαιο πως οι περισσότερες από αυτές δεν θα φτάσουν ποτέ στις ελληνικές αίθουσες.

Ωστόσο, ο σύγχρονος τουρκικός κινηματογράφος έχει προβληθεί συστηματικά τα τελευταία χρόνια από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: Ο Ντερβίς Ζαϊμ κέρδισε Αργυρό Αλέξανδρο το 1997 με την ταινία του “Τούμπες μέσα σε φέρετρο” , ενώ ο Τζεϊλάν τιμήθηκε με Χρυσό Αλέξανδρο το 2006 για το σύνολο του έργου του.

Επίσης το τμήμα ‘Ματιές στα Βαλκάνια’ έχει πραγματοποιήσει σημαντικά αφιερώματα σε τούρκους κινηματογραφιστές, όπως στον Ομέρ Καβούρ το 1997, στο νέο τούρκικο κινηματογράφο το 1990, στον Κουτλούγκ Αταμάν το 2005 και στον Μπιλγκέ Τζεϊλάν το 2006.

Το φετινό αφιέρωμα του Φεστιβάλ στον σύγχρονο τουρκικό κινηματογράφο περιλαμβάνει συνολικά οκτώ νέες ταινίες που προέρχονται από δυο διαφορετικές γενεές σκηνοθετών: εκείνης των μέσων της δεκαετίας του `90, η οποία ανανέωσε και καθιέρωσε διεθνώς τον τούρκικο κινηματογράφο, αλλά και μιας νεότερης γενιάς δημιουργών που δίνουν τα τελευταία χρόνια σημαντικά δείγματα κινηματογραφικής γραφής. Θεματικός πλουραλισμός, πειραματισμός με την κινηματογραφική αφήγηση, τη φόρμα και την τεχνική, χαρακτηρίζουν τις ταινίες του αφιερώματος:

Ο γνωστότερος παγκοσμίως δημιουργός του τουρκικού κινηματογράφου, ο Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν, θα είναι στη Θεσσαλονίκη με το ψυχολογικό δράμα “Τρεις πίθηκοι” που του απέφερε το βραβείο σκηνοθεσίας στο τελευταίο Φεστιβάλ των Καννών. Με ελλειπτική αφήγηση και στοιχεία νουάρ, ο Τζεϊλάν διερευνά την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ψυχής, σε μια ταινία εκπληκτικής εικαστικής δύναμης.

Στην “Τελεία”, ο Ντερβίς Ζαΐμ κινείται γύρω απ’ τον άξονα έγκλημα και τιμωρία, ενσωματώνοντας οργανικά στην πλοκή του την καλλιγραφία, παραδοσιακή τέχνη του ισλαμικού πολιτισμού. Για την ταινία, που είναι γυρισμένη σε μονοπλάνο, ο Ζαΐμ απέσπασε το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο τελευταίο Φεστιβάλ Κωνσταντινούπολης.

Στο “Κουτί της Πανδώρας” (βραβεία καλύτερης ταινίας και καλύτερης ηθοποιού για την Tsilla Chelton στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν, συμμετοχή στο 2ο φόρουμ συμπαραγωγών CROSSROADS του ΦΚΘ 2006) η Γεσίμ Ουστάογλου ακολουθεί τους ήρωές της σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας, από την τουρκική επαρχία στο αστικό τοπίο, από την αποξένωση στην οδυνηρή αλήθεια. Η Ουστάογλου σχολιάζει το αδυσώπητο πρόσωπο του καπιταλιστικού συστήματος και τον τρόπο με τον οποίο εισβάλλει στο σύγχρονο οικογενειακό μοντέλο.

Ο εκμοντερνισμός της χώρας και οι κοινωνικές και ψυχολογικές συνέπειες απασχολούν και τον Σεμίχ Καπλάνογλου στο “Γάλα”, δεύτερη ταινία μιας τριλογίας που ξεκινά αντίστροφα, από την ενήλικη ζωή ενός ποιητή για να καταλήξει στην παιδική του ηλικία. Μέσα από τον μετασχηματισμό της σχέσης του κεντρικού του ήρωα Γιουσούφ με την μητέρα του, ο Καπλάνογλου προσεγγίζει με τρόπο λυρικό και χρήση συμβολικών στοιχείων τις αλλαγές στα κοινωνικά ήθη της πατρίδας του.

Ελπιδοφόρο και εξαιρετικά ενδιαφέρον το πέρασμα του Χουσεγίν Καράμπεϊ στο μυθοπλαστικό σινεμά με το φιλμ “Είσαι ο Μάρλον μου κι ο Μπράντο μου” (βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Tribeca 2008, βραβείο καλύτερης ηθοποιού στο Φεστιβάλ Κωνσταντινούπολης). Ταινία δρόμου που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και αφηγείται μια δυνατή ιστορία αγάπης που εξελίσσεται με φόντο τον πόλεμο στο Ιράκ. Αίσθηση ντοκιμαντέρ, έντονο σχόλιο για τις αντιφάσεις Δύσης – Ανατολής.

Διεθνή πρεμιέρα θα πραγματοποιήσει στη Θεσσαλονίκη η ταινία “Καβούκι” του Ουγιγκάρ Ασάν. Με λιτή σκηνοθεσία και έμφαση στις ερμηνείες, ο Ασάν ανεβάζει πλάνο με το πλάνο το ποντάρισμα: Είναι ικανός να σπάσει το καβούκι του ο ήρωας; Υπαρξιακή μελέτη της αποξένωσης, μέσα από τη ματιά ενός νέου δημιουργού.

Ο Εζκάν Αλπέρ στο “Φθινόπωρο” εμπνέεται από τα πολιτικά βιώματα της γενιάς του και μας μεταφέρει με αργό τέμπο, λιτές ερμηνείες και λιγοστούς διάλογους την μελαγχολία που συνοδεύει την απώλεια ενός ονείρου, όπως ήταν ο σοσιαλισμός. Τραγική η παρουσία της μητέρας, η οποία αδυνατεί να καλύψει συναισθηματικά τον γιο της.

Το ντοκιμαντέρ Τα χαμένα τραγούδια της Ανατολίας” του Νεζί Ουνέν, απόσταγμα κινηματογραφικού υλικού 350 ωρών, δουλειάς 5 ετών και δημιουργικής σπουδής, είναι ίσως το πρώτο δείγμα αυτού του είδους μουσικού ντοκιμαντέρ. Ο πολιτιστικός πλούτος της Ανατολίας παρουσιάζεται ζωντανά και καταγράφεται αυθόρμητα σ’ αυτό το μουσικό ταξίδι, όπου ο παραδοσιακός ήχος παντρεύεται με τον ηλεκτρονικό του συγκροτήματος του σκηνοθέτη.

Το αφιέρωμα στον τούρκικο κινηματογράφο θα συνοδευτεί από ειδική έκδοση πολύπτυχου και από μια συζήτηση για τον τούρκικο κινηματογράφο, με την συμμετοχή τούρκων και ελλήνων κριτικών κινηματογράφου και τούρκων δημιουργών. Παράλληλα θα πραγματοποιηθεί συναυλία με το συγκρότημα του Nezih Unen.

Νοεμβρίου 4, 2008

“Αθήνα – Κωνσταντινούπολη”:Οι δρόμοι της μουσικής είναι ανοιχτοί…

Athens Instanbul
Ενας ηλικιωμένος δικηγόρος (Λευτέρης Βογιατζής) έπειτα από πολλά χρόνια γάμου χωρίζει από τη σύζυγό του και στα όρια της κατάθλιψης παίρνει το αυτοκίνητο του με προορισμό τη Θεσσαλονίκη και σκοπό να συναντήσει εκεί τον άρρωστο πατέρα του. Σε ένα μπλόκο αγροτών στην εθνική θα συναντήσει δύο αταίριαστους συνταξιδιώτες, έναν δεξιοτέχνη κλαριντζή (Δημήτρης Πουλικάκος) και τη Γλύκα (Αλεξία Καλτσίκη), μια νεαρή κοπέλα που ταξιδεύει αδιάκοπα… Το ιδιότυπο αυτό “τρίο”, με όχημα τη μουσική θα βρεθεί σε διάφορες πόλεις της Βόρειας Ελλάδας και θα καταλήξει στην Κωνσταντινούπολη, πατρίδα των προγόνων του δικηγόρου.

Αυτή είναι συνοπτικά η υπόθεση της τελευταίας ταινίας του Νίκου Παναγιωτόπουλου, στο σενάριο της οποίας έχει συνεργαστεί ο Μισέλ Φάις (όπως και στο “Delivery”). Το “Αθήνα-Κωνσταντινούπολη” είναι ταυτόχρονα μια διαδρομή και σε διαφορετικά κινηματογραφικά είδη, αντλώντας από τις “τυπικές” ταινίες δρόμου μέχρι το υπαρξιακό σινεμά του Αντονιόνι, ή τις καλύτερες στιγμές του Βέντερς… Ενδεχομένως και από κάποιες σκανδιναβικές ταινίες του Μεσοπολέμου με ηρωίδες γυναίκες-βαμπίρ. Ιδιαίτερα μάλιστα στην σκηνή του αγροτικού μπλόκου στην εθνική, δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να σχολιάσω πως κάποια πλάνα παραπέμπουν ευθέως στον κινηματογράφο του πάλαι ποτέ συγκάτοικου του σκηνοθέτη (στο Παρίσι), του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Ανατρέχοντας στη φιλμογραφία του σκηνοθέτη, οφείλω να παρατηρήσω πως το αποτέλεσμα είναι σαφώς πιο συνεκτικό και αξιοπρόσεχτο όταν ο Παναγιωτόπουλος συνεργάζεται με κάποιον συγγραφέα ή βασίζεται σε λογοτεχνικό υλικό: “Τεμπέληδες…”, “Εργένης”, “Αυτή η νύχτα μένει”, “Delivery””… Υπάρχει μια εξαίρεση σ` αυτόν τον “κανόνα”, και αυτή αφορά το “Μελόδραμα;”, που με την εξαίσια απεικόνιση της φθοράς ανθρώπινων ψυχών, τοπίου και “κοινωνίας” (πάντα με εισαγωγικά στο έργο του Παναγιωτόπουλου) μένει σαν αξιομνημόνευτο ορόσημο στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.

Στο “Αθήνα-Κωνσταντινούπολη” η διαδρομή έχει σκαμπανεβάσματα και “κενά αέρος”. Κάποιες σκηνές σε κερδίζουν αμέσως (όπως η εξαιρετική σκηνή στο εβραϊκό νεκροταφείο της Βόρειας Ελλάδας), άλλες εκπίπτουν σε σχοινοτενείς διαλόγους, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το “σκοτεινό βάθος” του ρόλου του Βογιατζή (ο οποίος “κρατά” παραπάνω από ικανοποιητικά έναν δύσκολο, ημιτελή κατά τη γνώμη μου χαρακτήρα). Από την άλλη η Αλεξία Καλτσίκη καθιερώνεται πια εδώ σαν μια από τις ερμηνεύτριες “πρώτης γραμμής” του ελληνικού κινηματογράφου, ενώ αντίθετα ο Δημήτρης Πουλικάκος φαίνεται να δυσκολεύεται να αποδώσει έναν πιο σύνθετο χαρακτήρα, σε σύγκριση με τις παρελθούσες κινηματογραφικές παρουσίες του, που εξαντλούνταν σε δύο-τρεις αβανταδόρικες ατάκες… Στο μουσικό μπακγκράουντ της ταινίας (που σχεδόν στις περισσότερες σκηνές “βγαίνει μπροστά”) ο σκηνοθέτης παντρεύει με τόλμη Στραβίνσκι, Πετρολούκα Χαλκιά, Σόνι Μπόι Γουίλιαμσον και Μάντι Γουότερς.

Ιουλίου 29, 2008

Γίρι Μέντζελ στην Ηλιούπολη

king.of.

Η Κινηματογραφική Λέσχη Ηλιούπολης παρουσιάζει την Τρίτη, 29 Ιουλίου, στις 9 μ.μ. και 11 μ.μ. στον Δημοτικό Κινηματογράφο της Ηλιούπολης «Μελίνα Μερκούρη» (Λ. Ειρήνης 50, Ηλιούπολη) την ταινία «Υπηρέτησα τον βασιλιά της Αγγλίας» του Γίρι Μέντζελ (2006). Η ταινία, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Χράμπαλ, αφηγείται την ιστορία του Jan Dite (σημαίνει Γιάννης-Παιδί), ενός Τσέχου «κοντούλη επαρχιώτη σερβιτόρου με υψηλές φιλοδοξίες». Με την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ και των Ναζί στην εξουσία, οι Εβραίοι λιντσάρονται στους δρόμους της Πράγας από Γερμανούς και Τσέχους, και ο Jan ερωτεύεται και παντρεύεται την Liza, που νοιώθει υπερήφανη ως απόγονος της «Αρίας Φυλής» και αποστέλλεται στο πολωνικό μέτωπο ως στρατιωτίνα. Ο ίδιος μένει πίσω και τοποθετείται νοσοκόμος-σερβιτόρος σε ένα ναζιστικό ερευνητικό νοσοκομείο των SS. Όταν η Liza γυρνάει από το μέτωπο έχει μαζί της μια ολόκληρη περιουσία από σπάνια γραμματόσημα που άφησαν πίσω τους ένα ζευγάρι Εβραίων. Η Liza πεθαίνει και ο Jan πουλά τα γραμματόσημα και γίνεται επιτέλους… εκατομμυριούχος. Γεύεται τον πλούτο για τρία χρόνια ώσπου οι κομμουνιστές καταλαμβάνουν την εξουσία, το πρώτης κατηγορίας ξενοδοχείο του εθνικοποιείται και ο Jan καταδικάζεται σε φυλάκιση 15 ετών, όσα και τα εκατομμύριά του. Αποφυλακίζεται και στέλνεται εξορία σε μια συνοριακή πόλη όπου ξαναθυμάται τα σημαντικά γεγονότα που καθόρισαν την πορεία της ζωής του και αναρωτιέται τι θα συνέβαινε αν είχε συμπεριφερθεί διαφορετικά…

Ο Γίρι Μέντζελ γεννήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 1938, στην Πράγα. Έγινε διάσημος το 1967 με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του «Ο Άνθρωπος που Έβλεπε τα Τρένα να Περνούν» (βασισμένη σε μια νουβέλα του Χράμπαλ), η οποία κέρδισε το Οσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας. Το 1969 το σοβιετικής καθοδήγησης καθεστώς της Τσεχοσλοβακίας απαγόρευσε την προβολή της ταινίας του με τίτλο «Skřivánci na niti», που προβλήθηκε τελικά 20 χρόνια αργότερα, μετά την Βελούδινη Επανάσταση…

Ιουλίου 1, 2008

Νέος κινηματογράφος από τη Δανία στην Ηλιούπολη

Η δραστήρια Κινηματογραφική Λέσχη της Ηλιούπολης προβάλλει σήμερα Τρίτη 1η Ιουλίου την ταινία «AFR» του Μόρτεν Χαρτς Κάπλερς, παραγωγής 2007 (9.00 και 11.00 μ.μ. στον Δημοτικό Κινηματογράφο Ηλιούπολης «Μελίνα Μερκούρη», Λ. Ειρήνης 50).

AFR είναι τα αρχικά του ονόματος του Δανού πρωθυπουργού Anders Fogh Rasmussen. Η ταινία είναι ένα «ψευδοντοκιμαντέρ», δηλαδή δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ, με χρήση αρχειακού κινηματογραφικού, τηλεοπτικού υλικού και ηθοποιών, όπου «απεικονίζεται» η δολοφονία του πρωθυπουργού της Δανίας.

Το «AFR» επικρίθηκε προτού ακόμη βγει στις αίθουσες από όσους θεώρησαν το θέμα κακόγουστη καπηλεία και το παραλλήλισαν με το αντίστοιχο βρετανικό πόνημα «Death of a President» που παρουσιάζει την υποτιθέμενη δολοφονία του απερχόμενου προέδρου των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους. .

Το ψευδοντοκιμαντέρ αφορά τη μυστική σχέση του πρωθυπουργού και του ομοφυλόφιλου εραστή του Εμίλ (Morten Hartz Kaplers) ως τη δολοφονία του πρώτου. Παρ’ όλο που ο Ρασμούσεν ήταν αρκετά δεξιός σε θέματα πολιτικής (υποστηρικτής των πολέμων του Μπους σε Αφγανιστάν και Ιράκ)

και οικονομίας (νεοφιλελεύθερος), σε διάφορα κοινωνικά θέματα ήταν ριζοσπάστης. Έτσι, π.χ. προσπάθησε να προωθήσει την υπόθεση του γάμου ομοφύλων (όχι μόνο τον πολιτικό αλλά και τον θρησκευτικό).

Η ταινία σχολιάζει μέσα από τη δική της οπτική την διεθνή πολιτική σκηνή και την πραγματικότητα των σύγχρονων media

Μολονότι εξετάζει όλες τις πιθανές εξηγήσεις της απόπειρας, που ποικίλλουν από την πολιτική συνωμοσία ως το έγκλημα πάθους, δεν ενδιαφέρεται τόσο για την πραγματική αλήθεια αλλά για να μας δείξει πώς όλοι αυτοί που διαθέτουν εξουσία και δύναμη –πολιτικοί, μεγαλοεπιχειρηματίες των ΜΜΕ, σκηνοθέτες- μπορούν να κατασκευάσουν και να επιβάλουν όποια εκδοχή της αλήθειας επιθυμούν.

Ιουνίου 11, 2008

Ο Τσε στην Κρουαζέτ


Η Κούβα στα τέλη της δεκαετίας του `50 και στις αρχές του `60 ήταν σίγουρα από τα πιο συναρπαστικά σημεία του πλανήτη. Οι «μπαρμπούδος» που κατέβηκαν από τα βουνά είχαν ανατρέψει τον Μπατίστα και το επαναστατικό καθεστώς ζούσε τη μέθη του θριάμβου. Εκεί βρισκόταν κι ένας νεαρός Αμερικανός, ο μετέπειτα σκηνοθέτης Τέρενς Μάλικ, τότε ανταποκριτής του περιοδικού «The New Yorker», αλλά και ο Γάλλος κινηματογραφιστής Κρις Μαρκέρ. Ο δεύτερος θα γυρίσει την ταινία «Cuba si!» που θα απαγορευτεί αμέσως μόλις παρουσιαστεί στη Γαλλία, ως «επικίνδυνη για τη δημόσια τάξη».

Ο πρώτος, έχοντας ζήσει από κοντά όλα τα κρίσιμα γεγονότα, σχηματίζει μέσα του το πρόπλασμα μιας ταινίας που θα υλοποιηθεί τελικά πενήντα χρόνια αργότερα, χωρίς ωστόσο να είναι ο ίδιος πίσω από την κάμερα, όπως προγραμματιζόταν. Με διάρκεια που φτάνει τις τεσσερισήμισι ώρες, ήταν η πιο αναμενομένη ταινία για όλους εμάς που βρεθήκαμε στο φετινό 61ο Φεστιβάλ των Καννών τον Μάιο: ο «Τσε», σε σκηνοθεσία του Στίβεν Σόντερμπεργκ, και με τον Πορτορικανό ηθοποιό Μπενίσιο ντελ Τόρο να υποδύεται τον Αργεντίνο επαναστάτη, ενώ ταυτόχρονα είναι και συμπαραγωγός της ταινίας. Για την ακρίβεια, των δύο ταινιών: πρώτα «Τhe Αrgentine» («Ο Αργεντίνος», για την επανάσταση στην Κούβα) και μετά το «Guerilla» («Αντάρτης», ο Τσε στη Βολιβία, μέχρι τη δολοφονία του).

Νεκρός, με τα μάτια ανοιχτά στο τέλος της διαδρομής…

Στις Κάννες είδαμε τις δύο ταινίες σαν ενιαίο σύνολο, υπό τον τίτλο «Che», με ένα δεκάλεπτο διάλειμμα, χωρίς credits αρχής και τέλους. Κατά κάποιο τρόπο ένα work in progress, που μάλλον παρουσιάστηκε με τη συγκεκριμένη μορφή για πρώτη και τελευταία φορά (η ταινία δεν έχει βρει ακόμα διανομή για τις Ηνωμένες Πολιτείες, κι αυτό πιθανώς να οδηγήσει στην αναδόμησή της).
Ο Σόντερμπεργκ πάντως γύρισε δύο διαφορετικές ταινίες, ως προς τη σύλληψη και την εκτέλεση: Ο «Αργεντίνος» στηρίζεται σαφώς σε πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση, ξεκινώντας από τη συνάντηση Φιντέλ – Τσε στο Μεξικό το 1955, μέχρι την κατάληψη της Αβάνας τρία χρόνια αργότερα, ενώ με ένα «άλμα στο μέλλον», στην ιστορική επίσκεψη του Τσε Γκεβάρα στη Νέα Υόρκη το 1964, σχηματίζεται ικανοποιητικά η ιδεολογική ραχοκοκαλιά του… Αντίθετα, το «Guerilla» είναι μονοδιάστατο, εσκεμμένα λιτό, ο θριαμβευτής επαναστάτης σχεδόν υποβιβάζεται εδώ σε «μία φιγούρα σαν τις άλλες» στην καταδίωξή τους μέχρι την τελική εξόντωση.

Είναι εντυπωσιακό πάντως ότι σε ένα σύνολο που ξεπερνά σε διάρκεια τις τέσσερις ώρες ο σκηνοθέτης, ο σεναριογράφος (Peter Buchman) και οι παραγωγοί δεν συμπεριέλαβαν κάποιες στιγμές εξαιρετικά κρίσιμες για την κατανόηση της προσωπικότητας αλλά και των αντιφάσεων του Τσε. Π.χ. η «αφρικανική περιπέτεια» του Τσε, που είχε παταγώδη αποτυχία, και με αίτια πιο σύνθετα από τη Βολιβία, απουσιάζει εντελώς. Ακόμη, δεν υπάρχει η παραμικρή νύξη για την καθοριστική τελευταία δημόσια εμφάνισή του στο Αλγέρι, στην Αφροασιατική Σύνοδο, στις 24 Φεβρουαρίου 1965, όπου πέταξε το γάντι στη Μόσχα: «Οι σοσιαλιστικές χώρες έχουν το ηθικό καθήκον να δώσουν τέλος στη σιωπηρή συνενοχή τους με τις εκμεταλλεύτριες χώρες της Δύσης».

Μετά την ήττα στο Κονγκό, ο Τσε, ζυγίζοντας λιγότερο από πενήντα κιλά, βρίσκει καταφύγιο κλεισμένος για τρεις ολόκληρους μήνες στην κουβανική πρεσβεία του Νταρ Ες Σαλάμ, στην Τανζανία. Τι θα κάνει? Ο Κάστρο έχει δημοσιοποιήσει την αποχαιρετιστήρια επιστολή του, την απομάκρυνσή του από την οικογένειά του και από την Κούβα για λογαριασμό της παγκόσμιας επανάστασης. Ο Τσε έχει παραιτηθεί ακόμη και από την κουβανική υπηκοότητα. Είναι τώρα ένας επαναστάτης χωρίς πατρίδα, χωρίς δρόμο επιστροφής. Σαν ήρωας του Καμύ, θα γράψει στο ημερολόγιό του τη φράση «Ποιος ήμουν εγώ?». Το μονοπάτι που οδηγούσε στη Βολιβία ίσως ήταν μονόδρομος. Τίποτε απ` όλα αυτά δεν υπάρχει στην ταινία.

Τέλος, στο φιλμ του Σόντερμπεργκ μένει μετέωρη η κραυγή «Δολοφόνε», που ακούγεται για τον Τσε από τους αντιπάλους του (κάποιος μάλιστα το επικαλείται και λίγο πριν τον δολοφονήσουν). Ο Σόντερμπεργκ σιωπά και εδώ. Είναι αλήθεια ότι ο Τσε επόπτευε προσωπικά τις εκτελέσεις ανθρώπων του καθεστώτος Μπατίστα. Πόσοι εκτελέστηκαν? Οι πηγές μιλούν ασαφώς για διακόσιους έως χίλιους πεντακόσιους εκτελεσμένους. Κάτω από ποιες συνθήκες?

Ολες αυτές οι κρίσιμες πτυχές, καθοριστικές οπωσδήποτε, δεν βρίσκουν θέση στο εν τέλει απλουστευτικό σχήμα του Σόντερμπεργκ: Μέρος πρώτο «ο θρίαμβος», μέρος δεύτερο «ήττα και θάνατος».

Αποτυχία λοιπόν? Όχι ακριβώς. Πίσω από την κάμερα είναι ένας πραγματιστής σκηνοθέτης, δίνοντας ένα έργο με έμφαση στις τακτικές του αγώνα, στα στοιχειώδη προβλήματα, στις «υλικές» προϋποθέσεις που κατοικούν την οθόνη, στοχεύοντας την αίσθηση «του τι σήμαινε να βρίσκεται κανείς εκείνη την εποχή δίπλα στον Τσε». Εστω και ατελής, νομίζω πως η προσπάθεια δεν είναι αμελητέα.


Μαΐου 15, 2008

Η μνήμη των πτωμάτων

jar city

“Jar City”, τέταρτη ταινία μεγάλου μήκους του απρόβλεπτου Μπαλτάζαρ Κορμακούρ, μετά τα “101 Ρέικιαβικ”, “Η θάλασσα” και το “A little trip to heaven”. Βασίζεται στη νουβέλα του Arnaldur Indridason “Φορμόλη”, και πιστεύω ότι είναι η πιο ολοκληρωμένη δουλειά του Κορμακούρ, με πολλά στοιχεία από την τυπολογία του νουάρ, σκληρό χιούμορ και εξαιρετικές ερμηνείες (ο ίδιος ο Κορμακούρ ξεκίνησε την καριέρα του ως ηθοποιός). Κεντρικός χαρακτήρας ο επιθεωρητής της αστυνομίας Ερλεντουρ (Ινγκβαρ Σίγκουρσον) φιγούρα σκληρού αστυνομικού, απόγονος των πολεμιστών Βίκινγκς: ερευνά μια παλιά υπόθεση δολοφονίας με απόλυτη αφοσίωση, σαν να κάνει πόλεμο με τους πάντες (υπάρχει μια εκπληκτική σκηνή, με τον αστυνομικό να παίρνει “έτοιμο” φαγητό για το σπίτι… Εκεί, μόνος του, ανοίγει τη σακούλα και αντί για τυποποιημένο “αμερικάνικο” φαγητό αντικρίζουμε ένα ψημένο αρνίσιο κεφάλι.. Σαν απόγονος φυλής πρωτόγονων κυνηγών ο επιθεωρητής βγάζει πρώτα με τα χέρια του το μάτι και το τρώει και στη συνέχεια διαλύει τα σαγόνια…).
Ο ίδιος ο Κορμακούρ απεγκλωβίζεται από το κοινωνικό ψυχόδραμα που “περιόριζε” τις προηγούμενες ταινίες του και αντλεί πολλά από την πλούσια παράδοση του νουάρ αλλά και του θρίλερ: η έρευνα (σαν αναλυτική διαδικασία, και με επιστημονικά εργαλεία -εδώ μια τράπεζα γενετικού υλικού), η “μοιραία” γυναίκα -εδώ η κόρη του αστυνομικού, πρεζόνι που εκπορνεύεται, σε επαφή με τους καταδιωκόμενους από τον πατέρα της, η αναδρομή σε ένα “σκοτεινό” παρελθόν, τα κομμάτια του οποίου αναζητούνται αλλά ουδέποτε ανευρίσκονται πλήρως, διεφθαρμένοι αστυνομικοί, μοναχικός, “σκληροτράχηλος” ήρωας, και φυσικά χιούμορ… Η έρευνα αυτού του είδους δεν καταλήγει ακριβώς σε “λύση”… Αλλωστε, όλα διαδραματίζονται σε έναν περίκλειστο χώρο –και εδώ, η Ισλανδία είναι νησί! Είναι εκπληκτικό πώς κατορθώνει ο σκηνοθέτης να απεικονίσει αυτή την αίσθηση της «κλειστής», αδιέξοδης σκηνής…

Και βέβαια, στην ουσία η ίδια η διαδικασία της έρευνας αποτελεί “απάντηση” στα ερωτήματα που τίθενται.
Ένα πρωτότυπο “εύρημα”-παρέκβαση στην αυστηρή τυπολογία του είδους: Όπως είπαμε, η κόρη του αστυνομικού συναναστρέφεται τους παράνομους που καταδιώκει εκείνος. Η επαφή του μαζί τους καταλήγει σε σαρκαστικά σχόλια για τις επιδόσεις της κόρης του στο κρεβάτι… Ωστόσο, εκείνος τελικά με έναν επίπονο, εξαιρετικά οδυνηρό τρόπο αναζητεί τρόπους συνύπαρξης μαζί της, δίνοντάς μας τις πιο ουσιαστικές -ίσως- στιγμές της ταινίας…


Μαρτίου 16, 2008

“Πουλιά στο βάλτο” της Ιστορίας


“Είμουν η γυναίκα που φρόντιζε στο περιθώριο πάντα να σας εξυπηρετή και να τρέμη για τη ζωή σας. Σήμερα ξύπνησα…”, διαβάζουμε σε μπροσούρα του ΕΑΜ Μαγνησίας, τον Αύγουστο του 1943. Πάνω από 1.740.000 Ελληνίδες οργανώθηκαν στην Εθνική Αλληλεγγύη, στην Ελλάδα των επτά εκατομμυρίων της εποχής εκείνης, και περισσότερες από 1.000.000 εντάχθηκαν στο ΕΑΜ. Πάνω από χίλιες βρέθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα, αμέτρητες είναι όσες βασανίστηκαν, βιάστηκαν, κακοποιήθηκαν…
H συμμετοχή της γυναίκας την περίοδο εκείνη, συμμετοχή εκπληκτική για τα δεδομένα της εποχής αλλά κυρίως ουσιαστική, παραμένει μέχρι σήμερα αφανής, ουσιαστικά αποσιωπημένη από την “επίσημη” Ιστορία, παρά τις μελέτες ιστορικών –γυναικών κυρίως. Η Αλίντα Δημητρίου, με την ταινία της “Πουλιά στο βάλτο” “αποκαθιστά” τη φωνή και το πρόσωπο των γυναικών της Aντίστασης, καθώς “καταθέτει” επώδυνες προφορικές μαρτυρίες… Εστιάζει στις μνήμες, τα βιώματα, τα τραύματα, σημάδια μιας στάσης ζωής των γυναικών, είτε επέζησαν είτε όχι: από την Ιουλία Μπίμπα, που μετέφερε τα εκρηκτικά στην ΕΣΠΟ για την ανατίναξή της, και η οποία πιάστηκε, βασανίστηκε άγρια και εκτελέστηκε από τους χιτλερικούς με τσεκούρι στη Γερμανία, μέχρι την Ελένη Σκαρπέτη που οδηγήθηκε από Έλληνες στο Γουδή και την τελευταία στιγμή διασώθηκε… Μια συγκλονιστική στιγμή στην ταινία είναι όταν η κάμερα ακολουθεί τις ηλικιωμένες αγωνίστριες με τα μπαστούνια τους να “επιστρέφουν”, σήμερα, στον τόπο του βασανισμού τους από τους ταγματασφαλίτες στην οδό Ελπίδος, στην πλατεία Βικτωρίας. Είναι ένα στενό, πεζόδρομος σήμερα, που τότε ήταν αποκλεισμένο από την γύρω περιοχή, καθώς σχεδόν όλα τα σπίτια ήταν επιταγμένα ως χώροι ανάκρισης και βασανιστηρίων. Τα κτίρια έχουν μείνει απαράλλαχτα σχεδόν, στο πέρασμα του χρόνου. Οι ηλικιωμένες γυναίκες πλησιάζουν με κάποιο δισταγμό αλλά και περήφανες. Αναζητούν σημάδια της νεότητάς τους που κατατέθηκε εκεί, σαν όλες τις προσωπικές περιπτώσεις που “χωνεύονται” μέσα στη “μεγάλη” Ιστορία… Μια αναμνηστική πινακίδα που είχε τοποθετηθεί σε ένα από τα κτίρια αφαιρέθηκε από τους νέους ιδιοκτήτες του, από αδιαφορία ή γιατί θεωρούσαν ότι μειώνει τη δυνατότητα μεταπώλησης της περιουσίας τους…
Κ.Τ.


* Γιατί ο τίτλος “Πουλιά στο βάλτο”;

Ήταν ένας τρόπος να αποδώσω μεταφορικά την ταπείνωση που υπέστησαν οι γυναίκες αυτές οι οποίες τόλμησαν να νιώσουν τον άνεμο της Αντίστασης. Στάθηκαν πλάι στους άνδρες και αγωνίστηκαν για την ελευθερία της πατρίδας τους. Εκτελέστηκαν, βασανίστηκαν, νοσηλεύτηκαν σε ψυχιατρικές κλινικές, σκοτώθηκαν σε μάχες, ενώ άλλες πέρασαν τα καλύτερα χρόνια της ζωής τους σε φυλακές και εξορίες. Τα ψυχικά τους τραύματά είναι ακόμα φανερά. Μια γυναίκα μού είπε πως κάθε χρόνο, όταν κάνουν αναμνηστικές εκδρομές στους χώρους της εξορίας, βγάζει έρπη. Μια άλλη ότι έχει ακόμα θραύσματα στο πόδι της.
Άλλη είναι κουφή, άλλη με σπασμένη σιαγώνα. Εκείνο όμως που διαπιστώθηκε, και η πιο νέα του συνεργείου δεν μπορούσε να το κατανοήσει, είναι ότι η απειλή δεν έχει ξεπεραστεί… Μια από τις γυναίκες, όταν τελειώσαμε τη συζήτηση και το γύρισμα, με πλησιάζει και μου λέει σχεδόν συνωμοτικά: “Μη βάλεις τίποτα φοβερά πράγματα στην ταινία και βρούμε κάνα μπελά πάλι…”. Παρ’ όλο που είναι έτοιμες ακόμα και σ’ αυτή την ηλικία να επαναλάβουν, αν χρειασθεί, τα ίδια…
Όταν τέλειωσε η ταινία πήρα μια δημοσιογράφο (την κόρη του μουσικοσυνθέτη Ξένου) να την ευχαριστήσω για το ενδιαφέρον που είχε επιδείξει για την ταινία, και η οποία μου είπε: “η τάδε (94 χρόνων) τώρα τελευταία δε μου φαίνεται και πολύ καλά. Δεν της κάνεις ένα τηλεφώνημα;” Κάνω το τηλεφώνημα και ακούω μια ξεψυχισμένη φωνή “τι, ποιος, α”. Τελικά καταλαβαίνει. Της θυμίζω πόσα γέλια είχαμε κάνει στο γύρισμα, τι ωραία είχαμε περάσει και τότε, πιστέψτε με, αρχίζει να μου διηγείται ξανά, με φωνή που ήταν σάλπιγγα, γεγονότα εκείνης της εποχής από το δεύτερο αντάρτικο. Την άφησα γεμάτη ελπίδες και πίστη να συνεχίσει. Είναι δασκάλα από την εποχή του Μεταξά και έχει εκδώσει μέχρι σήμερα 5-6 βιβλία με μνήμες, φωτογραφίες και πληροφορίες και έχει τώρα άλλο ένα βιβλίο στο τυπογραφείο. Όπως μια άλλη που νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρική κλινική, μου είπε με ύφος ναζιάρικο: “γίνεται διαδήλωση χωρίς να πάω;” Είναι ακόμα όλες τους μάχιμες με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Καμιά, μα καμιά δεν κάθεται στα αβγά της. Και όταν μου έδιναν τις μνήμες τους ήταν σαν να μιλάγαμε και να σχολιάζαμε τη γιορτή, το πάρτυ, στο οποίο είχαμε βρεθεί την προηγούμενη μέρα. Και οι 40 μάρτυρες-γυναίκες, ηλικίας 80 χρόνων, τουλάχιστον σήμερα, ζωντάνεψαν τη μνήμη των στιγμών που σφράγισαν όλη τη ζωή τους, ξεχνώντας εντελώς ότι στο ενδιάμεσο υπήρχε μια κάμερα που τις κατέγραφε…

* Τι ακριβώς σημαίνουν για σας οι “ανώνυμες μαρτυρίες”, μέσα στο κάδρο της “μεγάλης Ιστορίας”;

Το πρόβλημα είναι να αποκαλυφθεί ο ρόλος των κοινωνικών ομάδων “χωρίς φωνή”, ο οποίος αγνοείται από την επίσημη γραπτή ιστορία. Ο νεότερος κλάδος της “προφορικής ιστορίας” ερευνά τις ζωντανές μαρτυρίες των μη επωνύμων, μαζί και τις βιωματικές εμπειρίες τους για να φωτίσει πληρέστερα το παρελθόν, και τις δυναμικές της ιστορίας οι οποίες δεν μπόρεσαν να πραγματοποιηθούν τελικά.

* Από το 1977 που γυρίσατε τους “Καρβουνιάρηδες”, μέχρι σήμερα, τι σημαίνει για σας το ντοκιμαντέρ κυρία Δημητρίου? Δεν σας δελέασε ποτέ ο “κινηματογράφος με υπόθεση”;

Ντοκιμαντέρ για μένα σημαίνει η αναζήτηση του “Άλλου” πίσω από τη βιτρίνα της πραγματικότητας. Σημαίνει πολλά πράγματα, σημαίνει και στάση ζωής αν θέλετε. Τιμάω τους ανθρώπους, αγαπάω τους ανθρώπους, και όταν τους συναντάω, δένομαι μαζί τους. Σε κάθε ντοκιμαντέρ το μέλημά μου είναι οι σχέσεις που θα δημιουργήσω. Η ταινία θα περάσει, θα ξεχαστεί, αυτές οι ανθρώπινες επαφές θα μείνουν και είναι αυτές που με δικαιώνουν απέναντι στον εαυτό μου. Δεν χρησιμοποίησα ποτέ τους ανθρώπους σαν εργαλεία της δουλειάς μου. Κάτι τέτοιο μου είναι αποκρουστικό. Τι πάει να πει “τώρα κάνουμε δουλειά”, όχι: “Τώρα έχουμε, πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα, ανθρώπους”.
Ο κινηματογράφος με υπόθεση δεν με δελέασε ποτέ για πολλούς λόγους, και δεν νομίζω ότι είναι η κατάλληλη στιγμή για να τους απαριθμήσω… Φυσικά, λέγοντας κάτι τέτοιο το λέω γιατί συνδυάζω τις αντικειμενικές συνθήκες μιας παραγωγής με μια στάση ζωής. Νομίζουμε ότι έτσι δεν εκχωρούμε… Όλα όμως έχουν ένα τίμημα, τόσο για την προσωπική σου ζωή όσο και για τις σχέσεις σου με τους άλλους.

* Πόσα χρόνια δουλεύατε γι’ αυτή την ταινία με τη γυναικεία πλευρά της Αντίστασης και πώς την “τοποθετείτε” σε συνάρτηση με τις προηγούμενες δουλειές σας; Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάποιος κοινός παρονομαστής στη δουλειά σας τόσων χρόνων στο ντοκιμαντέρ…

Το υλικό που έχω στα χέρια μου είναι μεγάλης διάρκειας, διότι κάθε γυναίκα μιλάει και για το πριν και για το μετά την απελευθέρωση. Έπρεπε πρώτα αυτό το υλικό να ξεσκαρταριστεί και μετά να δομηθεί. Το αποτέλεσμα είναι δύο ταινίες, δύο μέρη: το πρώτο αφορά Κατοχή-Φυλακές (είναι το “Πουλιά στο βάλτο”) ενώ το δεύτερο (θα γίνει μια άλλη ταινία, και είναι μονάχα δομημένο αυτή τη στιγμή) αναφέρεται στο δεύτερο Αντάρτικο και τις Εξορίες.
Χρειάστηκα τρία χρόνια. Εκείνο που μου φέρνει λύπη και αποφεύγω να το σκέπτομαι είναι ότι μέσα στα τρία αυτά χρόνια, όπου πραγματοποιήθηκε το γύρισμα και το μοντάζ της ταινίας, τέσσερις από τις σαράντα μάρτυρες που ξανάζησαν τη ζωή τους διηγώντας την στην κάμερα, δεν θα μπορέσουν να την ξαναζήσουν στην προβολή της ταινίας, γιατί έχουν πεθάνει.
Πώς την τοποθετώ σε συνάρτηση με προηγούμενες δουλειές μου; Ξέρω και εγώ; Αυτό είναι δουλειά άλλων.
Η δουλειά μου έχει πάντα άξονα, κοινό παρονομαστή, τον άνθρωπο και τη κοινωνικοπολιτική του διάσταση. Διαφορετικά δεν θα είχε και νόημα να κάνω κάτι, έστω και μια σταλιά. Άλλωστε αυτή η σταλιά δεν είναι που μας λείπει;

* Γεννημένη στα 1933, ανήκετε και εσείς στην ευρύτερη “γενιά της Αντίστασης”, στην οποία και δίνετε φωνή με την ταινία σας. Τι σημαίνει για σας αυτό το ιδιαίτερο στοιχείο της “οικειότητας”, το ότι είσαστε αντικειμενικά τόσο “κοντά” στις γυναίκες που βρίσκονται απέναντι από το φακό σας;

Αφενός το στοιχείο του σεβασμού και αφετέρου το στοιχείο του πάθους, που δεν έχει φθαρεί από τον χρόνο που μεσολάβησε. Λυπάμαι που δεν ήμουν επτά-οκτώ χρόνια μεγαλύτερη. Ζω σήμερα και μετράω μέσα από εκείνη την εποχή. Και μη με πείτε παλαιολιθική γιατί οι φίλοι μου, οι κολλητοί μου όπως λέγεται, είναι πάρα πολύ νέοι και σας διαβεβαιώ ότι τα καταφέρνω μια χαρά. Και για να επανέλθουμε στο ερώτημα, εκείνη η εποχή με έχει σημαδέψει με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνομαι απόλυτη.
Και εννοώ, βέβαια, μονάχα τους χιλιάδες ανώνυμους που έδωσαν τα πάντα και δεν ζήτησαν ποτέ τίποτα. Περνάνε πλάι μας, τους συναντάμε παντού, πορεύονται απλά, όπως απλά πορεύτηκαν άλλοι για το εκτελεστικό απόσπασμα.

* Τι κρατάτε εσείς προσωπικά από εκείνα τα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης;

Παρ’ όλο ότι ο πατέρας μου είχε συλληφθεί και τρεις φορές τον είχαν για εκτέλεση, θα απαντήσω με τα λόγια μιας γυναίκας: “γλέντι”, και με μιας άλλης: “πανηγύρι”. Παράλογο. Αλλά έτσι ήταν και έτσι θα είναι αν ξαναχρειασθεί (ελπίζω ποτέ πια).
Και μια μνήμη: έπειτα από μια μεγάλη περιπέτεια ο πατέρας μου κατέληξε στο Γουδή και από κει δραπέτευσε και πήγε στο σπίτι της γιαγιάς μου να κρυφτεί. Μας πήγε η μάνα να τον δούμε. Με έβαλε στα γόνατά του και μου τραγούδησε το “Βροντάει ο Όλυμπος”. Ήμουνα δέκα χρονώ και έτσι απλά εγώ σφραγίστηκα για πάντα. Και κάτι άλλο: είχε μουστάκι, μη γελάτε, παραμένει πάντα σημαντικό για μένα το μουστάκι.

* Η ιστορική διαπίστωση είναι πως εκείνα τα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης έχουμε μια “έκρηξη” της γυναικείας παρουσίας στο προσκήνιο της νεοελληνικής κοινωνίας. Τι μένει να κρατήσουμε από τότε για τη σημερινή εποχή;

Την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, το πάθος και την πίστη στα ιδανικά του.
Άλλα στοιχεία που έχουν αναφερθεί τα θεωρώ επουσιώδη και για μένα τουλάχιστον προσβλητικά για το πνεύμα εκείνης της εποχής. Επίσης πρέπει να αναφερθεί ότι εκείνα τα χρόνια δόθηκε στη γυναίκα το δικαίωμα ψήφου, το οποίο μετά την απελευθέρωση της αφαιρέθηκε.

* Αντιλαμβάνομαι ότι δεν σας ενδιέφερε η “ανάλυση” (κοινωνικο-πολιτική, ιστορική ή οτιδήποτε άλλο) της εποχής εκείνης μέσα από την ταινία σας…

Αυτό είναι θέμα μιας άλλης ταινίας, ενός άλλου ντοκιμαντέρ. Εξάλλου υπάρχουν και θα υπάρξουν πολλές “αναλύσεις” ιστορικο-κοινωνικές-πολιτικές εκείνης της εποοχής από ιστορικούς και άλλους. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο που έχει επίσης μεγάλη αξία, η άμεση προσέγγιση. Ο Πασκάλ λέει: “εκτός από το μυαλό, υπάρχει και η καρδιά”. Και είναι η καρδιά η κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Αυτοί που στήθηκαν στον τοίχο, εκείνη την τελευταία στιγμή, σας διαβεβαιώ, το ‘λεγε η καρδιά τους και όχι η λογική. Λογική υπάρχει στην καθημερινότητά μας. Πιστεύω πως η άμεση προσέγγιση αποδίδει τον συμπυκνωμένο ιστορικό χρόνο και την ιδιαίτερη ποιότητα των γεγονότων, η οποία οφείλεται στην ξεχωριστή στάση ζωής όσων συμμετείχαν…

* Περιγράψτε μας σας παρακαλώ με λίγα λόγια την περιπέτεια ενός Έλληνα ντοκιμαντερίστα που δεν δουλεύει για την τηλεόραση και δεν χρηματοδοτήθηκε από το Κέντρο Κινηματογράφου…

Δεν ξέρω τι τραβάνε οι άλλοι, εγώ είμαι σχεδόν, τι σχεδόν, απομονωμένη. Μπορώ πάντως να σας πω για το άτομό μου Υπήρξα σκανδαλωδώς τυχερή γιατί στήθηκε ένα γλέντι μέσα από την ταινία. Δούλεψαν όλοι με κέφι σαν “ερασιτέχνες” και όχι σαν “επαγγελματίες”. Και βέβαια χωρίς να πάρει χρήματα κανείς. Λες και είχαμε περάσει από την Αντίσταση: “με μια ψυχή, με μια πίστη σ’ αυτό που φτιάχναμε”. Μέχρι αυτή την ώρα που η ταινία πάει στο Φεστιβάλ δεν μας έχει δοθεί ούτε ένα ευρώ.
Τα δύσκολα αρχίζουν τώρα που πρέπει να γίνει μεταφορά σε φιλμ 35 χιλιοστών για να συμμετάσχει η ταινία στα κρατικά βραβεία, και δεν ξέρω πού να βρω δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ. Μπορεί να ληστέψω καμιά τράπεζα. Γιατί όχι;
(Το ντοκιμαντέρ “Πουλιά στο βάλτο” της Αλίντας Δημητρίου προβάλλεται στο 10ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης την Τετάρτη 12 Μαρτίου στην αίθουσα “Παύλος Ζάννας” στις 6 μ.μ. και στις 14 Μαρτίου στην αίθουσα “Φρίντα Λιάππα” στο λιμάνι στις 2.30 μ.μ.).

Ιανουαρίου 17, 2008

διόρθωση


Στην αποσπασματική παρακολούθηση εκ μέρους μας της ετήσιας συγκομιδής των ελληνικών ταινιών ξεχωρίζει ασφαλώς η “διόρθωση” (με πεζό το δέλτα παρακαλώ, μια “μικρή” διόρθωση) του Θάνου Αναστόπουλου. Τρία χρόνια πριν, ήταν “Όλο το βάρος του κόσμου”, μια ταινία που έμοιαζε περισσότερο με επιδέξια άσκηση ύφους. Από τότε όμως ο Αναστόπουλος οδοιπόρησε και ασκήθηκε όσο ελάχιστοι, και σήμερα εκπλήσσει με την απόσταση που έχει διανύσει. Με το ύφος αλλά και την ηθική τόλμη ενός Αθηναίου Μπρεσόν ο Αναστόπουλος κάνει κινηματογράφο υψηλών αναζητήσεων, τη στιγμή που παραμένει καίρια ρεαλιστής: Η ιστορία ενός δολοφόνου που αναζητεί εξιλέωση (ο Γιώργος Συμεωνίδης στο ρόλο του δολοφόνου Σημαιοφορίδη, ενός “σημαιοφόρου” με κουρελιασμένη σημαία) διαθέτει το συγχρονικό αποτύπωμα της Αθήνας, από τον Κορυδαλλό μέχρι τους δρόμους περιμετρικά της Ομόνοιας, την Αλεξάνδρας και τις βρόμικες υπόγειες διαβάσεις, τα φτηνά διαμερίσματα, εικόνες των σαλών και των αποκλεισμένων, εικόνες με εκπληκτική νοηματική διαύγεια αλλά και αισθητική πληρότητα. Η “μάχη” της εθνικής του Ρεχάγκελ με την Αλβανία αλλά και οι Ελληναράδες στους πέριξ δρόμους να τιμωρούν τους παρακατιανούς που σήκωσαν κεφάλι, οι μαθητικές παρελάσεις με τα Αλβανάκια στις εθνικές επετείους των Ελλήνων ή ο επιτάφιος της Αθήνας την άνοιξη του 2007 με το τελευταίο εθνικοπατριωτικό λογίδριο του Χριστόδουλου στο Σύνταγμα, προτού αρρωστήσει (εξαιρετική η δουλειά στην κάμερα από τον Ηλία Αδάμη).
Βλέποντας την ταινία του Αναστόπουλου είχα την αίσθηση ότι αυτός ο ταλαντούχος κινηματογραφιστής αναστοχάζεται εν έτει 2007 πάνω στις βασικές έννοιες πατρίδα-οικογένεια-θρησκεία. Τίποτε από τα τρία δεν είναι για πέταμα. Αλλά είναι τόσο ριζικός ο επαναπροσδιορισμός που οφείλουμε να κάνουμε (και ο Αναστόπουλος είναι αρκούντως τολμηρός) που ομολογουμένως αναρωτιέμαι αν έχουμε την κριτική ικανότητα και τη διάθεση, τη στιγμή που καταναλώνουμε απερίσκεπτα τους “Ελ Γκρέκο”…
Ο πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου Γιώργος Παπαλιός δικαιούται να υπερηφανεύεται ότι επί των ημερών του το Κέντρο αποκτά για πρώτη φορά κωδικό στον κρατικό προϋπολογισμό για την χρηματοδότησή του (το αυτονόητο με άλλα λόγια) ωστόσο τα μαντάτα δεν είναι καλά για την παρούσα κατάσταση του ελληνικού σινεμά. Οι υπουργοί Πολιτισμού έρχονται και παρέρχονται, ωστόσο περισσεύουν οι ανέξοδες πολιτικάντικες “δεσμεύσεις” και υποσχέσεις που ουδέποτε υλοποιούνται. Εδώ στη Θεσσαλονίκη όλοι συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι η φετινή χρονιά είναι μια από τις χειρότερες της τελευταίας δεκαετίας, και μάλιστα τα πιο ενδιαφέροντα δείγματα δεν φέρουν τη σφραγίδα της χρηματοδότησης του Κέντρου, σημάδι πως πολλά πράγματα πρέπει να αλλάξουν στις επικρατούσες αντιλήψεις στο κτίριο της οδού Πανεπιστημίου.
Το “Valse sentimental” της Κωνσταντίνας Βούλγαρη είναι η εξιστόρηση της δύσβατης σχέσης δύο νέων, εξιστόρηση που πιθανότατα αντανακλά προβλήματα, ευαισθησίες μιας ολόκληρης γενιάς. Ειλικρίνεια στην αφήγηση αλλά και κουραστική χαλαρότητα. Η κάμερα παρακολουθεί αυτό το μετ` εμποδίων “συναισθηματικό βαλς” στα Εξάρχεια, τον Αύγουστο, τότε που τα ρούχα κολλάνε πάνω σου και τις νύχτες δεν μπορείς να κοιμηθείς (η Λουκία Μιχαλοπούλου είναι απέναντι στον Θάνο Σαμαρά, με τον τελευταίο να εκμεταλλεύεται την περίσταση για να ξεδιπλώσει το ταλέντο του).
Σημειώνουμε ακόμη το “ΡVC-1″ του Σπύρου Σταθουλόπουλου, που είχαμε δει και στις Κάννες τον Μάιο. Ο νεαρός Θεσσαλονικιός στα 14 χρόνια του μετανάστευσε μαζί με τους γονείς του στην Κολομβία, και η κινηματογραφική του επιδεξιότητα έγινε αμέσως αντιληπτή από τις εταιρείες του Χόλιγουντ.
Η “Έλλη” του επίσης Θεσσαλονικιού Θανάση Καρανικόλα που ζει στη Γερμανία είναι μια εξαίρετη σπουδή χαρακτήρων, με Έλληνες μετανάστες που ψάχνουν τη γλώσσα τους, τη ζωή τους, τη θέση τους, τη χαμένη ταυτότητά τους.
Ακόμη, μόνο θετικά μπορεί να αξιολογηθεί το γεγονός πως ορισμένοι Ελληνες σκηνοθέτες “συνασπίζονται” ξανά σε σπονδυλωτές ταινίες (οι Θανάσης Σκρουμπέλος, Λένα Βουδούρη, Αλ. Παπαηλιού, Δέσποινα Καρβέλα, Γιώργος Καρυπίδης στο “@thens Blogs” και οι Λουκία Ρικάκη, Αγγελος Σπάρταλης, Γιώργος Μπακόλας, Γιώργος Ακσεχερλίδης στο “Την καρδιά μου πλήγωσες”

Σεπτεμβρίου 20, 2007

Μαρκέρ στην Αθήνα

Στην έκθεση «Destroy Athens» στην Τεχνόπολη προβάλλονται, πρώτη φορά στην Ελλάδα, τα 13 επεισόδια της σειράς «Η κληρονομιά της Γλαύκας» που είχε ολοκληρώσει το 1989 ο Κρις Μαρκέρ σαν «παραγγελία» του Ιδρύματος Ωνάση. Η πνευματική κληρονομιά της αρχαίας Ελλάδας, με τη συμμετοχή 59 διανοουμένων. Ανάμεσά τους ο Τζορτζ Στάινερ, ο Ελία Καζάν, ο Ιάννης Ξενάκης, ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Μάριος Πλωρίτης, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος κ.ά. Η μουσική είναι της Ελένης Καραΐνδρου.

Η σειρά δεν ικανοποίησε (!) το Ιδρυμα, και το αποτέλεσμα ήταν να μην προβληθεί ποτέ στην Ελλάδα.

Ευτυχώς, η εικαστική ομάδα από την Αγγλία «Otolith Group» συνεισέφερε την «Κληρονομιά της Γλαύκας» στο «Destroy Athens», με το έργο τους «Inner Time of Television» («Εσωτερικός χρόνος της τηλεόρασης»). Είναι μια βιντεοεγκατάσταση, όπου το έργο του Μαρκέρ προβάλλεται χωρίς καμιά παρεμβολή, σε 13 οθόνες.

«Είναι ένα ρέκβιεμ στην τηλεόραση του παρελθόντος, σε μια εποχή που δεν πρόκειται να επιστρέψει ποτέ», λέει ο Kodwo Eshun από τους «Otolith Group». «Η “Ελλάδα”, όπως αντανακλάται στο ντοκιμαντέρ, διατηρεί, κάποιες στιγμές, τη μορφή αυτή της φαντασιακής κατασκευής που δημιουργήθηκε, εν πολλοίς, από τους Γερμανούς φιλολόγους και διανοούμενους το 18ο αιώνα και εξαπλώθηκε τον επόμενο αιώνα.Μερικοί ομιλητές αντιμετωπίζουν την αρχαία Ελλάδα ως την αγνή παιδική ηλικία του πολιτισμού μας, άλλοι την προσεγγίζουν μαρξιστικά, αρκετοί με κριτικό πνεύμα, σε μια εποχή που η κλασική σκέψη είχε αρχίσει να μολύνεται από το μετα-μοντερνισμό, τις μετα-αποικιοκρατικές και άλλες θεωρίες».